Μυστικά και ψέματα

Τι μπορεί να συμβεί από τη στιγμή που μια ζωγράφος βλέπει τα έργα της να γίνονται ανάρπαστα με την υπογραφή κάποιου άλλου;

Τι μπορεί να συμβεί από τη στιγμή που μια ζωγράφος βλέπει τα έργα της να γίνονται ανάρπαστα με την υπογραφή κάποιου άλλου; Και αυτός ο «άλλος» να γίνεται διάσημος, την ώρα που εκείνη παραμένει στο περιθώριο; Και δεν μιλάμε για τον οποιονδήποτε άλλο μα για τον ίδιο τον σύζυγό της. Πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η χυδαία κλοπή της ευαισθησίας του ψυχικού της κόσμου, ο οποίος μεταφέρεται στο καβαλέτο μέσα από τα τεράστια μάτια θλιμμένων προσώπων αφού όπως η ίδια η ζωγράφος λέει «τα μάτια είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζω τα συναισθήματά μου»;
Ενδιαφέροντα ερωτήματα που ισορροπούν πάνω στη λεπτή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει την αλήθεια από το ψέμα, τη γνησιότητα από την πλαστότητα επιχειρεί ο Τιμ Μπάρτον στην τελευταία ταινία του, η οποία είναι βασισμένη σε πραγματικά πρόσωπα και περιστατικά.
Βεβαίως, η Μάργκαρετ Κιν (Εϊμι Ανταμς), το θύμα αυτής της υπόθεσης, δεν είναι εντελώς αθώα. Παρότι αμέσως ενοχλείται όταν ο σύζυγός της Γουόλτερ Κιν (Κρίστοφ Βαλτς) υιοθετεί το έργο της υπογράφοντας με το επώνυμό του έναν πίνακα, η Μάργκαρετ επιλέγει να παίξει το παιχνίδι του. Και όταν ο αυτοκράτορας της γραφομηχανής Ντίνο Ολιβέτι (Γκουίντο Φουρλάνι) καταγοητευμένος από έναν πίνακα ρωτά για την ταυτότητα του καλλιτέχνη, η Μάργκαρετ δεν θα αντιδράσει αρνητικά στην απάντηση «εγώ είμαι!» του Γουόλτερ.
Και από εκεί, φυσικά, θα αρχίσουν όλα. Γιατί Ολιβέτι σημαίνει αξιοπιστία και με την αξιοπιστία έρχεται ο σεβασμός. Η ζωή των Κιν θα κτιστεί πάνω στην απάτη, ένα ψέμα που τελικά εξυπηρετεί και τους δύο διότι τα χρήματα είναι πολλά και η γλύκα τους ασυναγώνιστη. Η Μάργκαρετ ζωγραφίζει, ο Γουόλτερ κερδίζει όλη τη δόξα και οι δύο γίνονται πλούσιοι. Επομένως όταν κάποια στιγμή το συναίσθημα της αδικίας κινητοποιεί τη Μάργκαρετ σε δικαστικούς αγώνες εναντίον του Γουόλτερ, δεν είσαι βέβαιος για το πόσο την υποστηρίζεις.
Ο Μπάρτον, που είναι ο ίδιος συλλέκτης έργων της Κιν, αντιμετωπίζει με συμπάθεια την κεντρική ηρωίδα του δίνοντας την ευκαιρία στην Εϊμι Ανταμς να πλάσει μια νοικοκυρά με καλλιτεχνικές ανησυχίες· μια ακόμη ενδιαφέρουσα ηρωίδα στη φιλμογραφία της πολύ καλής αυτής ηθοποιού (είναι υποψήφια για τη Χρυσή Σφαίρα). Με το έντονο βλέμμα και το σατανικό χαμόγελό του, ο Κρίστοφ Βαλτς (επίσης υποψήφιος) δουλεύει με ευχέρεια πάνω σε μια γκροτέσκα παραλλαγή των κυνικών ηρώων στους οποίους έχει διαπρέψει στις ταινίες του Κουέντιν Ταραντίνο «Αδωξοι μπάσταρδη» και «Django unchained».
Τα «Μεγάλα μάτια» είναι μια ταινία εποχής, αρχίζει το 1958 και κλείνει κάπου μέσα στη δεκαετία του 1960, γεγονός που δίνει την ευκαιρία στον Μπάρτον (με τη βοήθεια των σκηνογράφων Σον Βιό, Κρις Ογκαστ και Ρικ Χάινρικς και της ενδυματολόγου Κολίν Ατγουντ) να πλάσει έναν κόσμο γεμάτο παστέλ χρώματα, ροζ κτίρια και φανταχτερά ρούχα. Πράγματι είναι μια ταινία όμορφη στην όψη, από την οποία όμως νιώθεις ότι λείπει η τόσο χαρακτηριστική τρέλα των ταινιών του Τιμ Μπάρτον. Παρά το σκοτεινό θέμα της ιστορίας, όλα εδώ είναι πολύ στρογγυλεμένα, πολύ στιλπνά και πολύ φωτεινά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk