Το πέρασμα στην επόμενη χιλιετία και στον νέο αιώνα, που δικαιωματικά της ανήκει, δίδει πλείστες αφορμές για μεγάλες, στη σύλληψη και στην εκτέλεση, εκθέσεις που αφορούν τη χρονολογική ταξινόμηση ή τοποθέτηση των πραγμάτων των σχετικών με την τέχνη των εικαστικών. Αναγνωρίζοντας ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα η προσέγγιση των αντικειμένων καθημερινής χρήσης («things») μέσα από την τέχνη προέκυψε ως τόσο σημαντική όσο σχεδόν η αφαίρεση στην εποχή μας το Haus der Kunst (Οίκος της Τέχνης) του Μονάχου θέτοντας το γερμανικό πνεύμα στην υπηρεσία των υλικών αγαθών παρουσιάζει την έκθεση «Αντικείμενα στην τέχνη του 20ού αιώνα», ενώ βορειότερα, στο Αννόβερο, ο περιηγητής του Μουσείου Kestner θαυμάζει την ευρηματικότητα και τους design προβληματισμούς των δημιουργών μιας τέχνης που προέκυψε και εκτίθεται υπό τον τίτλο «Εκατό χρόνια design».
Το «πραγματικό» και το «αφηρημένο» στην τέχνη αναπτύχθηκαν σχεδόν παράλληλα όπως είχε ήδη προβλέψει ο Kandinsky από το 1911. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης δεν αποτελούσαν πια μέρος της εικαστικής αποτύπωσης της πραγματικότητας ούτε αποτελούσαν γλυπτικές εμπνεύσεις σε ποικιλία υλικών όπως στους προηγούμενους αιώνες. Καταργώντας την τρισδιάστατη ιδιότητα, συνηθισμένα αντικείμενα χωρίς κάποια αλλοίωση μετατρέπονταν σε τέχνη. Η έκθεση του Μονάχου παρουσιάζει τα πιο σημαντικά στάδια της μεταποίησης των συνηθισμένων ή ευτελών υλικών σε έργα τέχνης που παίζουν με τις ψευδαισθήσεις και κλείνουν το μάτι στις αισθήσεις.
Το παιχνίδι με τα σύμβολα
Οι ρίζες της «τέχνης των αντικειμένων» ανάγονται στον κυβισμό και ιδιαιτέρως στα κολάζ του Picasso και του Braque από το 1912-14. Αυτές οι μικρές κυβιστικές εξαιρέσεις, που υπογραμμίζουν την αισθησιακή δομή των πραγμάτων, αντανακλούν μια διττή καλλιτεχνική προσέγγιση: κατ’ αρχήν, το ενδιαφέρον για το αισθησιακό μέρος της ποιότητας των υλικών, των επιφανειών, των χρωμάτων και την πρωτοτυπία της σύνθεσης· δευτερευόντως αποκαλύπτουν ένα διανοητικό παιχνίδι με τα σύμβολα, τις λέξεις και την ψευδαίσθηση που ανακατεύει τα επίπεδα της πραγματικότητας σαν τα πολύχρωμα χαρτιά μιας τράπουλας. Αυτές οι δύο προσεγγίσεις αισθησιακή και διανοητική επηρέασαν τις κυρίαρχες τάσεις της «τέχνης των αντικειμένων» στον 20ό αιώνα.
Ενα «αντικείμενο» προσκολλημένο στο αισθησιακό στοιχείο απευθύνεται στις αισθήσεις, κυρίως σε αυτήν της αφής και όπως στη ζωγραφική σε αυτήν της όρασης. Υπάρχει μια αφομοιωτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα καθημερινά αντικείμενα και στην παραδοσιακή ζωγραφική και γλυπτική όταν αυτά συνυπάρχουν σε συνθετικές δουλειές ή εγκαταστάσεις (installations). Η παράδοση αυτή από τον κυβισμό και την ποικιλία του Iwan Puni, μέσω του Jim Dine και του Robert Rauschenberg οδήγησε στους John Μ. Armleder, Jessica Stockholder και Franzwest. Με την αφομοίωση των πραγματικών αντικειμένων η ζωγραφική ξανακέρδισε το ρεαλιστικό περιεχόμενο που κινδύνεψε να απολέσει εξαιτίας του ανταγωνισμού της με τον άυλο κόσμο της φωτογραφίας και της ηλεκτρονικής εικόνας των μέσων.
Μετά την ανακάλυψη και την ευρύτατη χρήση της φωτογραφίας, το χρώμα ως απτό υλικό μιας επιφάνειας απέκτησε τρομερή σπουδαιότητα. Η pop art, με επιρροές από τον κυβισμό και το ready-mades, αναδύθηκε από τη συντριπτική δημοτικότητα της τηλεόρασης στα νοικοκυριά της Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης και ανέδειξε με έμφαση τη χυδαιότητα των «αντικειμένων» έτσι όπως αυτά προβάλλονταν από τα μέσα ενημέρωσης. Αντιθέτως, οι nouveaux realistes (νεορεαλιστές) από τη Γαλλία, όπως και οι συνάδελφοί τους ιταλοί καλλιτέχνες της arte povera, θέλησαν να συνδέσουν την κοινοτοπία των αντικειμένων με την προβιομηχανική καταγωγή τους και επεδίωξαν να αντιμετωπίσουν τον κόσμο των ΜΜΕ μέσα από μια διαδικασία ενηλικίωσης της ατομικής ιστορίας των αντικειμένων. Ο Joseph Beuys και όσοι ενστερνίστηκαν το κίνημα Fluxus ενσωμάτωσαν αντικείμενα στη δουλειά τους με τον ίδιο τρόπο. Θέλησαν να αναδείξουν την ανώνυμη μαζική παραγωγή αντικειμένων σε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής ενσωματώνοντας τα αντικείμενα αυτά σε performances (δρώμενα) ή, τουλάχιστον, μέσα από τα ίχνη που άφηνε η καθημερινή τους χρήση. Ως συμμετέχοντες ενός καλλιτεχνικού δρώμενου, τα αντικείμενα έστω και προσωρινά απέκτησαν την ιδιότητα του υποκειμένου. Μια σύγχρονη ματιά θα δείξει ότι τα εκθέματα αυτά λειτουργούν σαν λείψανα των fluxus happenings και σαν επεξηγήσεις του παρελθόντος καλλιτεχνικού ρεύματος (George Brecht, Wolf Vostell, Allan Kaprow, Al Hansen).
Το πραγματικό και το φανταστικό
Τα «αντικείμενα» βρίσκουν τρόπους να αναγεννιούνται, γίνονται ενεργητικά (George Segal, Dick Higgins, Bernhard και Anna Blume), αποδεικνύονται μάρτυρες της ανθρώπινης δραστηριότητας και των ιστοριών της (Daniel Spoerri, Sophie Calle) ή παίρνουν ένα οργανικό σχήμα που υποδηλώνει τη φιγούρα του ανθρώπου ή του ζώου (Claes Oldenburg, Hans Hemmert).
Η σύλληψη και ο συμβολισμός των «αντικειμένων» στην τέχνη άρχισε από τον Marcel Duchamp του οποίου οι εκθέσεις αντικειμένων καθημερινής χρήσης σε πρωτότυπη κατάσταση δημιούργησαν σύγχυση στον χώρο της τέχνης. Στο έργο του Duchamp, όπως και σε αυτό του Man Ray ή του Francis Picabia, το «αντικείμενο» ανάγεται σε φετίχ, μια αναφορά στην αντικειμενική απουσία της επιθυμίας ή, τελικώς, στην ίδια την επιθυμία.
Σε αντίθεση με τους Jasper Johns, Robert Rauschenberg, Jim Dine και ιδιαιτέρως τον Claes Oldenburg, του οποίου το ενδιαφέρον για το «αντικείμενο» εστιάζεται στις αισθησιακές ποιότητες και στη σχέση του με το ανθρώπινο σώμα, οπαδοί του κινήματος της pop art με τον Andy Warhol επικεφαλής, απομόνωσαν και εξύμνησαν τα «αντικείμενα» των διαφημίσεων.
Το «αντικείμενο» από εδώ και στο εξής υφίσταται ως καταναλωτικό προϊόν. Η αναπαραγωγή ενός προϊόντος στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, και όχι η υλική του υπόσταση, είναι στην πραγματικότητα το σημείο εκκίνησης για τους καλλιτέχνες της pop art. Το υλικό υποκείμενο κυριολεκτικά εξαφανίζεται πίσω από τη συσκευασία του και είναι παρόν μόνο στη φαντασία ως πραγματικά απόν.
Από τη στιγμή που τα «αντικείμενα» με δυσκολία αναγνωρίζονται λόγω της αναπαραγωγής τους στα μέσα ενημέρωσης, βαθμιαία αντιλαμβανόμαστε όλο και λιγότερο τη διαφορά ή, στην πραγματικότητα, την αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό.
Τα «αντικείμενα» που τόσο μαζικά βρήκαν τον δρόμο τους στην τέχνη του ’80 και του ’90 είναι απομιμήσεις προϊόντων ψευδαισθήσεων και μιας μη αυθεντικής πραγματικότητας. Ο,τι απομένει είναι η ψευδαίσθηση της ψευδαίσθησης, όχι και τόσο διαφορετική από την κλασική τέχνη που προσπάθησε με τις δικές της ζωγραφικές και πλαστικές έννοιες να μιμηθεί την πραγματικότητα, με τον δικό της τρόπο επίσης.
Πληροφορίες:
Η έκθεση «Αντικείμενα στην τέχνη του 20ού αιώνα» («Things In ΧΧ Century Art») παρουσιάζεται στο Haus der Kunst του Μονάχου. Διάρκεια: από 2.9.2000 ως 19.11.2000.



