Τον Σεπτέμβριο του 2022 ο δισεκατομμυριούχος Ρόμπερτ Τσάο, ο δεύτερος πλουσιότερος Ταϊβανός, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις όταν εμφανίστηκε με αλεξίσφαιρο γιλέκο και ανακοίνωσε τα σχέδιά του να διαθέσει 32 εκατ. δολάρια για τη «στρατιωτική αφύπνιση» των συμπατριωτών του και την ίδρυση πολιτοφυλακής με 300.000 σκοπευτές, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη εισβολή της Κίνας.

Τον περασμένο Αύγουστο, ο επίσης δισεκατομμυριούχος Τέρι Γκου, ιδρυτής της επιχείρησης Foxconn, ανακοίνωσε ότι θα διεκδικήσει την προεδρία της Ταϊβάν το 2024, με σκοπό να μη μετατραπεί το νησί σε μια «δεύτερη Ουκρανία».

Ο Γκου έχει αποσυρθεί από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της επιχείρησής του από το 2019, όταν είχε προσπαθήσει να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές χωρίς όμως να κατορθώσει να λάβει το χρίσμα του αντιπολιτευόμενου κόμματος.

Τα πολλά κοινά και η βασική διαφορά

Οι δύο μεγιστάνες έχουν αρκετά κοινά. Και οι δύο βαδίζουν την όγδοη δεκαετία της ζωής τους, έχουν ιδρύσει τεχνολογικούς κολοσσούς, από τους οποίους έχουν αποσυρθεί, και ασχολούνται πλέον με τα κοινά. Έχουν ωστόσο μία ειδοποιό διαφορά: ο Τσάο τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας του νησιού από την Κίνα ενώ ο Γκου, αντιθέτως, πιστεύει στην ιδέα της «Μίας Κίνας».

Αυτός ο διχασμός αποτυπώνεται και στην κοινωνία της Ταϊβάν.

Γεννημένος στο Πεκίνο το 1947, ο Τσάο διέφυγε σε μικρή ηλικία στην Ταϊβάν, στο πλαίσιο της «μαζικής φυγής» των υποστηρικτών του Τσιάνγκ Κάι-Σεκ μετά την ήττα τους από τους κομμουνιστές του Μάο στον κινεζικό εμφύλιο. Εκεί, το 1980, ίδρυσε τη δική του εταιρεία ημιαγωγών, τη UMC, η οποία αποτελεί πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία ημιαγωγών στην Ταϊβάν.

Οι ημιαγωγοί (μικροτσίπ) είναι ο τομέας στον οποίο η Ταϊβάν έχει καταστεί παγκόσμια δύναμη, καθώς χρησιμοποιούνται από τα μαχητικά αεροσκάφη μέχρι τα κινητά τηλέφωνα. Εξ ου και έχουν χαρακτηριστεί «εγκέφαλος της σύγχρονης τεχνολογίας» ή «νέο πετρέλαιο».

Αποτελούν το βασικό πλεονέκτημα του νησιού: όποιος ελέγχει την Ταϊβάν, ελέγχει τον τεχνολογικό κόσμο. Οι ΗΠΑ το έχουν αντιληφθεί και τη στηρίζουν παρέχοντάς της εγγυήσεις και όπλα. Η ταϊβανική TSMC, η μεγαλύτερη εταιρεία ημιαγωγών παγκοσμίως, διαθέτει εργοστάσιο και στις ΗΠΑ.

Εντυπωσίασε και την Apple

Ο Τέρι Γκου, 72 ετών, γεννήθηκε στην Ταϊπέι, έχει επιχειρηματικά συμφέροντα στην Κίνα και είναι γνωστός για τις στενές σχέσεις του με την κινεζική ηγεσία. Η εταιρεία του, Foxconn, είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ηλεκτρονικών ειδών στον κόσμο.

Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ο Γκου έχτισε τεράστια εργοστάσια στη Νότια Κίνα και στρατολόγησε δεκάδες χιλιάδες Κινέζους για να εργαστούν σε αυτά. Μάλιστα, το μοντέλο ήταν τόσο επιτυχημένο, ώστε η Apple ανέθεσε μεγάλο μέρος της κατασκευής των προϊόντων της στη Foxconn.

Ο Γκου υποστηρίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το επιχειρηματικό υπόβαθρο για να προστατεύσει την ασφάλεια της Ταϊβάν. Ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές του 2024, δεσμεύτηκε ότι θα οδηγήσει το νησί «μακριά από την άβυσσο ενός πολέμου με την Κίνα».

Για την Κίνα, η Ταϊβάν είναι αποστάτρια, εξ ου και την απειλεί με εισβολή για περισσότερα από 70 χρόνια. Μέχρι πρόσφατα, ο πόλεμος φαινόταν απίθανος.

Χάρη στην αμερικανική βοήθεια η Ταϊβάν είχε το στρατιωτικό πλεονέκτημα καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα και μια διφορούμενη αλλά ασφαλή θέση στις ειρηνικές σινο-αμερικανικές σχέσεις.

Tο «πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο»

Την τελευταία δεκαετία, ωστόσο, ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ μιλάει για εθνική αναζωογόνηση και νίκη επί της Αμερικής, ενώ ενισχύει τον στρατό του με ανησυχητικό ρυθμό, προσπαθώντας να κρατήσει τις ξένες δυνάμεις μακριά από τα Στενά της Ταϊβάν, η οποία απέχει μόλις 160 χλμ. από την κινεζική ακτή.

Η Ταϊβάν χαρακτηρίζεται πλέον ως το «πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο», καθότι πιθανό πεδίο ενδεχόμενης σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας.

Ωστόσο οι Ταϊβανοί δεν έχουν καταλήξει σε συναίνεση σχετικά με το ποιοι είναι, πώς σχετίζονται με την Κίνα ή εάν θέλουν ποτέ να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους. Το μέλλον τους θα κριθεί από την απάντησή τους σε αυτά τα ερωτήματα εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2024.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν, όπως ο Τζαμίλ Αντερλίνι του «Politico», ότι το διακύβευμα στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να είναι ακόμη και ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος.