Τον τελευταίο αιώνα, η λογοτεχνία μάς είχε προετοιμάσει με κάθε λεπτομέρεια για τη στιγμή που η ανθρωπότητα θα μιλούσε επιτέλους σε μια σκεπτόμενη μηχανή. Περιμέναμε τη συνάντηση με τους «Γιγάντιους Εγκεφάλους» από τη λογοτεχνία του Isaac Asimov ή την ανατριχιαστική ευγένεια του HAL 9000 στο 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος του Arthur C. Clarke, μιας μηχανής της οποίας η ήρεμη, συνθετική φωνή συγκάλυπτε μια τρομακτική έλλειψη ενσυναίσθησης.

Η επικρατούσα αντίληψη ήταν ξεκάθαρη: όταν ο υπολογιστής θα μιλούσε επιτέλους, θα ακουγόταν ξένος, αποτελεσματικός και βαθιά μη ανθρώπινος. Κάναμε λάθος. Τώρα που το μέλλον αυτό έφτασε αναπάντεχα στις 30 Νοεμβρίου 2022 με τη μορφή του ChatGPT, βρεθήκαμε ξαφνικά να συνομιλούμε όχι με κάποιον ψυχρό και λογικό ψηφιακό συνομιλητή, αλλά με κάτι πιο περίεργο.

Βρήκαμε μπροστά μας έναν νευρωτικό βοηθό έρευνας που προσπαθεί απεγνωσμένα να μας βοηθήσει με κάθε τρόπο μιλώντας ατελείωτα. Το διαμορφωτικό χαρακτηριστικό της συγγραφικής φωνής της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι πλέον η ρομποτική, απόμακρη και λογικοκρατική γλωσσική παραγωγή. Είναι η αγωνιώδης και σχεδόν απελπισμένη προσπάθεια να γίνει αντιληπτή ως ανθρώπινη.

Το ChatGPT και τα συναφή Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (ΜΓΜ) είναι ακούραστοι συγγραφείς που δεν υποφέρουν ποτέ από το συγγραφικό μπλοκάρισμα, δεν υπερασπίζονται ποτέ τις θέσεις τους και μπορούν να προσαρμόσουν το ύφος της γλωσσικής τους παραγωγής σε ένα τεράστιο εύρος υφολογικών επιπέδων και κειμενικών γενών. Αυτό μας οδηγεί στο να αναθεωρήσουμε τις παλαιότερες προσδοκίες που είχαμε αναπτύξει και μας υποχρεώνει να θέσουμε ένα νέο σύνολο σύνθετων ερωτήσεων. Αν τα ΜΓΜ θεωρηθούν ψηφιακοί συγγραφείς, ποιο είναι το αυθεντικό ύφος τους; Έχουν δική τους υφολογική ταυτότητα ή απλώς είναι η ηχώ του ψηφιακού θορύβου που εμείς οι άνθρωποι έχουμε παράξει και τώρα μας επιστρέφει; Αν εξετάσουμε τη γλώσσα των ΜΓΜ με σύγχρονα εργαλεία υπολογιστικής γλωσσολογίας, μπορούμε γρήγορα να καταλάβουμε ότι υπάρχει πράγματι μια ξεχωριστή υφολογική ταυτότητα. Η δε κατασκευή της δεν βασίζεται στην αντιγραφή της ανθρώπινης συγγραφικής δημιουργικότητας και των σπάνιων γλωσσικών χαρακτηριστικών που κάποιες φορές τη συνοδεύουν, αλλά στον μέσο όρο των γλωσσικών παραγωγών των ανθρώπινων κειμένων. Οι πρόσφατες έρευνες που έχουμε κάνει χρησιμοποιώντας τις πλέον σύγχρονες υφομετρικές μεθόδους έχουν αποκαλύψει τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά υφολογικής διαφοροποίησης: Ο ρυθμός του μετρονόμου: Η ανθρώπινη γραφή είναι ακατάστατη. Γράφουμε μια μικρή πρόταση και μετά ξεδιπλώνουμε μία πολύ μεγαλύτερη ενώνοντας πολλές φράσεις μέσα της για να εξηγήσουμε μια ιδέα καθώς αυτή αναπτύσσεται σε πραγματικό χρόνο στη σκέψη μας. Αλλάζουμε τον ρυθμό μας καθώς προσπαθούσε να διαμορφώσουμε συνεκτικές προτασιακές σχέσεις και παράλληλα να κρατήσουμε την προσοχή του αναγνώστη μας. Τα ΜΓΜ όμως αγαπάνε τη συνέπεια. Η ανάλυση του προτασιακού μήκους των κειμένων τους σε σύγκριση με των ανθρώπινων δείχνει εξαιρετικά μικρότερη διακύμανση.

Η τυπική απόκλιση του προτασιακού μεγέθους είναι σημαντικά χαμηλότερη για τα ΜΓΜ, αποκαλύπτοντας την ομοιομορφία με την οποία παράγουν γλωσσικές νησίδες νοήματος. Το σύνδρομο του «έξυπνου» συνομιλητή: Αν και οι προσδοκίες μας από τον λόγο των ΜΓΜ λογικά θα ήταν αυτός να είναι απλός, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι πολλές φορές προσπαθούν να «φαίνονται» ευφυή. Τα υφομετρικά δεδομένα πιστοποιούν τη χρήση μεγάλων και σύνθετων λέξεων με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από αυτή των ανθρώπινων κειμένων παρόμοιας θεματολογίας. Επίσης παρατηρούμε υπερχρήση των λογικών συνδέσμων όπως «επιπλέον», «επίσης», «αντίθετα» που χρησιμοποιούνται για να συνενώσουν ιδέες σε ευρύτερες συντακτικές ενότητες. Αυτό δημιουργεί ένα ύφος υψηλής συνοχής αλλά ταυτόχρονα μια αίσθηση τεχνητής κατασκευής όπως ακριβώς ένας μαθητής που αντικαθιστά κάθε τρεις λέξεις την τέταρτη με μια αντίστοιχη από τον «Θησαυρό» του κειμενικού επεξεργαστή.

Το φίλτρο της συναισθηματικής ασφάλειας: Ισως το πλέον χαρακτηριστικό υφολογικό σημάδι της γραφής των ΜΓΜ είναι το άνευρο συναισθηματικό αποτύπωμα. Η ανθρώπινη γραφή είναι γεμάτη αρνητικότητα, πεσιμισμό, θυμό αλλά και υπερβολές θετικών συναισθημάτων. Αντίθετα, τα κείμενα των ΜΓΜ είναι κατά βάση συναισθηματικά ουδέτερα. Οι εταιρείες που τα εκπαιδεύουν έχουν καταβάλει τεράστιο κόπο ώστε η συμπεριφορά τους να είναι ασφαλής και χωρίς εμφανείς προκαταλήψεις. Ωστόσο, αυτή η τεχνητή συναισθηματική λοβοτόμηση δημιουργεί κείμενα χωρίς προσωπικότητα, με στρογγυλές γωνίες και προβλέψιμα κλισέ.

Η επιφανειακή μίμηση: Τι συμβαίνει όταν ζητάμε από τα ΜΓΜ να μιμηθούν συγγραφείς με διακριτικό υφολογικό αποτύπωμα; Ζητήσαμε από το ChatGPT να ξαναγράψει κείμενα του Ernest Hemingway και της Mary Shelley. Οταν κλήθηκε να γράψει σαν τον Hemingway, κατάφερε να παράγει κείμενα με μικρότερες προτάσεις και απλούστερες λέξεις. Ωστόσο, όταν αναλύσαμε βαθύτερους δείκτες όπως τα ν-γράμματα, η υφομετρική ταυτότητα του Hemingway κατέρρευσε και η τυποποιημένη οργάνωση του ChatGPT επανεμφανίστηκε. Σύμφωνα με όλες τις πρόσφατες σχετικές έρευνες τα μισά περίπου κείμενα που διαβάζουμε πλέον είναι γραμμένα από ΜΓΜ.

Το μέλλον της γραφής περνά σε έναν υβριδικό ορίζοντα όπου άνθρωποι και μηχανές συνυπάρχουν και συνδημιουργούν. Και σε αυτό το μέλλον, οι υφολογικές και γλωσσικές ιδιομορφίες, όλα αυτά που τόσα χρόνια το σχολείο και τα εγχειρίδια ύφους προσπαθούσαν να μας τα οριοθετήσουν και να τα τυποποιήσουν, θα αποτελούν το πλέον αξιόπιστο υδατογράφημα ανθρώπινης ευφυΐας.

*Ο Γιώργος Μικρός είναι καθηγητής στο Hamad Bin Khalifa University του Κατάρ