Το υδάτινο μονοπάτι των αγγέλων
Ακόμη και οι άγγελοι θα έκαναν μια στάση στο ουράνιο ταξίδι τους για να θαυμάσουν τους καταρράκτες της Βικτωρίας, έγραψε ο Λίβινγκστον όταν το 1855 αντίκρισε τους καταρράκτες πλάτους 1,7 χιλιομέτρου και ύψους 107 μέτρων που σχηματίζει ο ποταμός Ζαμβέζης. Πρόκειται για ένα θαύμα της φύσης. Ο ουρανός προσκυνά το νερό μέσα από τα ουράνια τόξα, στα χρώματα της ίριδας, που σχηματίζονται από τις αχτίδες του στη Γη και την αφρόσκονη. Ουράνια τόξα στη Γη, άρα επίγεια τόξα. Ολες οι αισθήσεις συμμετέχουν σε αυτόν τον παράδεισο. Αυτόν τον επίγειο πραγματικό παράδεισο για να τον αγγίξω και να τον γευθώ χρειάστηκε να περάσω από γολγοθά.
Βρίσκομαι στην πρεσβεία της Ζιμπάμπουε στο Βίντχουκ, στην πρωτεύουσα της Ναμίμπιας. Ζητώ από τον ακόλουθο της πρεσβείας βίζα για να πάω στη Ζιμπάμπουε. «Δεν χρειάζεστε βίζα για να πάτε στη Ζιμπάμπουε» είναι η απάντησή του. Επιμένω ότι με τη Συνθήκη Σένγκεν οι Ελληνες χρειάζονται βίζα για τη Ζιμπάμπουε. «Ξέρω πολύ καλά τη δουλειά μου» αναφώνησε νευριασμένα. Επιμένω ξανά να μου δώσει βίζα ή έστω ένα έγγραφο που να αναφέρει ότι οι Ελληνες δεν έχουν ανάγκη βίζας για να μεταβούν στη Ζιμπάμπουε. Τελικά έπειτα από πολύ κόπο ο ακόλουθος αποφάσισε να βγάλει από το συρτάρι του ένα τουριστικό φυλλάδιο που ανέφερε ποιες χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, δεν χρειάζονται βίζα για τη Ζιμπάμπουε. Ανακουφίστηκα παίρνοντάς το και έφυγα, χωρίς να ρίξω μια ματιά να δω από πότε ήταν αυτό το φυλλάδιο.
Η πρόσβαση
Υστερα από ένα μήνα πλούσιο σε τοπία μοναδικά, ζώα άγνωστα, πουλιά μαγικά, φυλές πρωτόγνωρες, τόσο στη Ναμίμπια όσο και στην Μποτσουάνα, το ταξίδι θα συνεχιζόταν στη Ζιμπάμπουε, και από τη Χαράρε, την πρωτεύουσα της Ζιμπάμπουε, επιστροφή στην Ελλάδα. Από το Μαούν της Μποτσουάνας έφθασα στο αεροδρόμιο της πόλης Βικτώρια Φολς της Ζιμπάμπουε γύρω στις δύο το μεσημέρι, ύστερα από μια φρικτή πτήση της Air Botsuana. Αγναντεύοντας το ηλιοβασίλεμα στους καταρράκτες, φανταζόμουν ένα καλό ξενοδοχείο, ξεχνώντας κάθε ταλαιπωρία. Το διεθνές αεροδρόμιο της Βικτώρια Φολς ήταν κατάμεστο από ξένους τουρίστες. Ημουν κουρασμένη και περίμενα να περάσω τον έλεγχο διαβατηρίων τελευταία και με την αίσθηση ότι από τώρα και στο εξής όλα θα είναι πιο άνετα.
«Δεν μπορείτε να περάσετε, γιατί δεν έχετε βίζα» μου λέει ο αστυνομικός στον έλεγχο διαβατηρίων. Του εξηγώ όλη τη διαδικασία που ακολούθησα. Και ο αστυνομικός μού απαντά: «Δεν έχετε το δικαίωμα να κάνετε ούτε το παραμικρό βήμα για να πάρετε τις αποσκευές σας. Θα γυρίσετε πίσω με το αεροπλάνο που ήρθατε γιατί είστε ανεπιθύμητο πρόσωπο». Και συνέχισε φωνάζοντας άγρια: «Ξέρουμε πώς μεταχειρίζεστε εσείς οι Ελληνες τους Ζιμπαμπουανούς στην Ελλάδα. Τα ίδια θα υποστείτε και εσείς εδώ». Μου δίνει να υπογράψω ένα χαρτί με ένα κείμενο που θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένα δεκάλεπτο για να το διαβάσω και σαν μανιασμένο σκυλί αναφωνεί: «Θα σας βάλω στη μαύρη λίστα». Του αναφέρω ότι είμαι συνεργάτης της UNESCO και του δείχνω την ανάλογη κάρτα. Τηλεφωνεί στον πιλότο του αεροπλάνου, που ετοιμαζόταν να απογειωθεί για να επιστρέψει στο Μαούν, να περιμένει να πάρει ένα ανεπιθύμητο πρόσωπο. Του αναφέρω πως θέλω να επικοινωνήσω με την ελληνική πρεσβεία στη Χαράρε και πως το εισιτήριο της επιστροφής μου για την Ελλάδα είναι από τη Χαράρε.
Δεν είχα πλέον καμία διάθεση να επισκεφθώ ούτε τους καταρράκτες ούτε την υπόλοιπη Ζιμπάμπουε. Με στενοχωρούσε μόνο που θα έχανα τις καταπληκτικές τοιχογραφίες των Μπούσμαν του 5ου αιώνα, σε διάφορα σπήλαια στο Ματόμπο, έξω από την πόλη Μπολαουάγιο. Υστερα από μια τέτοια υποδοχή όμως, δεν ήθελα να αφήσω ούτε μία δραχμή σε αυτή τη χώρα. Και ενώ ο αστυνομικός ωρυόταν, περπατώντας πάνω-κάτω και ζητώντας να του δώσω δολάρια, εγώ… λουσμένη σε μια εξωτερική ηρεμία είχα φτιάξει το πλάνο για τις υπόλοιπες δέκα ημέρες, σε περίπτωση που δεν θα επισκεπτόμουν τη Ζιμπάμπουε. Τα λόγια του αστυνομικού όμως με έκαναν να νιώθω όχι σαν Ελένη αλλά σαν ολόκληρη Ελλάδα και η αγανάκτηση φούντωσε μέσα μου. Γι’ αυτό και αποφάσισα να μείνω στο αεροδρόμιο ώσπου να έρθω σε επαφή με την ελληνική πρεσβεία. Μπροστά στην εμμονή μου, ο αστυνομικός τελικά με άφησε να περάσω στην πόλη, αφού έβαλε σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο. Του έδωσα και 30 δολάρια για τα έξοδα της βίζας, ζητώντας του βέβαια απόδειξη, γιατί στο διαβατήριό μου δεν φαινόταν ότι είχα βίζα.
Εφυγα για την πόλη Βικτώρια Φολς ήσυχη, πιστεύοντας ότι όλα είχαν τελειώσει, χωρίς να ξέρω ότι η κακία αυτού του ανθρώπου είχε τυπωθεί στο διαβατήριό μου και θα εμπόδιζε την έξοδό μου από τη Ζιμπάμπουε ύστερα από δέκα ημέρες. Μαζί με την ημερομηνία εισόδου, το διαβατήριό μου έφερε πάνω από τη σφραγίδα ένα μακρόσυρτο αριθμό (που σημαίνει πως μου άνοιξε φάκελο, τη μαύρη λίστα που εννοούσε), καθώς και τα εξής τρία στοιχεία V 3 D (valuable three days), που σήμαιναν πως θα έπρεπε να αφήσω τη χώρα σε τρεις ημέρες. Ολα αυτά τα ανακάλυψε δέκα ημέρες μετά η ελληνίδα πρόξενος στη Χαράρε, τέσσερις ώρες πριν από την αναχώρησή μου για την Ευρώπη, όταν πήγα στην ελληνική πρεσβεία να αναφέρω την εμπειρία μου και τη φρικτή στάση του αστυνομικού απέναντι στην Ελλάδα και στους Ελληνες.
Η πόλη
Με την κούραση συσσωρευμένη στην ψυχή και στο σώμα πήρα ταξί για την πόλη όλα τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα. Είχα γυρίσει τουλάχιστον είκοσι ξενοδοχεία χωρίς αποτέλεσμα. Με κατέπληξε η πρωτότυπη τουριστική υποδομή της πόλης Βικτώρια Φολς. Τα περισσότερα ξενοδοχεία έχουν μια γλυκιά αισθητική που ταιριάζει με τον χώρο· εξαίρεση η φρικτή όψη του ξενοδοχείου «Elephant Hills» της σειράς Intercontinental. Εκτός από τα μεγάλα ξενοδοχεία, υπάρχουν πολλά safaris lodges φτιαγμένα με γούστο και χαμένα μέσα σε πανέμορφους, τροπικούς κήπους. Με το ταξί επισκέφθηκα τόσο όμορφα lodges, πραγματικές βίλες με σκεπές από σκούρα καφετιά ψάθα, διακοσμημένες εσωτερικά με αντίκες, ιδιοκτησίες λευκών, κυρίως, της Νότιας Αφρικής, που τις νοικιάζουν σε οικογένειες.
Υστερα από τέσσερις ώρες ψάξιμο βρήκα επιτέλους να μείνω στο «Gertie’s Lodge» (τηλ. – φαξ: 263 0 132002), που ανήκει στον Klaus Janicke, Γερμανό, με μια φυσιογνωμία όμως καθαρά ελληνική. Ο Klaus, πενήντα πέντε χρόνων, ζει στη Βικτώρια Φολς εδώ και είκοσι πέντε χρόνια και δεν θα γυρίσει ποτέ στη Γερμανία, γιατί «στην Αφρική τα μάτια του γεμίζουν κάθε ημέρα από το άπλετο φως του ήλιου και η ψυχή του γίνεται πιο ανάλαφρη». Στις έξι το πρωί πηγαίνει τους πελάτες του για σαφάρι με το τζιπ του και γυρίζοντας περνά την υπόλοιπη ημέρα στην κουζίνα. Οι συνταγές του είναι καταπληκτικές, ένα μενού παράξενο, με χίλιες τροπικές γεύσεις. Τελικά ενώ δεν έβρισκα να μείνω, προέκυψε ένας χώρος (τιμή 60 US), με δύο ορόφους, με εσωτερική σκάλα και πέντε κρεβάτια στη διάθεσή μου.
Λίγο μετά την επίσκεψη του Λίβινγκστον, που υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος επισκέπτης στους καταρράκτες και ενώ το γεγονός άρχισε να κυκλοφορεί στην Ευρώπη, ιδρύθηκε, για εμπορικούς σκοπούς, η πόλη καταγωγής της Βικτώρια Φολς, το Old Drift, στη σημερινή Ζάμπια, στην όχθη των καταρρακτών. Λόγω των επιδημιών της ελονοσίας, το Old Drift μεταφέρθηκε στη σημερινή πόλη Λίβινγκστον, στη Ζάμπια. Η σιδηροδρομική γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ζαμβέζη κατασκευάστηκε γύρω στα 1902-1904 με σκοπό να ενώσει το νότιο άκρο της Αφρικής με το βόρειο, το Ακρωτήρι με το Κάιρο. Με τη σιδηροδρομική γραμμή άρχισε και ο τουρισμός. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, έγινε το ξενοδοχείο «Victoria Falls», κοντά στις γραμμές του τρένου από την πλευρά της Ζιμπάμπουε. Δίπλα στο ξενοδοχείο άρχισε να δημιουργείται τουριστική υποδομή, που το 1966 πήρε τον τίτλο της πόλης Βικτώρια Φολς.
Αν έβλεπε ο Λίβινγκστον τη σημερινή Βικτώρια Φολς θα στενοχωριόταν για την όψη της. Τουριστικά γραφεία που προτείνουν όλα τα σπορ, ακόμη και τα πιο ακραία, που έχουν σχέση με τον αέρα και το νερό, εκτός από το σκι, γιατί καιροφυλακτούν οι κροκόδειλοι. Μεταξύ αυτών ράφτινγκ, κανόε καγιάκ, πήδημα από τη γέφυρα στο ποτάμι με σκοινί (από όπου σε ανεβάζει μετά ένας υπάλληλος), πτήση με μονοπλάνο πάνω από τους καταρράκτες, θεάματα με παραδοσιακούς χορούς, μπουτίκ με κιτς σουβενίρ, πάρκα με ερπετά, κρουαζιέρα στον Ζαμβέζη, σαφάρι στο εθνικό πάρκο Ζαμβέζη κλπ.
Οι καταρράκτες
Οι καταρράκτες της Βικτωρίας έχουν την τύχη, χάρη στην αγριότητα του χώρου, να προφυλάσσονται και να κρατούν το ανθρώπινο χέρι, πολλές φορές καταστρεπτικό, μακριά τους. Είναι μνημειακοί σε επιβλητικότητα, σε όγκο, σε ατμόσφαιρα, σε στυλ. Κάθε λεπτό 550.000 κυβικά μέτρα νερού χύνονται μέσα στην άβυσσο, μέσα στα γιγαντιαία φαράγγια του Ζαμβέζη, με ένα βουητό εκκωφαντικό, που κάποτε έσπασε τζάμια σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων. Από μακριά μοιάζουν με γιγαντιαία πλάκα πολυτελούς μαρμάρου, που μπροστά της ανυψώνονται σύννεφα υδρατμών και αφρόσκονης. Γεννούν μια μαγευτική δύναμη, που συναρπάζει τα πουλιά, τα ζώα, τους ανθρώπους, σύσσωμη την πλάση. Ακόμη και ο ουρανός μαγεύεται και αφήνει την ημέρα τις αχτίδες του ήλιου να σχηματίσουν τα τόξα τους, με τα χρώματα της ίριδας, κάτω στη Γη, στα σπλάχνα του νερού. Ο ίδιος ο ουρανός, την πιο όμορφη νύχτα του, αυτήν της πανσέληνου, στέλνει το φεγγάρι κάτω στη Γη να παίξει με το νερό και εκεί το φεγγαρόφωτο γεννά με την αφρόσκονη ένα τόξο, ένα σεληνιακό ουράνιο-επίγειο τόξο. Πουθενά αλλού το φως του ήλιου και του φεγγαριού δεν αφήνονται τόσο ενεργά στη δύναμη του νερού. Παιχνίδια μαγικά φωτός, νερού, ατμού, σύννεφου, στα φαράγγια με την τροπική βλάστηση που σχηματίζει ο Ζαμβέζης. Ενα τοπίο που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου, που κάνει και τον πιο άθεο να αναφωνήσει: «Θεέ μου, με τι μεγαλείο έπλασες τη φύση».
Γύρω στο 1865 ο Λίβινγκστον έγραφε: «Οι αρχαίοι αρχηγοί Μπατόκα λάτρευαν αυτή τη θεότητα στο Garden Island, νησάκι του Ζαμβέζη, και στην άκρη των καταρρακτών. Μπορούμε να φανταστούμε ότι κάτω από τις κολόνες από σύννεφα, στην άκρη του ουράνιου τόξου, στον συνεχή ρόχθο του καταρράκτη του οποίου τα νερά χύνονται όπως αιώνια από το χέρι του Πανίσχυρου, οι ψυχές τους θα έπρεπε να γεμίζουν από θείο φόβο».
Το νερό χύνεται με χίλιους τρόπους. Αλλού βίαιο, αλλού παρορμητικό, αλλού ήρεμο, σχηματίζοντας υδάτινες γραμμές που σου χαρίζουν μια αίσθηση τελειότητας. Εκεί που το νερό πέφτει και μεταβάλλεται σε ατμό, σε άσπρη αχνάδα, σε θόρυβο, εκεί ο χώρος είναι συνώνυμος με το άπειρο. Θέλεις να μείνεις με τις ώρες, να αφήσεις τις σταγόνες του στο σώμα σου, στο πρόσωπό σου, για πάντα, να πάρεις όσο μπορείς περισσότερη από τη μαγεία του μέσα σου. Είναι τόσο μυστηριακός αυτός ο υδάτινος κόσμος που σου δημιουργεί δέος και θαυμασμό. Ακόμη και η βλάστηση εδώ οργιάζει, μετατρέπεται σε τροπικό δάσος, αφήνοντας στα χείλη του γκρεμού springboks και άλλα είδη από γαζέλες και μπαμπουίνους να βόσκουν.
Το ξενοδοχείο
Και όταν ακόμη κλείσει η είσοδος για τους καταρράκτες, πηγαίνεις στο ξενοδοχείο «Victoria Falls» και από εκεί αγναντεύεις τη μεταμόρφωση του νερού σε άσπρο ατμό, σαν ένα ηφαίστειο με άσπρη λάβα. Το ξενοδοχείο είναι ένας καταπληκτικός χώρος. Ξεχασμένος ο επισκέπτης σε μια πολυθρόνα, έχει μπροστά του μια προοπτική από όπου αναδύεται, από αριστερά, ο ατμός του νερού μέσα από μια απεραντοσύνη. Από δεξιά, δεσπόζει η τεράστια γέφυρα που ενώνει τη Ζιμπάμπουε με τη Ζάμπια. Η μεγαλοπρέπεια του εξωτερικού χώρου, με θέα τα σύννεφα από τους καταρράκτες, με πολλά ανθισμένα λουλούδια, με τεράστιες εκτάσεις για περπάτημα, καθώς και η ζεστασιά του εσωτερικού χώρου, σου θυμίζουν αποικιοκρατικό αγγλικό στυλ. Ακόμη και οι κοινόχρηστες τουαλέτες με τα αμπαζούρ, τα φρουφρουδένια μαξιλαράκια είναι του στυλ της Laura Ashley.
Αυτό το κομψό ξενοδοχείο είναι γνωστό στους ταξιδευτές για το πλουσιοπάροχο πρωινό του. Οταν έφθασε η σιδηροδρομική γραμμή το 1904, άρχισε και ο τουρισμός. Για να μην κοιμούνται οι τουρίστες στα βαγόνια, το 1906 έγινε το πρώτο ξενοδοχείο από ξύλο, που αντικαταστάθηκε το 1914 από τούβλα. Εκείνη την εποχή δούλοι ωθούσαν ένα τρόλεϊ για να μεταφέρουν τους τουρίστες στους καταρράκτες. Τότε τους καταρράκτες τους επισκέπτονταν ατρόμητοι ταξιδευτές, τώρα είναι προσιτοί σε όλους.
Ο Ζαμβέζης
Ο Ζαμβέζης, που γεννά τους καταρράκτες της Βικτωρίας, είναι ο τέταρτος σε μήκος ποταμός της Αφρικής, μετά τον Νείλο, τον Κόγκο και τον Νίγηρα. Διανύει 27.000 χιλιόμετρα, διασχίζοντας έξι χώρες, έχοντας τις πηγές του στη βόρεια Ανγκόλα, κοντά στο Κογκό, και τις εκβολές του στη Μοζαμβίκη, στον Ινδικό Ωκεανό. Ο Λίβινγκστον όταν διέσχιζε τον Ζαμβέζη, θέλοντας και να τον χαρτογραφήσει, τον είχε οραματιστεί σαν μια ανοιχτή λεωφόρο προς την Κεντρική Αφρική, αλλά τα ορμητικά νερά του ποταμού στη Μοζαμβίκη συνέτριψαν τα όνειρά του. Είναι ένα ποτάμι με χίλιες διαφορετικές όψεις. Πότε ήπιος, πότε παρορμητικός, ρέει μεταμορφώνοντας το φυσικό τοπίο, δημιουργώντας καταρράκτες, σμιλεύοντας φαράγγια, γεννώντας λίμνες· γύρω του οργιάζει μια τροπική βλάστηση, που φιλοξενεί σπάνια ποικιλία χλωρίδας και πανίδας.
Είναι τόσο γλυκά να διασχίζεις τον Ζαμβέζη το ηλιοβασίλεμα, αφήνοντας πίσω σου διάφορα νησάκια που άλλα ανήκουν στη Ζάμπια και άλλα στη Ζιμπάμπουε. Αριστερά έχεις το Zambezi National Park, όπου οι ελέφαντες αγγίζουν τις όχθες του ποταμού για να ξεδιψάσουν, αφού έχουν φάει διάφορα φρούτα, οι ιπποπόταμοι τρελαίνονται να παφλάζουν και κάπου κάπου να χάνονται μέσα στο νερό, όπου μπορούν να αντέξουν επτά λεπτά και μετά να βγαίνουν στην ακτή για τη νυχτερινή βοσκή τους.
Είναι μια μοναδική στιγμή να δύει ο ήλιος και καμιά δεκαριά ιπποπόταμοι να παίζουν και κυρίως να χασμουριούνται με ένα σπηλαιώδες στόμα, μέσα σε άκρα σιγή. Στις όχθες του ποταμού, μέσα σε αυτή την οργιώδη φύση διάφορα πουλιά, όπως αλκυόνες, μελισσοφάγοι, ψαραετοί, ερωδιοί γεμίζουν μουσικές νότες. Αυτή η βόλτα κάποτε ήταν αδύνατη, γιατί οι όχθες είχαν μετατραπεί σε γραμμή του πυρός στον πόλεμο της ζούγκλας, ανάμεσα στις δυνάμεις των πολιτικών κομμάτων Zanu και Zapu της Ζιμπάμπουε.
Το ταξίδι τελειώνει. Πέρασα τον έλεγχο των διαβατηρίων χωρίς να υπάρξει πρόβλημα. Από το παράθυρο του αεροπλάνου βλέπω τον Ζαμβέζη και συγχρόνως κοιτάζω το διαβατήριό μου με τη σφραγίδα των τριών ημερών και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως την επόμενη φορά θα επισκεφθώ τους καταρράκτες της Βικτωρίας από την πλευρά της Ζάμπιας, εκεί όπου η Αφρική είναι πιο χαμογελαστή, πιο κοντά στις ρίζες της, και δεν έχει διαβρωθεί από τον τουρισμό.
Η τιμή ενός εισιτηρίου μετ’ επιστροφής Αθήνα – Χαράρε ξεκινά από 250.000 δραχμές (με τη Lufthansa). Τα ναύλα μετ’ επιστροφής Χαράρε – Καταρράκτες Βικτωρίας ποικίλλουν. Η Zimbabwe Express ξεκινά με 10.900 δραχμές(!), ενώ με την Air Zimbabwe η μεταφορά κοστίζει 43.000 δραχμές. Μπορεί βεβαίως να βρει κανείς και άλλες κατηγορίες και τύπους ναύλων.
Μια οργανωμένη εκδρομή από το Travel Plan (Χαράρε, Καταρράκτες Βικτωρίας, Ουάνκι) κοστίζει 700.000 δραχμές (κατ’ άτομο σε δίκλινο δωμάτιο) και περιλαμβάνει αεροπορικά εισιτήρια, διαμονή σε ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων, ημιδιατροφή, μεταφορές και ξεναγήσεις.



