“Θέλω να δημιουργώ παρέες”





Μεγάλωσε ακούγοντας τραγούδια που κάλυπταν το φάσμα από τον Νίκο Γούναρη ως τα δημοτικά, τα ρεμπέτικα και ακόμα πιο πέρα. Ο Μπάμπης Τσέρτος δεν υπήρξε καλός φοιτητής στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γιατί τότε ήταν που άρχισε να τον κατατρώει η μουσική. Το μπουζούκι και τα ρεμπέτικα μπήκαν στο ημερήσιο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα και τον αποπροσανατόλισαν από οποιοδήποτε άλλο στόχο. Αρχισε να παίζει ερασιτεχνικά για το κέφι του και για το κέφι των συμφοιτητών του και ούτε που κατάλαβε για πότε έγινε επαγγελματίας τραγουδιστής και βρέθηκε το ’84 να τραγουδάει μαζί με τον Μπάμπη Γκολέ, σε μια χρονική στιγμή που το ρεμπέτικο ζούσε τη δεύτερη μεγάλη του Ανοιξη. Οι συνεργασίες που ακολούθησαν σταθεροποίησαν τη θέση του στον χώρο της νύχτας: Δούλεψε με την Καίτη Γκρέυ, την Αννα Χρυσάφη, τον Σκαρπέλη, τον Χοντρονάκο, τον Τάκη Μπίνη, τη Σωτηρία Μπέλλου, αλλά και με νεότερους όπως η Γλυκερία, ο Μανώλης Μητσιάς, η Βίκυ Μοσχολιού. Στη δισκογραφία μπήκε αργότερα, το ’92, γιατί ο ίδιος δεν αισθανόταν ασφαλής να το επιχειρήσει νωρίτερα. Εν τούτοις το πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι του έκανε αίσθηση, ήταν το «Πίνω και μεθώ» που παιζόταν σε όλα τα προγράμματα των κέντρων της εποχής.


Σήμερα αν προσέξει κανείς τη δισκογραφία του Μπάμπη Τσέρτου θα διαπιστώσει ότι το ρεπερτόριό του είναι κυρίως επανεκτελέσεις γνωστών παλαιών τραγουδιών. Κίνηση που εξασφαλίζει ελευθερία στον τραγουδιστή αφού δεν εξαρτάται από την καινούργια ­ και κατά γενική ομολογία προβληματική ­ παραγωγή τραγουδιών. «Τραγουδάω από παραδοσιακά μέχρι αρχοντορεμπέτικα. Το θεωρώ δύσκολο και εύκολο ταυτόχρονα. Το εύκολο είναι ότι έχεις μια βάση, το δύσκολο είναι να καταφέρεις να βγάλεις τον εαυτό σου και τη δική σου ερμηνεία μέσα από ένα γνωστό, και τις περισσότερες φορές αγαπημένο, υλικό τραγουδιών» εξηγεί ο Μπάμπης Τσέρτος.





­ Σας γοητεύει αυτή η περιπέτεια;
Ρισκάρετε κάθε φορά τη φήμη σας έχοντας απέναντί σας μια ερμηνεία που έχει δικαιωθεί από τον χρόνο;


«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ έτσι. Ο,τι μου αρέσει, όποιο τραγούδι με συγκινεί, το ερμηνεύω με τον δικό μου τρόπο, φαντάζομαι. Στην αρχή βέβαια πάντα μιμείσαι κάποιον. Εχεις μια φωνή μέσα σου. Και ειδικά τις μεγάλες φωνές και τους παλαιότερους τραγουδιστές, τον Μπιθικώτση φερ ειπείν και τους άλλους. Πάντα όταν τραγουδάω έχω μέσα μου τις ερμηνείες τους, αλλά τελικά είναι η δική μου φωνή που ακούγεται. Μελετάω τις φωνές, μαθαίνω τραγούδια πάνω στις φωνές που μου αρέσουν. Δεν μπορείς να τραγουδήσεις Μπιθικώτση και να μην “πατήσεις” στην αρχή πάνω του».


­ Και πώς τελικά η ερμηνεία σας δεν καταλήγει μιμητική προς κάποια άλλη;


«Δεν το κάνω συνειδητά. Νομίζω ότι το ηχόχρωμα της φωνής μου είναι τέτοιο, ίσως. Οταν τραγουδάω αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο».


­ Στον πρόσφατο δίσκο σας («Το μερακλήδικο πουλί»), ενοποιείτε διαφορετικές εποχές, τεχνοτροπίες και συναισθήματα. Αρκεί μόνο η φωνή για να ισορροπήσει τόσο διαφορετικά μεταξύ τους τραγούδια;


«Δεν ξέρω, για μένα πάντως, ίσως επειδή έχω μεγαλώσει με διαφορετικά ακούσματα, υπάρχει ενότητα. Παρ’ ότι οι μορφές αλλάζουν, τα συναισθήματα δεν αλλάζουν. Νομίζω ότι η ελληνική λαϊκή μουσική με όλη την ευρύτητα που τη διακρίνει, τελικά έχει μια οργανική ενότητα. Εν τω μεταξύ, τα τραγούδια του δίσκου τα έχω δοκιμάσει χρόνια στο πάλκο που δουλεύω και βλέπω ότι ο κόσμος δεν έχει πρόβλημα να περνάει από το ένα είδος στο άλλο».


­ Υπάρχει ένα τραγούδι το «Αχ μικρό μελαχρινό», που είναι του ’36, δίπλα σε ένα της Βάσως Αλαγιάννη του ’90. Το ένα θέλει κρασί, το άλλο ουίσκι. Δεν σας ενοχλούν τόσο μεγάλες χρονικές αποστάσεις;


«Με ευχαριστούν, θα έλεγα. Ούτε τον κόσμο ενοχλούν νομίζω. Κάποιοι ειδικοί λένε συχνά: “Γιατί δεν κάνεις έναν δίσκο που να έχει μόνο παραδοσιακά ή μόνο ρεμπέτικα; ” Είναι μια άποψη σεβαστή. Εγώ πάντως ό,τι παρουσιάζω στο μαγαζί, αυτό παρουσιάζω και στους δίσκους».


­ Η παράδοση στην οποία έχετε υποκλιθεί έχει γίνει μόδα τελευταία. Συμφωνείτε με τις νέες ενορχηστρώσεις με τις οποίες η παράδοση παρουσιάζεται ή προτιμάτε την αυθεντική αναπαραγωγή τραγουδιών;


«Οι νέοι σπουδάζουν την παλιά μουσική και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Βεβαίως δεν πρέπει να μείνει κανείς εκεί. Η νέα γενιά τα έχει όλα στα χέρια της και μπορεί να πατήσει στην παράδοση για να βγάλει κάτι καινούργιο. Το ζητούμενο είναι να εκφραστούν νέοι άνθρωποι με τις καινούργιες συνθήκες».


­ Και το δημοτικό όμως και το ρεμπέτικο έχουν υποφέρει από τις καινούργιες συνθήκες.


«Αν μελετάς αυτά που αγαπάς θα βρεις τα στοιχεία εκείνα που κάθε φορά χρειάζονται για να τα πλουτίσεις από τις παλιές γενιές. Αν δεν τα προσεγγίζεις με αγάπη και σεβασμό θα κάνεις πράγματα που θα σου πει κάποιος άσχετος, να βάλεις ντραμς επειδή η εποχή θέλει εντάσεις π.χ. Ετσι χάνεται τελείως η σχέση με αυτά τα είδη».


­ Διαπιστώνετε κάποια διαφορά στον τρόπο που ψυχαγωγείται ο κόσμος σήμερα σε σχέση με παλιότερες εποχές;


«Στα μαγαζιά που έχω δουλέψει ο κόσμος έχει τις ίδιες αντιδράσεις. Στους μικρούς χώρους που εγώ δουλεύω διασκεδάζει μια άλλη Ελλάδα. Καμιά σχέση με αυτήν που προβάλλουν τα ΜΜΕ».


­ Υποθέτω ότι δεν σας ενοχλεί να τραγουδάτε και οι άλλοι να χορεύουν ή να τρώνε.


«Οχι. Το λαϊκό τραγούδι τα προϋποθέτει αυτά για να είναι ζωντανό. Θεωρώ αρνητική την εμμονή μερικών νέων συναδέλφων μου που θέλουν νεκρική σιγή όταν τραγουδούν. Δεν λειτουργεί έτσι το λαϊκό».


­ Μήπως αυτοί οι τραγουδιστές που λέτε έχουν υπερεκτιμήσει τη θέση τους; Τι είναι τελικά το τραγούδι για σας;


«Το τραγούδι θέλει ψυχή. Να βγάζει συναίσθημα, να φτιάχνει παρέες. Το σημαντικό που θεωρώ ότι έχω κατακτήσει όσα χρόνια τραγουδάω είναι το γεγονός ότι μου αρέσει και μπορώ να δημιουργώ παρέες. Αυτό μου είναι αρκετό».