Μυστικά αιώνων στο φως: Τι αποκαλύπτουν οι επιστολές της Μαρίας Αντουανέτας

Εγκλειστη στο Παλάτι του Κεραμεικού, η βασίλισσα αλληλογραφούσε με τον σουηδό κόμη Αξελ ντε Φερσέν. Διακόσια τριάντα χρόνια μετά, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει την ανάγνωση μουτζουρωμένων σημείων και παρέχει πληροφορίες για την ταυτότητα του λογοκριτή

Οι ερευνητές σαρώνοντας τις επιστολές με ακτίνες Χ βρήκαν διαφορές, οι οποίες οφείλονται στο μετάλλευμα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εκάστοτε μελανιού

«Είμαι ζωντανή, αγαπημένε μου, μόνο και μόνο για να σε λατρεύω. Πόσο ανησυχούσα για εσένα και πόσο λυπάμαι που αναστατώθηκες επειδή δεν είχες νέα από εμάς. Μακάρι ο ουρανός να επιτρέψει να φτάσει αυτό το γράμμα σε εσένα». Εγκλωβισμένη στο Παλάτι του Κεραμεικού στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Μαρία Αντουανέτα έγραφε αυτές τις λέξεις με την ελπίδα να φτάσουν στον σουηδό κόμη Αξελ ντε Φερσέν. Η έρευνα στις ιστορικές επιστήμες έχει καταδείξει ότι η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα προσωπική, κάτι που αναδεικνύεται από τις προσφωνήσεις τις οποίες χρησιμοποιούν στη μεταξύ τους αλληλογραφία. Η αλληλογραφία αυτή είχε πολλές ιδιαιτερότητες: πολλά τμήματα των επιστολών, όπως το παραπάνω, ήταν κρυπτογραφημένα με έναν κώδικα τον οποίο είχαν επινοήσει τα δύο ιστορικά πρόσωπα.

Αλλα τμήματα παραμένουν ακόμη και σήμερα τελείως δυσανάγνωστα, αφού υπάρχουν εκτεταμένες μουτζούρες πάνω από το πρωτότυπο κείμενο. Σχεδόν δυόμισι αιώνες μετά, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το μέρος όπου βρισκόταν το παλάτι στο οποίο είχε εγκλωβιστεί η βασίλισσα, ένα λέιζερ ακτίνων Χ σαρώνει λεπτομερώς κάθε ίχνος μελανιού που βρίσκεται επάνω στο χαρτί των επιστολών. Στόχος, να βρεθεί ο «ένοχος» που έκανε μουτζούρες στις επιστολές κρύβοντας τεχνηέντως τα λόγια της Μαρίας Αντουανέτας αλλά και να αποκαλυφθεί το κρυμμένο περιεχόμενο των επιστολών. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Science Advances», άνοιξαν τον δρόμο για τη βαθύτερη κατανόηση των κινήσεων της βασίλισσας την ταραγμένη εκείνη περίοδο.

Εγκλωβισμένη στο Παλάτι του Κεραμεικού στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Μαρία Αντουανέτα έγραφε στον σουηδό κόμη Αξελ ντε Φερσέν. Η έρευνα έχει καταδείξει ότι η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα προσωπική, κάτι που αναδεικνύεται από τις προσφωνήσεις τις οποίες χρησιμοποιούν στη μεταξύ τους αλληλογραφία

Κρυφή αλληλογραφία

Από τον Ιούνιο του 1791 μέχρι τον Αύγουστο του 1792, η βασιλική οικογένεια της Γαλλίας κρατούνταν υπό στενή επιτήρηση στο Παλάτι του Κεραμεικού στο Παρίσι. Λίγες μέρες πιο πριν, ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ και η βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν αφού ο βασιλιάς σχεδίαζε να ηγηθεί μιας αντεπανάστασης με οργανωτικό κέντρο το προπύργιο που βρισκόταν στην περιοχή Μοντμεντί, κοντά στα σύνορα Γαλλίας – Βελγίου. Ωστόσο δεν πρόφτασαν αφού συνελήφθησαν λίγα χιλιόμετρα πιο πριν, στη γαλλική κοινότητα Βαρέν. Η φυγή αυτή εξόργισε περαιτέρω τα όργανα της Γαλλικής Επανάστασης, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αποφασίσουν τον εγκλεισμό της βασιλικής οικογένειας στο παλάτι του Παρισιού. Από εκεί η Μαρία Αντουανέτα διατηρούσε στενή αλληλογραφία με τον σουηδό κόμη Αξελ ντε Φερσέν. Το περιεχόμενο των γραμμάτων δείχνει ότι η βασίλισσα προσπαθούσε μέσω της αλληλογραφίας αυτής να βρει συμμάχους στο εξωτερικό οι οποίοι θα βοηθούσαν τη βασιλική οικογένεια να επαναφέρει τη μοναρχία στη Γαλλία. Παράλληλα, διάφορες εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν και οι δύο πλευρές καταδεικνύουν ότι η σχέση των δύο προσώπων είχε πολλές ιδιαίτερες πτυχές.

Στο αρχείο του γαλλικού κράτους βρίσκονται κάποια γράμματα αυτής της αλληλογραφίας, τα οποία είχαν ανακτηθεί από την οικογένεια του Φερσέν. Ωστόσο, σε μερικά από αυτά υπάρχουν μουτζούρες πάνω από το αρχικό κείμενο. Μέχρι πρότινος, δεν ήταν γνωστό εάν οι μουτζούρες αυτές κρύβουν μυστικά σχέδια απόδρασης ή τρυφερά λόγια τα οποία για ευνόητους λόγους θεωρήθηκε σκόπιμο να αποσιωπηθούν. Ετσι, εδώ και πολλές δεκαετίες οι επιστήμονες αναζητούσαν τρόπους να προσδιορίσουν όχι μόνο ποιες φράσεις έχουν κρυφτεί αλλά και ποιος επενέβη στο αρχικό γράμμα, έτσι ώστε να κατανοήσουν σε μεγαλύτερο βάθος την ιστορική αξία των επιστολών αυτών. Στην πρόσφατη έρευνα επιστημόνων με βάση το Κέντρο Ερευνας Συντηρήσεων του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, χρησιμοποιήθηκε ένας συνδυασμός καινοτόμων φυσικοχημικών μεθόδων για να αναζητηθούν απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία απασχολούν την ερευνητική κοινότητα επί δεκαετίες.

Διαχωρίζοντας τα δύο μελάνια…

Μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις των ερευνητών ήταν να διαχωρίσουν το μελάνι με το οποίο είχαν γραφτεί οι λέξεις από το μελάνι με το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί οι μουτζούρες. Οπως κάθε υλικό, έτσι και το μελάνι έχει μία ιδιαίτερη «σφραγίδα» η οποία προδίδει την ακριβή σύστασή του, δηλαδή τα χημικά στοιχεία από τα οποία αποτελείται και σε ποια ποσότητα βρίσκεται το καθένα από αυτά. Αρχικά οι ερευνητές χρησιμοποίησαν παραδοσιακές μεθόδους όπως η μικροσκοπία ή η λεγόμενη υπερφασματική απεικόνιση, με σκοπό να προσδιορίσουν πιθανές διαφορές στις φυσικές ιδιότητες και στη χημική σύσταση των δύο μελανιών. Ωστόσο, ακολουθώντας αυτές τις προσεγγίσεις συνάντησαν διάφορες δυσκολίες.

«Η κύρια δυσκολία που αντιμετωπίσαμε είναι ότι το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των επιστολών και το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε για τις μουτζούρες είναι πολύ παρόμοια από χημικής απόψεως» σημειώνει στο ΒΗΜΑ-Science η δρ Αν Μισελέν (φωτογραφία αριστερά), πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Παρίσι. «Είναι και τα δύο μελάνια σιδήρου (με βάση τον θειικό σίδηρο και τις τανίνες) και μοιάζουν αρκετά. Επομένως, είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι πληροφορίες του μελανιού του αρχικού κειμένου από το μελάνι της διόρθωσης. Το μελάνι διαγραφής είναι επίσης μαύρο και εμποδίζει τη χρήση οπτικών τεχνικών στην ορατή περιοχή, επειδή όλο το φως απορροφάται από αυτό το μελάνι (κανένα σήμα από το υποκείμενο μελάνι δεν μπορεί να φτάσει σε εμάς). Τέλος, δεδομένου ότι το μελάνι διαγραφής προορίζεται να αποκρύψει το αρχικό κείμενο, έχουμε πλήρη επικάλυψη των δύο μελανιών. Ετσι, οι μέθοδοι απεικόνισης που χρησιμοποιούνται σε άλλες περιπτώσεις όπως, παραδείγματος χάριν, στα παλίμψηστα, δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτή την περίπτωση» επισημαίνει η καθηγήτρια.

…και τα εμπόδια με ακτίνες Χ

Για να παρακάμψουν τα εμπόδια αυτά, οι επιστήμονες στράφηκαν σε μία μέθοδο η οποία ονομάζεται «φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων Χ» (XRF). Οπως υποδηλώνει το όνομά της, η μέθοδος αυτή βασίζεται στην εκπομπή ακτίνων Χ και χρησιμοποιείται ώστε να προσδιοριστεί με μεγάλη ευαισθησία η παρουσία διαφορετικών χημικών στοιχείων σε ένα υλικό. Σαρώνοντας τις επιστολές με ακτίνες Χ, οι ερευνητές ευελπιστούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, να ανιχνεύσουν σε ένα από τα δύο μελάνια σημαντικά μεγαλύτερη ποσότητα ενός οποιουδήποτε χημικού στοιχείου. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν έναν αλγόριθμο ώστε αυτός να απομονώσει το μελάνι το οποίο περιείχε τη μεγαλύτερη ποσότητα του συγκεκριμένου χημικού στοιχείου. «Χρησιμοποιήσαμε μία τεχνική που ονομάζεται φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων Χ (XRF), η οποία μας επιτρέπει να λάβουμε τη στοιχειακή σύνθεση του αντικειμένου που αναλύεται. Με αυτή τη μέθοδο καταγράφεται ένα φάσμα με κορυφές που σχετίζονται με διαφορετικά στοιχεία (σίδηρος, χαλκός κ.λπ.). Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται είναι ένας σαρωτής XRF, ο οποίος καταγράφει ένα φάσμα σε κάθε σημείο της επιφάνειας που αναλύεται. Από τα δεδομένα αυτά είναι δυνατόν να εξαχθούν χάρτες των διαφόρων στοιχείων, δηλαδή να απεικονιστεί η κατανομή τους στο έγγραφο» σημειώνει η γαλλίδα ερευνήτρια. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης με τη μέθοδο αυτή έδειξαν ότι οι διαφορές στη σύσταση των μελανιών δεν ήταν τόσο έντονες όσο θα επιθυμούσαν οι επιστήμονες – ωστόσο υπήρχαν μικρές διαφορές, οι οποίες ήταν αρκετές για να αναπτερώσουν τις ελπίδες της ομάδας. «Τα δύο μελάνια είναι παρόμοια αλλά όχι πανομοιότυπα!» σημειώνει η ερευνήτρια, συμπληρώνοντας ότι «η σύστασή τους διαφέρει ελάχιστα, με διαφοροποιήσεις σε δευτερεύοντα στοιχεία (όπως ο χαλκός και ο ψευδάργυρος), τα οποία πιθανώς αντιστοιχούν σε προσμείξεις στο μετάλλευμα από το οποίο εξάγεται ο θειικός σίδηρος. Συνεπώς, είναι δυνατόν να διακρίνουμε τα δύο μελάνια από τις παραλλαγές της σύνθεσής τους». Οι ερευνητές λοιπόν βρήκαν διαφορές οι οποίες οφείλονται στο μετάλλευμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εκάστοτε μελανιού!

Η διάσωση και τα μυστήρια: Οπως αναφέρουν οι ερευνητές, ενδεχομένως οι επιστολές οι οποίες μελετήθηκαν στην παρούσα μελέτη διασώθηκαν από την οικογένεια του Φερσέν (σε αντίθεση με άλλες που εξαφανίστηκαν) ακριβώς επειδή υπήρχε ένα μυστήριο γύρω από τα χωρία τα οποία είχαν σβηστεί και τα οποία κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει.

Εκλεπτυσμένες τεχνικές επεξεργασίας

Με ποιον τρόπο όμως θα μπορούσε κανείς να αξιοποιήσει τις ανεπαίσθητες αυτές διαφορές ώστε να διαχωρίσει στην οθόνη του υπολογιστή το ένα μελάνι από το άλλο; Αυτό δεν θα ήταν δυνατό, παρά μόνο εάν οι ερευνητές κατάφερναν να καταστήσουν πιο έντονες τις διαφορές μεταξύ των δύο μελανιών, σε τέτοιον βαθμό που ένας αλγόριθμος να μπορέσει να αναγνωρίσει ξεκάθαρα τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και να πραγματοποιήσει τον διαχωρισμό. Χρησιμοποιώντας εκλεπτυσμένες στατιστικές μεθόδους, οι ερευνητές ενίσχυσαν το σήμα το οποίο προέκυπτε όταν οι ακτίνες Χ σάρωναν τα διαφορετικά μελάνια και μείωσαν τον λεγόμενο «θόρυβο», ο οποίος προέκυπτε από την ανίχνευση χημικών στοιχείων του μελανιού της πίσω σελίδας ή από χημικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν σχέση με το μελάνι, όπως αυτά του χαρτιού. Με τον τρόπο αυτόν κατάφεραν να δημιουργήσουν μία αντίθεση που κατέστησε δυνατό τον μερικό διαχωρισμό των μελανιών. «Εχουμε δημιουργήσει μια μεθοδολογία με διαφορετικούς τύπους επεξεργασίας δεδομένων για να διαχωρίσουμε τις πληροφορίες που προκύπτουν, βασισμένοι στη διαφορά της χημικής σύνθεσης. Σε απλές περιπτώσεις, ένα στοιχείο υπάρχει στο υποκείμενο μελάνι και ο απλός εντοπισμός αυτού του στοιχείου επιτρέπει τον διαχωρισμό και την ανάγνωση του κειμένου το οποίο έχει γραφτεί με το μελάνι αυτό. Συχνά όμως τα δύο μελάνια αποτελούνται από τα ίδια στοιχεία: σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να υπολογιστούν οι αναλογίες κατανομής αυτών των στοιχείων, να πραγματοποιηθεί στατιστική επεξεργασία και να πραγματοποιηθούν φασματικές μέθοδοι με σκοπό την απομόνωση του υποκείμενου μελανιού» εξηγεί η ερευνήτρια. Με αυτή τη μέθοδο η ερευνητική ομάδα κατάφερε να αποκαλύψει μερικά χωρία των επιστολών τα οποία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παραδείγματος χάριν, αποκαλύφθηκαν φράσεις όπως «για την ευτυχία και των τριών», «η επιστολή της 28ης έκανε την ευτυχία μου» ή λέξεις όπως «αγάπη». Τα χωρία αυτά ενισχύουν την υπόθεση των ιστορικών ότι ο δεσμός της Μαρίας Αντουανέτας με τον Αξελ ντε Φερσέν ήταν ιδιαίτερα στενός.

Ψάχνοντας τον «λογοκριτή»

Σε μία δεύτερη φάση, οι επιστήμονες επιχείρησαν να προσδιορίσουν ποιος επιχείρησε να αποκρύψει τα γραφόμενα της Μαρίας Αντουανέτας. Αρχικά, χρησιμοποιώντας μεθόδους γραφολογίας, διαπιστώθηκε ότι στην πραγματικότητα πολλές από τις επιστολές τις οποίες υποτίθεται ότι είχε γράψει η Μαρία Αντουανέτα ήταν αντίγραφα τα οποία είχε δημιουργήσει ο Αξελ ντε Φερσέν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση αφού την εποχή εκείνη ήταν μία συνήθης πρακτική να δημιουργούνται χειρόγραφα αντίγραφα των επιστολών, τα οποία ακολούθως προωθούνταν σε τρίτα άτομα και υπηρεσίες. Το εύρημα το οποίο προκάλεσε αλγεινή εντύπωση ήταν ότι πιθανότατα οι μουτζούρες στις επιστολές είχαν πραγματοποιηθεί από τον ίδιο τον Φερσέν. Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας δύο στοιχεία: Αρχικά παρατήρησαν ότι από τον Δεκέμβριο του 1791 μέχρι τον Μάιο του 1792 το μελάνι με το οποίο ήταν γραμμένες οι επιστολές παρουσίαζε εξαιρετικές ομοιότητες με το μελάνι με το οποίο πραγματοποιούνταν οι μουτζούρες. Παράλληλα, είναι γνωστό στους ιστορικούς ότι την ίδια περίοδο ο Φερσέν είχε προσλάβει μία γραμματέα. Συνδυάζοντας αυτές τις δύο ενδείξεις, οι ερευνητές συμπέραναν ότι πιθανότατα η γραμματέας προετοίμαζε το μελάνι τηρώντας πάντα με μεγάλη αυστηρότητα τις αναλογίες των συστατικών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ο Φερσέν να χρησιμοποιεί σχεδόν πανομοιότυπο μελάνι όταν αντέγραφε τις επιστολές και όταν έσβηνε τμήματα των επιστολών αυτών. Οπως σημειώνουν οι επιστήμονες, ο Φερσέν ενδεχομένως «λογόκρινε» τα γραπτά της Μαρίας Αντουανέτας με σκοπό να προστατεύσει τη φήμη της. «Το ενδιαφέρον αυτών των επιστολών, πέρα από τη σχέση της Μαρίας Αντουανέτας με τον Φερσέν, είναι ότι μαρτυρούν τις πρακτικές γραφής κατά την επαναστατική περίοδο» σχολιάζει η δρ Μισελέν, καταλήγοντας ότι «αυτή η αλληλογραφία μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε την έκφραση των συναισθημάτων (ελπίδας, άγχους, εμπιστοσύνης, τρόμου) σε ένα ιδιαίτερο πλαίσιο, αυτό του αναγκαστικού εγκλεισμού και της απομάκρυνσης δύο ανθρώπων εξαιτίας δραματικών γεγονότων τα οποία δεν μπορούν να ελέγξουν. Η αποκατάσταση του πρωτότυπου κειμένου επιτρέπει στους ιστορικούς να καταγράψουν ένα παιχνίδι συναισθημάτων που συνυφαίνουν το πολιτικό και το προσωπικό, και αυτό για έναν χαρακτήρα ο οποίος βρίσκεται στην καρδιά της Ιστορίας».

Κώδικας κρυπτογράφησης: Το 2010 γάλλοι ερευνητές παρουσίασαν σε επιστημονική δημοσίευση τον κώδικα κρυπτογράφησης τον οποίο χρησιμοποιούσαν στην αλληλογραφία τους η Μαρία Αντουανέτα και ο Αξελ ντε Φερσέν. Σε ένα γράμμα το οποίο έγραψε τον Νοέμβριο του 1791, η Μαρία Αντουανέτα αναφέρει κλείνοντας: «Αντίο, βαρέθηκα να κρυπτογραφώ – δεν είναι η συνήθης ασχολία μου και πάντα φοβάμαι μήπως κάνω λάθη».

Οι δυνατότητες της μεθοδολογίας

Η συγκεκριμένη έρευνα έχει μεγάλη αξία επειδή αποκαλύπτει κάποια στοιχεία τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον. Παράλληλα, η έρευνα καταδεικνύει μία μεθοδολογία η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ερευνητές με σκοπό τη μελέτη ιστορικών κειμένων αλλά και σύγχρονων χειρογράφων, όπως στην περίπτωση εγκληματολογικών αναλύσεων. «Είναι δυνατόν να μελετηθούν και άλλα ιστορικά ή δικαστικά έγγραφα από τα οποία έχουν σβηστεί με ανάλογο τρόπο ευαίσθητες πληροφορίες» σημειώνει στο ΒΗΜΑ-Science η ερευνήτρια Αν Μισελέν, συμπληρώνοντας: «Αρχικά, θα πρέπει να ελεγχθεί ότι τα μελάνια είναι σιδηρούχα και διαφορετικά. Η μεθοδολογία την οποία παρουσιάσαμε καθιστά δυνατή την υιοθέτηση διαφορετικών προσεγγίσεων, ανάλογα με την πολυπλοκότητα του υπό μελέτη εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πλέον είναι δυνατή η μελέτη εγγράφων στα οποία υπάρχει το πρόβλημα του διαχωρισμού δύο τύπων πληροφορίας, οι οποίες αλληλεπικαλύπτονται εξ ολοκλήρου ή κατά μέρος».

Η τεχνολογία στην υπηρεσία του πολιτισμού

Η φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων Χ (XRF) χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια με στόχο να προσδιοριστεί η ακριβής χημική σύνθεση αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς. Ηδη τη δεκαετία του 1990 οι επιστήμονες επιχειρούσαν να αναπτύξουν μεθόδους οι οποίες θα τους επέτρεπαν να μελετούν με ακτίνες Χ αντικείμενα όπως πίνακες ζωγραφικής ή χειρόγραφα. Αρχικά, οι εφαρμογές σε αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς πραγματοποιήθηκαν σε σύγχροτρον, έναν τύπο επιταχυντή σωματιδίων ο οποίος επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τον στοιχειακό προσδιορισμό ενός υλικού. Ωστόσο, η πρόσβαση σε αυτό ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, κάτι που απέτρεπε την πραγματοποίηση εκτενών μελετών. Σταδιακά, αναπτύχθηκαν φορητές συσκευές ακτίνων Χ, οι οποίες επιτρέπουν τέτοιου είδους μελέτες σε μια πληθώρα αντικειμένων. Οπως σημειώνουν οι ερευνητές στην επιστημονική δημοσίευση, η ανάπτυξη των φορητών αυτών συσκευών και ο εκδημοκρατισμός της χρήσης της τεχνολογίας που αυτές επέφεραν, επέτρεψαν επίσης τη μελέτη ενός πολύ μεγαλύτερου σώματος ιστορικών χειρογράφων.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Science