Επιστήθιος συνεργάτης του πρωθυπουργού κ. Κ. Σημίτη είναι, ως γνωστόν, ο Νίκος Θέμελης. Μάλιστα η αναγγελία πρόωρων εκλογών για τις 9 Απριλίου πρέπει να τον έφερε προσωρινά στη θέση του καβαφικού ποιητή Φερνάζη, που ενώ «σπουδαίον μέρος του επικού ποιήματός του κάμνει» εισβάλλουν οι Ρωμαίοι και του χαλούν τα λογοτεχνικά σχέδια, τραβώντας αλλού την προσοχή των συμπολιτών του. «Ατυχία!» θα πρέπει ίσως να σκεφτόταν με τη σειρά του ως νέος Φερνάζης ο Θέμελης, μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, αφού το βιβλίο του βρισκόταν ήδη στο τυπογραφείο και η έκδοσή του είχε προγραμματισθεί για τα μέσα Μαρτίου. Εν τούτοις, παρά την «αναβολή στα σχέδιά του», το οριακό πλην αίσιο αποτέλεσμα που έδωσαν οι κάλπες για το «εκσυγχρονιστικό» ΠαΣοΚ επιτρέπει στον συγγραφέα να εορτάσει προσωπικά την κυκλοφορία του βιβλίου του μέσα στην ευφορική για το κυβερνών κόμμα ατμόσφαιρα των επινικίων.
Η Ανατροπή είναι το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που έρχεται μετά την Αναζήτηση του 1998 και δικαιώνει όσους διέκριναν εύρωστη λογοτεχνική φλέβα στην ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου που επικουρεί τον Πρωθυπουργό στις διπλωματικές μάχες κορυφής των τελευταίων χρόνων και θεάται συχνά να γράφει στα χαρτιά του στο αεροπλάνο της επιστροφής. Η Ανατροπή είναι μια εξαιρετικά φιλόδοξη μυθιστορηματική σύνθεση, ένα πολυάνθρωπο πανόραμα που εκτυλίσσεται στο γύρισμα του 19ου αιώνα και εγγράφεται στο γεωγραφικό τόξο Τεργέστη – Σιάτιστα – Θεσσαλονίκη – Οδησσός, με βραχείες εξακτινώσεις στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας αναπτύσσει ένα από τα αφηγηματικά νήματα που είχε αφήσει μετέωρα στο προηγούμενο βιβλίο του. Καταγράφει την ιστορία του πατέρα του ήρωα της Αναζήτησης, του Νικολή εφέντη (στον οποίο είναι αφιερωμένη η Ανατροπή), που άφησε την οικογένειά του για να κλεφτεί με την κόρη του καλύτερου φίλου του. Η γραμμή υπο-πλοκής που είχε μείνει μετέωρη στο πρώτο βιβλίο αναπτύσσεται πλήρως στο δεύτερο αν και ο αφηγηματικά εφευρετικός Θέμελης επιλέγει ως δίαυλο εστίασης της ιστορίας όχι τον πατέρα του Νικόλα, Θωμά, αλλά το αντικείμενο του πόθου του, την Ελένη. Η αλλαγή οπτικής γωνίας δεν αφορά μόνο την αφηγηματική γραμμή αλλά και την κεντρική συνείδηση από την οποία διαθλώνται τα γεγονότα που αυτή τη φορά είναι γυναικεία και στην πορεία εξατομικεύεται πλήρως.
Με την Ελένη ο Θέμελης κομίζει στη νεοελληνική γραμματεία μια μοναδική θηλυκή φιγούρα, στην προσωπική διαδρομή της προς την αυτοσυνείδηση. Η ανίχνευση της γενεαλογίας της Ανατροπής είναι σαφώς δυσχερέστερη, διότι το ύφος του συγγραφέα έχει πλέον «δέσει», κρύβοντας μέσα στο ποικίλο και χρωματιστό σώμα του τα συστατικά του. Ως υπόθεση εργασίας θα μπορούσε να αναφέρει κανείς την Πηνελόπη Δέλτα από το έργο της οποίας όμως απουσιάζει το ερεβώδες ψυχαναλυτικό υποσυνείδητο που συχνά αγγίζει ο Θέμελης ζωντανεύοντας την Ελένη (και βεβαίως η πολυπολιτισμική διάσταση του διάκοσμου). Γόνιμη θα ήταν και η συγκριτική προσέγγιση με τις ηρωίδες στο Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή που είναι όμως μικροαστές, και όχι αρχόντισσες του μακεδονικού Βορρά, και εμφανίζονται εγκλωβισμένες στον εσωτερικό τους μονόλογο, ενώ ο Θέμελης επιλέγει τον πιο ευρύχωρο λόγο του παντεπόπτη αφηγητή.
Η αφηγηματική φορά του μυθιστορήματος ορίζεται από τη φυγή προς τα μπρος (μια κλασική «flucht nach vorn», κατά τη στερεότυπη έκφραση που ίσως θα άρεσε στον γερμανομαθή συγγραφέα) του παράνομου ζεύγους Θωμά – Ελένης αφού, κατά την έκφραση του ποιητή, «είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε την πρώτη πράξη, αλλά μετά είμαστε σκλάβοι». Ο προοδευτικός σαραντάρης άνδρας και η ζωντανή νέα γυναίκα, πλάσματα αμφότεροι του ελληνικού Διαφωτισμού ως προς το πνευματικό ήθος, φεύγουν κινούμενοι από το πάθος τους προς Ανατολάς για να εγκατασταθούν στην Οδησσό στην πραγματικότητα όμως παρασύρονται από το κύμα της Ιστορίας που φουσκώνει. Θα το νιώσουν και οι ίδιοι αρκετές φορές και δεν είναι λίγα και τα πρόσωπα-μαντατοφόροι, όπως ο κομμουνιστής θαυμαστής της Ελένης, Κόλιας, ή ο υπάλληλος στην επιχείρηση του Θωμά, Νικανόρ το κύμα όμως θα τους συντρίψει πραγματικά στην εξέγερση του Ποτέμκιν το 1905, που ο Θωμάς θα την πληρώσει με τη ζωή του.
Το ζεύγος ζει στις χρονικές παρυφές της περιόδου της αισιοδοξίας και της προόδου που γνώρισε η Ευρώπη τα ύστερα 40 χρόνια του 19ου αιώνα. Εν τούτοις η κατά Χομπσμπάουμ «εποχή των άκρων» ρίχνει βαριά τη σκιά της στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου. Στην εξέγερση του 1905 οι ήρωες χάνουν την ειδυλλιακή εξατομίκευσή τους γινόμενοι υποκείμενα μιας ταξικής πάλης που, είτε αισθάνονται ότι τους αφορά είτε όχι, προβάλλει επάνω τους δεδομένους ρόλους καταστρέφοντας την ως τότε ηθική τάξη. Η εμπροσθοβαρής κίνηση της Ιστορίας μετατρέπει τα πρόσωπα σε αθύρματα (είτε πρόκειται για τον θάνατο του πρωτότοκου γιου του ζεύγους Ευάγγελο στο πλαίσιο του Μακεδονικού Αγώνα είτε για την εμπλοκή του τροτσκιστή Κόλια στις σταλινικές εκκαθαρίσεις στο τέλος) και τα εξολοθρεύει. Μόνο η Ελένη αγγίζεται από τη φωτιά αλλά επιβιώνει, εναργής μάρτυρας μιας εποχής που σαρώνει τις βεβαιότητες της λογικής. Είναι το μόνο πρόσωπο του βιβλίου που θα βρει την Ιθάκη του, καταφθάνοντας τελικά στον Πειραιά, «μόνο 63 χρόνων» αν και η επιστροφή της ως ναυαγού της Ιστορίας στα ελλαδίτικα σύνορα ενέχει σαφώς ένα γλυκόπικρο στοιχείο στα μάτια του αναγνώστη.
Η Ανατροπή χαρακτηρίζεται από μια ευρυγώνια σκόπευση, η οποία εντάσσει άνετα τα κεντρικά (καθώς και τα πιο δεύτερα) πρόσωπα στα μείζονα ιστορικά γεγονότα, αλλά συγχρόνως συνεπαίρνει στη διαρκή κίνησή της και τον αναγνώστη. Το βιβλίο «τρέχει» αβίαστα από το πρώτο κεφάλαιο, όταν ο συγγραφέας επιδεικνύει με αυτοπεποίθηση την αφηγηματική μαεστρία του ακολουθώντας κινηματογραφικά τη σκυταλοδρομία που μεταφέρει την είδηση της παραίτησης του Πατριάρχη στους δρόμους της Τεργέστης, «μέρες του 1884». Το πραγματικό συνεκτικό στοιχείο του όμως δεν είναι η κίνηση αλλά ένας ιδιαίτερος τόνος συγκίνησης που ξεσπάει στις κρίσιμες στιγμές.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την Αναζήτηση και την Ανατροπή ο Θέμελης έχει ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια τριλογία, της οποίας αναμένεται το τελικό τμήμα. Προσοχή όμως στις παρεξηγήσεις. Οι χρόνοι των βιβλίων δεν είναι συνεχείς και γραμμικοί, αλλά διασταυρούμενοι και παράλληλοι λίγο σαν τα δύο ρολόγια του Θωμά, που το ένα το παίρνει μαζί του και το άλλο το αφήνει στον γιο του Νικόλα (μόνο ενθύμιο από τον πατέρα του) προτού εγκαταλείψει την πρώτη οικογένειά του για να φύγει με την Ελένη. Ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο με την προσδοκία του χρόνου που τρέχει σε ένα μεταφορικό τρίτο ρολόι.
* Το μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη κυκλοφορεί εντός της εβδομάδος.



