Η Πλάκα, το Θησείο και η Ομόνοια είναι μερικές μόνο από τις περιοχές που είναι διάσπαρτες από παλιά ξενοδοχεία Γ’ και κάτω κατηγορίας. Η θέα στην Ακρόπολη είναι το ίδιο πανοραμική από το ξενοδοχείο «Διόσκουροι» ­ ίσως και περισσότερο ­ όσο και από το Athens Hilton. Από θόρυβο δεν θα ενοχληθείτε καθόλου, ενώ ο γραφικός του κήπος, σκεπασμένος με κληματαριές, θα νομίσετε πως ξεπήδησε από κάποια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’50.


Οι ξένοι τουρίστες, φορτωμένοι με σάκους στην πλάτη, που μπαινοβγαίνουν αδιάκοπα μας επαναφέρουν στην πραγματικότητα.


Οταν στέκεσαι στο μπαλκόνι του εν λόγω ξενοδοχείου στην Πλάκα, νιώθεις ότι μπορείς άνετα να περπατήσεις πάνω από τις σκεπές των σπιτιών και να φτάσεις στον Παρθενώνα.


Εν τούτοις είναι φανερό πως οι «Διόσκουροι» καθώς και τα υπόλοιπα ξενοδοχεία κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του ουσιαστικά δεν διαθέτουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι του κάθε… Ledra Marriot. Αλλως ειπείν, τα μεν και τα δε είναι ξενοδοχεία «δύο ταχυτήτων» και συνεπώς δύο διαφορετικών κόσμων. Οι «Διόσκουροι», το «Ελλάς», το «Κοσμοπολίτ», το «Hotel Macedonia» κ.ά. κινούνται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αργούς ρυθμούς. Οι επιβάτες τους, είτε ηθελημένα είτε λόγω των συνθηκών, αποφεύγουν να πατήσουν το γκάζι…


Στο Adam’s Hotel λόγου χάριν οι ενοικιαστές μένουν σε διαμερίσματα ή σουίτες, όπως τα αποκαλεί ο ξενοδόχος (που δεν συγκινείται από το αντιγουορχολικό τέταρτο επιμένει στην ανωνυμία του), με διακοσμητικά στοιχεία που θα λάτρευε και ο Αλμοδόβαρ. Ζητήστε το διαμέρισμα νούμερο 304 και θα πεισθείτε ιδίοις όμμασι. Οι καμένες λάμπες αποτελούν λεπτομέρεια ελάχιστης σημασίας για τους μισθωτές που πληρώνουν μόλις 4.000 δρχ. για ένα απλό δωμάτιο και μόνο… 10.000 δρχ. προκειμένου να κλείσουν την προαναφερθείσα σουίτα – διαμέρισμα.


Στην πλειονότητά τους πρόκειται για ξενοδοχεία με έτος ίδρυσης από το 1800 και μετά. Πολλά από αυτά γνώρισαν στο παρελθόν μέρες ακμής και αίγλης. Σήμερα, έχοντας περάσει στο στάδιο παρακμής, τους έχει απομείνει απλώς ένα όνομα που θυμίζει άλλες εποχές.


Οσο για αναμνήσεις από μεγαλεία περασμένα άλλο τίποτε. Ωρα να έχετε και έχουν να σας διηγηθούν άπειρες ιστορίες τόσο οι ξενοδόχοι όσο και κάποιοι από τους σταθερούς πελάτες. Οπως μας εκμυστηρεύεται η κυρία Βίκυ Χουδαλάκη, ιδιοκτήτρια του Acropolis House, μεγάλη αδυναμία στο περί ου ο λόγος ξενοδοχείο είχε ο Θέμης Ποταμιάνος. «Για δύο ολόκληρα χρόνια είχε κλείσει μια σουίτα, ενώ εκεί έμελλε να τον βρει και το τέλος της ζωής του», μας λέει η κυρία Χουδαλάκη αναπολώντας το παρελθόν.


Προτού γίνει το Acropolis House αυτό που είναι σήμερα ήταν για 140 χρόνια κατοικία. Διαθέτει μια υπέροχη βιβλιοθήκη και εξίσου θαυμάσιες τοιχογραφίες, στη θέα των οποίων οι ξένοι τουρίστες το μόνο που έχουν να πουν είναι… «Fantastic». Το Acropolis House έχει μεγάλη απήχηση στους Αμερικανούς, οι περισσότεροι δε είναι καθηγητές πανεπιστημίου, συγγραφείς και καλλιτέχνες. «Τούτο είναι το σπίτι μου στην Ελλάδα και το 107 είναι το δωμάτιο που προτιμάω», ομολογεί ο κύριος Α. Πράτελ, καθηγητής Βιολογίας στην Καλιφόρνια. Επίσης φοβερή ζήτηση έχουν τα δωμάτια 402 και 407 που βλέπουν στην Ακρόπολη.


«Πολλοί επαρχιώτες ­ οι περισσότεροι από τη Ρόδο και την Κρήτη ­ αναγνωρίζουν στο Κοσμοπολίτ ένα μοναδικό οικογενειακό περιβάλλον. Οποιος έρχεται για μια μέρα κάθεται τελικά δύο», δηλώνει με περισσή υπερηφάνεια ο ιδιοκτήτης του Κοσμοπολίτ, κύριος Στέλιος Κογκελάκης. Πράγματι στο καφενείο όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα. Οι ενοικιαστές έπαιζαν τάβλι πίνοντας το ουζάκι τους ή χάζευαν την ασπρόμαυρη τηλεόραση. Ακριβώς δηλαδή όπως θα περνούσαν τη μέρα τους αν είχαν μείνει στην πόλη τους αντί να έρθουν στην Αθήνα για δουλειές.


Κλείνοντας πίσω μας την πόρτα του καφενείου και προτού προλάβουμε καλά καλά να συνέλθουμε από την κάπνα και τη βαβούρα, ο ήχος ενός βιολιού μας εκπλήσσει και μας τραβάει κυριολεκτικά από τα αφτιά στον 4ο όροφο. Χτυπήσαμε την πόρτα του μελωδικού δωματίου αλλά προς απογοήτευσή μας ο Βαλέριος δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός. Μάλλον φοβισμένος μοιάζει ενώ είναι περιττό να συμπληρώσουμε ότι δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται καθόλου με το θέμα τού εν λόγω ρεπορτάζ.


Πιο συγκεκριμένα, όχι μόνο δεν συμμερίζεται την άποψή μας για τον χώρο στον οποίο ζει αλλά μας κοιτάζει λες και είμαστε από άλλο πλανήτη. Η δική του σκληρή καθημερινή πραγματικότητα προφανώς δεν του «επιτρέπει» να ασχοληθεί μαζί μας. Εξάλλου διακρίνουμε στο πρόσωπό του και μια μικρή αμηχανία. Ο Βαλέριος από την Βόρειο Ηπειρο είναι 15 χρόνων και έχει μόλις γυρίσει από το μεροκάματό του. Το μόνο λοιπόν που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε στην ησυχία του.


Επόμενος σταθμός της διαδρομής μας είναι το Hotel Ελλάς. Πρόκειται για ένα ξενοδοχείο ηλικίας 100 ετών με τρεις ορόφους και 40 δωμάτια. Το βλέμμα μας συναντά αμέσως μια υπέροχη στριφογυριστή σκάλα και ένα κρεμαστό σκοινί που λειτουργεί σαν ασανσέρ για τα κλειδιά… Εκτός από τους Ελληνες της επαρχίας διαμένουν πολλοί τουρίστες, κυρίως Ιταλοί και Ανατολίτες. Η καμαριέρα Βίκυ Στάθου μοιάζει καταπληκτικά στη Ρένα Βλαχοπούλου. Οταν της το λέμε μας απαντάει γεμάτη χαρά που «επιτέλους κάποιος αναγνώρισε την υποκριτική φύση της» και υποστηρίζει πως έχει ντουμπλάρει τη γνωστή ηθοποιό πολλές φορές. Δέχεται να μας ξεναγήσει στον αναμφισβήτητα δικό της χώρο του δευτέρου ορόφου: στον πλατύ διάδρομο που περπατάμε ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ψυχρός και σκοτεινός ενώ οι πόρτες παραμένουν ερμητικά κλειστές. Βρισκόμαστε στην πιο θορυβώδη περιοχή της Αθήνας και όμως ο μόνος θόρυβος εδώ είναι εκείνος της φωτογραφικής μηχανής. Σχεδόν σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος.


Σε λίγο η διαδρομή μας τελειώνει. Είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν κόσμο ιδιαίτερα σύνθετο και ξεχωριστό. Με τα μυστικά και τις αντιφάσεις του. Η παρατήρηση των περαστικών που περνούν είναι χαρακτηριστική: μερικοί χαζεύουν ή και θαυμάζουν τη γραφική αρχιτεκτονική των παλιών ξενοδοχείων ενώ αρκετοί στρέφουν το βλέμμα τους αλλού όταν η «κακή αισθητική» τους προκαλεί αρνητικές σκέψεις.


Για τους ιδιοκτήτες τα κτίρια αυτά είναι ασφαλώς η περιουσία τους και δεν είναι τυχαίο πως για τους περισσότερους από αυτούς θεωρείται ατού το ξενοδοχείο τους να διαθέτει αιρ κοντίσιον. Οσον αφορά τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους ταξιδιώτες, οι χώροι αυτοί δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από μια στέγη και τέσσερις τοίχους που περικλείουν τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τους στόχους τους.


Ως γνωστόν, όποιος θέλει να προσδιορίσει την ταυτότητα ενός ξενοδοχείου δεν έχει παρά να ξεφυλλίσει το βιβλίο εντυπώσεων. Η υπογραφή σε αυτά τα βιβλία είναι το τελευταίο πράγμα που κάνει ο ενοικιαστής προτού αφήσει το ξενοδοχείο αποχαιρετώντας ουσιαστικά έναν χώρο που για κάποιο χρονικό διάστημα ήταν δικός του. Και επειδή τα ξενοδοχεία συνιστούν ένα ζωντανό οργανισμό, μη χάσετε την ευκαιρία να διαβάσετε το στίγμα που αφήνουν τα κύτταρά του.


Στο κείμενο που ακολουθεί σας παρουσιάζουμε τον αποχαιρετισμό της Μυρτώς που είναι γραμμένος στο βιβλίο εντυπώσεων του Acropolis House: «Οταν ο πατέρας μου είπε πως θα με πήγαινε σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο, εγώ φαντάστηκα ότι θα ήταν ένα ξενοδοχείο πολυτελείας με μοντέρνα δωμάτια. Ομως ξεγελάστηκα. Επεσα πάνω σε ένα άλλο αριστούργημα. Στην αρχή μου φάνηκε σαν ένα παλιό αρχοντικό σπίτι, αλλά ο πατέρας μου είπε: Ε, πού πας; φτάσαμε. Πού να βρεθεί άλλο τέτοιο όμορφο ξενοδοχείο στην Αθήνα; Ηταν τέτοια η ομορφιά του που μου προκαλούσε έκπληξη. Μέρα με τη μέρα το συνήθισα και δεν μου προκαλούσε θαυμασμό. Κάθε μα κάθε φορά που κατεβαίναμε κάτω για να πιούμε το γάλα μας ο πατέρας μου έλεγε: Κοίτα, Μυρτούλα, τι όμορφοι τοίχοι. Βέβαια οι τοίχοι ήταν πολύ ωραίοι, αλλά άμα σου λένε συνέχεια κοίτα, Μυρτούλα, τι όμορφοι τοίχοι, νευριάζεις».