Εδώ και οκτώ βδομάδες, κάθε Παρασκευή, ακούγεται στο Εθνικό Θέατρο η Οδύσσεια. Στον ίδιο χώρο και την ίδια ώρα με την Ιλιάδα, που προηγήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια, διεκδικώντας την ακροαματική της προτεραιότητα. Πυκνό και πρόθυμο το ακροατήριο και αυτή τη φορά, παρά τη μηδενική διαφήμιση. Υπάρχει ωστόσο μια ευπρόσδεκτη τώρα εξέλιξη. Οι περισσότερες αναγνώσεις-ακροάσεις γίνονται από ζεύγη, που σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίσσονται σε ένα είδος χορού. Το πάνω χέρι το έχουν πάλι οι γυναίκες, οι άντρες παίζουν κατά κανόνα ρόλο δευτεραγωνιστή. Δεν λείπουν όμως και οι μοναχικές αναγνώσεις: έξι στις είκοσι τέσσερις, αν μετρώ καλά. Οι περισσότερες επιδόσεις ξεπέρασαν τον μέσο όρο, κάποιες ενθουσίασαν με τα απρόβλεπτα ευρήματά τους.
Με την ευκαιρία θυμίζω ορισμένα στοιχεία για τη συμμετρική κατανομή των είκοσι τεσσάρων ραψωδιών, εμφανέστερη στην Οδύσσεια παρότι στην Ιλιάδα. Η συμμετρία στην προκειμένη περίπτωση προφαίνεται στην άρθρωση του έπους σε ζώνες: οριζόντιες και κάθετες, πρωτεύουσες και δευτερεύουσες, που φαίνεται να ανταποκρίνονται στο μοντέλο του γεωμετρικού ρυθμού, ο οποίος κυριαρχεί στις εικαστικές τέχνες την εποχή αυτή –μιλάμε για το δεύτερο μισό του όγδοου προχριστιανικού αιώνα.
Παρά τα λεγόμενα και τα γραφόμενα, η ατίθαση και πολύτροπη άλλως πως Οδύσσεια διαπρέπει στην άσκηση και την ασκητική της συμμετρικής άρθρωσης. Στις πρωτεύουσες οριζόντιες ζώνες του οδυσσειακού έπους ανήκει η συμμετρική κατανομή του σε δυο ισότιμα μέρη: οι ραψωδίες α-μ συστήνουν το πρώτο μέρος, οι ραψωδίες ν-ω το δεύτερο. Στο πρώτο μέρος ο Οδυσσέας βρίσκεται εκτός Ιθάκης: περιπλανωμένος ή καθηλωμένος. Στο δεύτερο εντός: πρώτα στο ασφαλές χοιροστάσι του Εύμαιου, ύστερα στο ριψοκίνδυνο παλάτι, με τους μνηστήρες της αμφίβολης Πηνελόπης να απολαμβάνουν το κρασί και τα τραγούδια του Φήμιου.
Στις κάθετες ζώνες κυριαρχεί η συμμετρία του τρία. Τρία τα νησιά που μοιράζονται την απουσία-παρουσία του Οδυσσέα. Προηγείται η απομονωμένη Ωγυγία της Καλυψώς. Μεσολαβεί η φιλόξενη, πολιτισμένη Σχερία, απολαμβάνοντας τους αθλητικούς αγώνες, τον χορό και τα τραγούδια του τυφλού Δημοδόκου. Επεται η πάτρια Ιθάκη, που το μέλλον της βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού. Τριαδική συμμετρία εξάλλου μαρτυρούν και οι ένθετοι Απόλογοι του Οδυσσέα: αρθρώνονται σε ισόμετρες τρεις τριάδες, με συνοπτικά τα δύο μέρη τους και διεκταμένο το τρίτο. Αφήνοντας αυτόνομο χώρο, μεταξύ δεύτερης και τρίτης τριάδας, για την αποκαλυπτική Νέκυια.
Ξαναγυρίζω στην όγδοη ραψωδία, που ακούστηκε την περασμένη Παρασκευή, για να καταλήξω σε δυο σκηνές ανεπανάληπτης ποιητικής γοητείας. Βρισκόμαστε στον ύπαιθρο χώρο της αγοράς, πρόσφορο στα κάθε λογής ανταγωνιστικά αθλήματα: τον δρόμο, την πάλη, τον δίσκο, το τόξο. Μεσολαβεί η σκανδαλιστική αοιδή του Δημοδόκου για την παράταιρη ερωτική συνεύρεση Αρη και Αφροδίτης, και έπεται ο χορός με τους δύο γιους του Αλκινόου. Παραθέτω:
Τότε ο Αλκίνοος παράγγειλε, ο Αλιος κι ο Λαοδάμας / μόνοι τους να χορέψουν, / αφού οι δυο τους στον χορό ήσαν ασυναγώνιστοι. / Πήραν λοιπόν στα χέρια τους μια σφαίρα ωραία, πορφυρή, / έργο της επιδέξιας τέχνης του Πολύβου. // Οσο την έριχνε ψηλά στα σκούρα νέφη ο ένας, / λυγίζοντας συνάμα το κορμί του προς τα πίσω, ο άλλος / υψωμένος στον αέρα, την έπιανε με μαεστρία και χάρη, / προτού τα πόδια του πατήσουνε στο χώμα. // Κι όταν δοκίμασαν την τέχνη τους στη σφαίρα, / πετώντας την ψηλά και κατακόρυφα, άρχισαν τότε / οι δυο τους τον χορό, / τη γη πατώντας που μας τρέφει, / αντικριστά και συναλλάσσοντας απανωτά λυγίσματα, / ενώ στο πλάι οι άλλοι, παλληκαράκια ακόμη, / μέσα στον ίδιο κυκλικό χορό στημένα, φώναζαν / και χτυπούσαν παλαμάκια.
Η άλλη σκηνή, διακριτικά ερωτική, παίζεται, ως αμοιβαίος αποχαιρετισμός, στην αίθουσα του παλατιού, κάπως απόμερα, με τη Ναυσικά και τον Οδυσσέα. Εκείνος στις μεγάλες ομορφιές του: λουσμένος, με λάδι αλειμμένος, φορώντας ωραία χλαμύδα και χιτώνα προχωρεί ανάμεσα στους άλλους καλεσμένους Φαίακες, που έπιναν κρασί. Οπότε εκείνη –αντιγράφω σε μετάφραση:
Η Ναυσικά, με τα θεόσταλτά της κάλλη, / στάθηκε πλάι στον παραστάτη της καλοδεμένης στέγης, / έμεινε εκεί να τον θαυμάζει κι ύστερα μίλησε: / «Χαίρε, ώ ξένε. Οταν μια μέρα φτάσεις στην πατρίδα σου, / να με θυμάσαι. / Γιατί σ’ εμένα πρώτη οφείλεις τη ζωή σου». Ευθύς της αποκρίθηκε με την πολύτροπη του γνώση ο Οδυσσεύς: «Ω Ναυσικά, κόρη του μεγαλόκαρδου Αλκινόου. / Αμποτε ο Δίας να ενδώσει, κεραυνοβόλος σύζυγος της Ηρας, / κι εγώ να φτάσω στην πατρίδα, να δω του νόστου μου τη μέρα, / τότε το υπόσχομαι, σ’ εσένα σαν θεά τις προσευχές μου θ’ αναπέμπω, μέχρι το τέλος της ζωής μου, / γιατί σ’ εσένα, ωραία κόρη, χρωστώ που ακόμη ζω».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



