Ενα λεύκωμα για τη Βάσω Μανωλίδου μαζί με την αυτοβιογραφία της
Γεννήθηκα στην Πλάκα, στην οδό Μνησικλέους· ο πατέρας μου Μακεδόνας από το Βελβεντό των Πιερίων, η μητέρα μου Κρητικιά». Η αυτοβιογραφία της Βάσως Μανωλίδου που σύντομα θα κυκλοφορήσει από το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) δεν είναι απλώς και μόνον η ζωή της· είναι η ιστορία του ελληνικού θεάτρου, για περισσότερα από 50 χρόνια, μέσα από τη ματιά και την πένα της ηθοποιού που γνώρισε πρόσωπα και πράγματα, που συνεργάστηκε με τις θεατρικές μορφές της χώρας μας, που βίωσε για μισόν αιώνα το σανίδι και τα καμαρίνια, την ατμόσφαιρα και το άρωμα του θεάτρου.
Η Βάσω Μανωλίδου σιωπούσε επί χρόνια. Από το 1981 όπου εγκατέλειψε τη σκηνή, οι δημόσιες εμφανίσεις της ήταν και παραμένουν ελάχιστες, οι δηλώσεις και οι συνεντεύξεις της ανύπαρκτες. Η έκδοση του λευκώματος και η «πίεση» του Θεόδωρου Κρίτα, του συζύγου – συντρόφου της ζωής της, την έκαναν να ενδώσει· μπορεί να μην ήθελε να μιλήσει, θέλησε τελικά να τα γράψει.
«Με ρωτάνε πώς και έτυχε να βγω στο θέατρο. Τους ξαφνιάζει η απάντηση που τους δίνω: ο πατέρας μου ο ίδιος με πήρε από το χέρι, που λένε, και με πήγε στον Θόδωρο Συναδινό, τον θεατρικό συγγραφέα και διευθυντή της Δραματικής Σχολής του υπό ίδρυση τότε Εθνικού Θεάτρου. Ο πατέρας μου δεν τον γνώριζε τον Συναδινό. Του τον είχε συστήσει κάποιος κοινός φίλος. (…)
Κάποια μέρα μού λέει:
Παιδί μου, να η ευκαιρία για σένα να γίνεις ηθοποιός.
Μα, πατέρα,… ψελλίζω.
Τι πατέρα και ξεπατέρα, μου λέει. Θα σε πάω στον κύριο Συναδινό και θα σε εγγράψω στη Δραματική Σχολή.
Δεύτερη κουβέντα δεν σήκωνε ο πατέρας μου. Αλλο που κι εμένα με βόλευε η ιδέα ότι θα αποκτούσα την πολυπόθητη ελευθερία, την οποία είχα στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια. (…)
Δεν θα ξεχάσω τη συνάντηση εκείνη με τον Θόδωρο Συναδινό. (…)
Η κόρη μου έχει σπάνιο θεατρικό ταλέντο, του λέει.
Και ο Συναδινός:
Πώς το ξέρετε;
Η απάντηση του πατέρα μου ήρθε κοφτή:
Μα είμαι ο γεννήτωρ!».
Τα πρώτα χρόνια, αρχικά στη Σχολή και μετέπειτα στο Εθνικό Θέατρο, έφεραν τη γνωριμία της Βάσως Μανωλίδου με όλο το ελληνικό θέατρο της εποχής: με τους δασκάλους, τον Φώτο Πολίτη και τον Δημήτρη Ροντήρη, και τους «καλύτερους ηθοποιούς του τότε ελευθέρου θεάτρου», όπως γράφει: «Τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Αλέξη Μινωτή, την Κατίνα Παξινού, τον Νίκο Δενδραμή, τον Κώστα Μουσούρη με τη γυναίκα του Αλίκη, τη Μιράντα, τον Νίκο Ροζάν, τον Γιώργο Γληνό, τον Νίκο Παρασκευά, τον Τηλέμαχο Λεπενιώτη, την Κατερίνα, τη Μαίρη Σαγιάνου, τη Σαπφώ Αλκαίου, τον Μάνο Κατράκη, τον Ευάγγελο Μαμία, την Ελένη Παπαδάκη και πολλούς άλλους».
Αριστούχος του Εθνικού, έλαβε ως πρώτο μισθό 6.000 δραχμές, «όταν ο ανώτατος μισθός πρωταγωνιστή ήταν 10.000 δραχμές. (…) Μοναδική εξαίρεση είχε γίνει για τον Βεάκη, που έπαιρνε 12.000 συν 3.000 ως καθηγητής της Δραματικής Σχολής». Παρ’ όλα αυτά η αντίδραση της μητέρας της ήταν η… αναμενόμενη: «Να που η κόρη μου έγινε θεατρίνα. Τι να το κάνεις, παιδί μου, το άριστα; Με το άριστα γαμπρός δεν θα βρεθεί να σε πάρει!».
«Η Μαρίκα Κοτοπούλη ήταν το ίνδαλμά μου πριν ακόμα πάω στη Σχολή. Εμαθα να τη λατρεύω απ’ όσα μου έλεγε γι’ αυτήν ο πατέρας μου, που ήταν μέγας θαυμαστής της. Αργότερα, όταν ήμουν πια στη Σχολή του Εθνικού, φτάνει ξαφνικά η Μαρίκα. Ολοι και όλες αναστατωθήκαμε. Πώς όμως να φανταστώ ότι η Μαρίκα ήρθε στη Σχολή αποκλειστικά για να με δει, γιατί είχε ακούσει, είπε, ότι ήμουν ένα καινούργιο ταλέντο (ήμουν;). Με επιθεωρεί από πάνω ώς κάτω και το διαπεραστικό βλέμμα της σταματά σε μια ελιά που είχα στο πάνω χείλος: “Τι είναι αυτό”, μου λέει. Μόλις πρόλαβα να ψελλίσω: “Μα, κυρία Μαρίκα”, κι εκείνη μου απάντησε: “Θα σε πάω σ’ έναν ειδικό να σου τη βγάλει”. Την άλλη μέρα κιόλας με πήγε σε ένα Ινστιτούτο Αισθητικής». Δυστυχώς όμως, όπως γράφει η κυρία Μανωλίδου, δεν έτυχε ποτέ να παίξει μαζί με την Κοτοπούλη.
Την πρώτη δεκαετία του Εθνικού ακολούθησαν τα χρόνια στο ελεύθερο θέατρο. Το 1943 σχημάτισαν μαζί με τους Γιώργο Παππά και Νίκο Δενδραμή δικό τους θίασο στο Παρκ. Στη συνέχεια στον θίασο αυτόν προστέθηκε ο Αιμίλιος Βεάκης. Συνεργάστηκε με την εξαδέλφη της Μαίρη Αρώνη και τον Δημήτρη Χορν, περιόδευσε εκτός Ελλάδος (Αίγυπτος, Κύπρος, Αμερική), συνεργάστηκε με τον Κώστα Μουσούρη και το 1955 επέστρεψε στο Εθνικό, όπου και παρέμεινε ώς το τέλος της σταδιοδρομίας της (1980-81).
Ανάμεσα στις γνωριμίες της η Βάσω Μανωλίδου ξεχωρίζει εκείνη που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή της: «Εκείνο το θεατρικό καλοκαίρι, το πρώτο μου στο ελεύθερο θέατρο, γνώρισα από κοντά τον Θεόδωρο Κρίτα. Είχα ακούσει γι’ αυτόν πως ήταν ένας νέος με ταλέντο οργανωτικό. Αυτό ήταν το ξεκίνημα μιας γνωριμίας που τελικά έγινε δεσμός ζωής». Ολες οι δουλειές της στο ελεύθερο θέατρο είχαν τη σφραγίδα του, όπως και οι περιοδείες που έκανε στο εξωτερικό με το Εθνικό Θέατρο.
Στις καλλιτεχνικές συναντήσεις της ξεχωριστή θέση κατέχουν οι ηθοποιοί που δηλώνει ότι θαύμαζε: «Μπορώ, δίχως κανένα δισταγμό, να πω ότι ο Χορν μαζί με τον Βεάκη και τον Μινωτή υπήρξαν, κατά τη γνώμη μου φυσικά, οι τρεις πιο ταλαντούχοι έλληνες ηθοποιοί από όσους γνώρισα όσον καιρό έχω παίξει στο θέατρο» αναφερόμενη στους άνδρες πρωταγωνιστές· αλλά και οι καλλιτέχνες που συνέβαλαν καθοριστικά στην προβολή του πολιτισμού της Ελλάδας στο εξωτερικό: Μελίνα Μερκούρη, Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης. Πρόσωπα και γεγονότα που σφράγισαν τη δική της πορεία στη ζωή και στο θέατρο αλλά και την πορεία του τόπου της περνούν με μυθιστορηματικό τρόπο μέσα από τις σελίδες του λευκώματος που φέρει το όνομά της. Για να καταλήξει σε μια εξομολόγηση:
«Πόσες φορές έχω σκεφθεί πως θα ήταν σοφό να είχα αποσυρθεί καμιά δεκαριά χρόνια νωρίτερα! Ακόμη και τώρα, όπου δεν παίζω και πηγαίνω να δω κάποια παράσταση ενός κλασικού έργου, υποφέρω. Υποφέρω για λογαριασμό των ηθοποιών που βγάζουν την ψυχή τους μπροστά στον θεατή. Ζω την αγωνία τους και αυτό με κάνει να σκέφτομαι πως, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω, στα χρόνια όπου είχα ξεκινήσει, και να αποφασίσω ξανά για το επάγγελμά μου, ποτέ, μα ποτέ, δεν θα διάλεγα την καριέρα του ηθοποιού».
Τις 39 σελίδες της αυτοβιογραφίας της ελληνίδας ηθοποιού συνοδεύουν 180 φωτογραφίες από θεατρικές παραστάσεις αλλά και από τη ζωή της. Το λεύκωμα προλογίζουν εννέα προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών που γνώρισαν ή/και συνεργάστηκαν με την κυρία Μανωλίδου. Πρόκειται για τον Αντώνη Σαμαράκη («Χαιρετισμός στην Οφηλία»), τον Τάσο Αθανασιάδη («Η Νεράιδα της γενιάς μου»), τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Πέτρο Χάρη, τον Δημήτρη Χορν, τον Μάριο Πλωρίτη («Ο “Παράδεισος” και η Βασούλα»), τον Οδυσσέα Ελύτη («Βασούλα Μανωλίδου», Πόρτο Ράφτη, 1994), τον Αλέξη Σολομό και τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Το βιβλίο συνοδεύεται από αναλυτική εργογραφία της ηθοποιού η οποία καλύπτει τα 50 χρόνια της σταδιοδρομίας της (1932-81), καθώς και από μια ανθολογία με τις κριτικές που γράφτηκαν σε ελληνικές και σε ξένες εφημερίδες για τους ρόλους της. Το λεύκωμα «Βάσω Μανωλίδου» εκδίδεται από το ΜΙΕΤ με την επιμέλεια του Μανώλη Κάσδαγλη και θα κυκλοφορήσει σε έναν μήνα περίπου. Θα συμπληρώνεται από μια προσφορά του Μάκη Μάτσα: ένα CD με τη φωνή της Βάσως Μανωλίδου από την τελευταία παράσταση, τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ, που ανέβηκε στις 18 Απριλίου 1980 από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη.



