Σε πόλεμο φθοράς και αγώνα αντοχής έχει μετατραπεί η σύγκρουση στον Κόλπο, μετατρέποντας σε εφιάλτη τις αρχικές προσδοκίες της Ουάσιγκτον, του Τελ Αβίβ και των αράβων συμμάχων τους για μια γρήγορη νίκη επί του Ιράν. Καθώς συμπληρώνονται δύο μήνες από την έναρξη του πολέμου, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ αποδεικνύεται ως το ισχυρότερο όπλο της Τεχεράνης που προκαλεί ενεργειακή ασφυξία, αλυσιδωτές αντιδράσεις στην οικονομία του πλανήτη και φόβους για παγκόσμια ύφεση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ λέει τώρα ότι δεν βιάζεται. Θεωρεί πως διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, ότι ο χρόνος λειτουργεί σε βάρος του ιρανικού καθεστώτος, το οποίο αργά ή γρήγορα θα προσέλθει στο τραπέζι υπό ακόμα πιο δυσμενείς για το ίδιο συνθήκες. Ενας νέος γύρος διαπραγμάτευσης ίσως εκτονώσει την κρίση, όμως ουδείς μπορεί να αποκλείσει μια νέα αμερικανική επίθεση, ως αποτέλεσμα μιας «ιρανικής πρόκλησης» στα Στενά, ακόμα και ενός «τυχαίου» γεγονότος, που θα γκρέμιζε την έτσι κι αλλιώς εύθραυστη κατάπαυση του πυρός.
Τρία αεροπλανοφόρα και ένα ελικοπτεροφόρο
Οι ομάδες μάχης των αεροπλανοφόρων «Gerald Ford», «Abraham Lincoln» και «George Bush», καθώς και το ελικοπτεροφόρο «Tripoli» βρίσκονται πλέον στη ζώνη ενδιαφέροντος, ανέφεραν στρατιωτικές πηγές την Παρασκευή. Είναι η πρώτη φορά μετά τον πόλεμο του Ιράκ το 2003 που αναπτύσσονται ταυτόχρονα στη Μέση Ανατολή τρία αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία διαθέτουν περισσότερα από 200 πολεμικά αεροσκάφη. Το αμερικανικό επιτελείο έχει επεξεργαστεί νέο σχέδιο στοχοποίησης των παράκτιων ιρανικών δυνάμεων όπως μετέδωσε το δίκτυο CNN, την ώρα που άλλα αμερικανικά μέσα μετέφεραν πληροφορίες από απόρρητη ενημέρωση του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο ότι θα χρειαστούν έως έξι μήνες για να καθαριστούν από τις νάρκες τα Στενά του Ορμούζ και να διασφαλιστεί η ναυσιπλοΐα.
Την ίδια ώρα, η ΕΕ επισημαίνει ότι αν οι αμερικανο-ιρανικές συνομιλίες επικεντρωθούν στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης χωρίς τη συμμετοχή των κατάλληλων εμπειρογνωμόνων, ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια συμφωνία που θα είναι πιο αδύναμη από εκείνη που επιτεύχθηκε επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, το 2015. Αν δεν αντιμετωπιστούν μια σειρά από άλλα ζητήματα «θα καταλήξουμε με ένα πιο επικίνδυνο Ιράν» προειδοποίησε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας. Ομως ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με απαξίωση τους ευρωπαίους συμμάχους στο ΝΑΤΟ επειδή «πρόδωσαν» τις ΗΠΑ και δεν τις ακολούθησαν στον πόλεμο.
«Ο Τραμπ θα συνεχίσει να επιμένει ότι ο πόλεμος υπήρξε επιτυχής, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι στρατιωτικές επιτυχίες στο πεδίο της μάχης και η εντυπωσιακή διάσωση ενός πιλότου δεν μπορούν να μεταμφιέσουν αυτό που εξελίσσεται σε στρατηγική ήττα» εκτίμησε προ ημερών ο Ρίτσαρντ Χάας, επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (CFR), μιας από τις πιο επιδραστικές δεξαμενές σκέψεις στις ΗΠΑ. «Αν ο πόλεμος του Ιράν ήταν αναγκαίος, αν διακυβεύονταν ζωτικά συμφέροντα της Αμερικής και δεν υπήρχε εναλλακτική λύση, το μεγάλο κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους ίσως να ήταν δικαιολογημένο. Ομως ο Τραμπ έκανε έναν πόλεμο με δική του επιλογή – έλαβε μια απόφαση για την οποία είναι σχεδόν βέβαιο πως η Ιστορία θα τον κρίνει σκληρά» πρόσθεσε ο πρώην διευθυντής πολιτικού σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
«Οτιδήποτε κάνω φαίνεται πως λειτουργεί πολύ καλά» είπε ο Τραμπ την περασμένη Πέμπτη, συμπεριλαμβάνοντας στο αυτάρεσκο σχόλιο ακόμα και την απειλή καταστροφής ολόκληρου του ιρανικού πολιτισμού. Εφτασε μάλιστα στο σημείο να κάνει συγκρίσεις με προηγούμενους πολέμους της Αμερικής. «Στο Βιετνάμ βρισκόμασταν σχεδόν 18 χρόνια, στο Ιράκ πολλά, πολλά χρόνια. Για να μη μιλήσω για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν μεγαλύτερος και στον οποίο συμμετείχαμε για 4,5 χρόνια, σχεδόν 5 χρόνια. Στον πόλεμο της Κορέας συμμετείχαμε επί 7 χρόνια. Εγώ το κάνω αυτό (τον πόλεμο στο Ιράν) επί έξι εβδομάδες».
Δεν είναι μόνο που ο Τραμπ μέσα στη σπουδή του να πείσει τον αμερικανικό λαό για τις ικανότητές του «ξέχασε» τον πόλεμο στο Αφγανιστάν από όπου αποχώρησαν κακήν κακώς οι ΗΠΑ το 2021, ούτε ότι o πόλεμος της Κορέας εξελίχθηκε σε μια «παγωμένη σύγκρουση» χωρίς συνθήκη ειρήνης μέχρι σήμερα. Πέραν των άλλων ιστορικών ανακριβειών, ο Τραμπ έκανε λάθος ακόμα και για τη διάρκεια της αμερικανικής συμμετοχής στον Β΄ Παγκόσμιο: από την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ μέχρι τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας μεσολάβησαν 3 χρόνια και 9 μήνες.
Πάντως ο Τραμπ απέκλεισε το ενδεχόμενο πυρηνικού πλήγματος εναντίον του Ιράν. «Γιατί να χρησιμοποιούσα πυρηνικό όπλο όταν τους έχω καταστρέψει δίχως αυτό, με συμβατικά μέσα;» διερωτήθηκε ο αμερικανός πρόεδρος ενώ τόνισε ότι «δεν θα έπρεπε να επιτραπεί ποτέ σε κανέναν να χρησιμοποιήσει πυρηνικό όπλο». Η δήλωση αυτή, ακόμα και αν προέρχεται από τον «απρόβλεπτο» πρόεδρο, έχει εξαιρετική σημασία στην παρούσα συγκυρία.
Το Ισραήλ, που διαθέτει πυρηνικά χωρίς να το παραδέχεται, διαβεβαίωσε πως δίχως το πράσινο φως από τις ΗΠΑ δεν θα επιτεθεί στο Ιράν για να το γυρίσει «στην εποχή του Σκότους και του Λίθου», όπως είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Αμυνας, Ισραελ Κατζ. Οι στόχοι έχουν ήδη επιλεγεί, είπε ο Κατζ, χωρίς να κάνει μνεία των μέσων με τα οποία θα μπορούσε να εξοντωθεί η δυναστεία Χαμενεΐ και να καταστραφούν οι ενεργειακές και οικονομικές υποδομές του Ιράν.
Κερδισμένοι και χαμένοι
Η παράταση της κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο για τρεις εβδομάδες καθώς και η σπουδή του Τραμπ να φέρει στον Λευκό Οίκο τους ηγέτες του Ισραήλ και του Λιβάνου προδίδουν την ανάγκη του αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει κάποιο χειροπιαστό θετικό αποτέλεσμα του πολέμου, παρότι ο ισραηλινός στρατός κατέχει το νότιο τμήμα της χώρας και συνεχίζονται οι σποραδικές ανταλλαγές πυρών με τη Χεζμπολάχ.
Οι λαοί του Ιράν και του Λιβάνου έχουν υποστεί τα χειρότερα δεινά μέχρι σήμερα. Το καθεστώς της Τεχεράνης επιβίωσε ενώ η νέα πολιτική και στρατιωτική ηγεσία διαψεύδει τους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί εσωτερικής διαπάλης και βέτο των Φρουρών της Επανάστασης που μπλοκάρει τη διαπραγμάτευση. Η Χεζμπολάχ διατηρεί δυνάμεις στον Λίβανο ενώ εκείνοι που έχασαν τα πάντα είναι 600.000 πρόσφυγες από τον Νότο οι οποίοι δεν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους πίσω από την «κίτρινη γραμμή» της «προωθημένης ζώνης ασφαλείας» που κήρυξε μονομερώς το Ισραήλ στα πρότυπα της Λωρίδας της Γάζας.
Τα αραβικά καθεστώτα του Κόλπου επισκευάζουν τις ζημιές που προκάλεσε το Ιράν στις ενεργειακές εγκαταστάσεις τους χωρίς να ξέρουν πότε θα επαναληφθούν απρόσκοπτα οι εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ακόμα πιο δύσκολο θα είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των καθεστώτων στην αμερικανική προστασία ενώ το Πακιστάν – η μοναδική μουσουλμανική χώρα με πυρηνικό οπλοστάσιο – αναδεικνύεται σε νέο πόλο ισχύος με τις ευλογίες του Τραμπ.
Η Ρωσία βγαίνει κερδισμένη από τον πόλεμο, όχι μόνο γιατί μεγαλώνουν τα έσοδά της από το πετρέλαιο. Αποσπάστηκε η προσοχή από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη στιγμή που εξαντλούνται τα αποθέματα του Κιέβου σε συγκεκριμένα οπλικά συστήματα και είναι δύσκολη η αναπλήρωσή τους εν μέσω αυξημένης ζήτησης για μέσα αντιπυραυλικής άμυνας. Η Κίνα προβάλλει μεν την εικόνα της «ήρεμης δύναμης» που μεσολαβεί για την εκτόνωση της κρίσης, όμως εξαντλεί τα στρατηγικά αποθέματά της και είναι ζήτημα χρόνου να φανούν τα αποτελέσματα από τη διακοπή της ροής ιρανικού πετρελαίου προς τη βιομηχανία της, καθώς και από το μπλόκο στη μεταφορά εμπορευμάτων προς τις χώρες του Κόλπου. Η Ινδία δοκιμάζεται από τις ελλείψεις καυσίμων ενώ στην Ευρώπη λαμβάνονται ήδη μέτρα παρότι οι εναλλακτικές πηγές προμήθειας καλύπτουν προς το παρόν τις ανάγκες.
Το φάσμα της πείνας
Οπως έγραψε ο Αντριου Ινγκλαντ στους «Financial Times», «οι ΗΠΑ και το Ιράν έχουν παγιδευτεί σε έναν δαπανηρό πόλεμο προσπαθώντας να επιβάλουν ο ένας τη θέλησή του στον άλλον, σε μια ετερόκλητη κατάπαυση του πυρός που αποτρέπει μεν έναν γενικευμένο πόλεμο, αλλά δεν σταματά τις εχθροπραξίες, ούτε εκτονώνει την ενεργειακή κρίση. Αυτό προοιωνίζεται δεινά για όλους, ιδιαίτερα για τους πιο ευάλωτους του πλανήτη. Φαίνεται πιθανό ότι εκατομμύρια άνθρωποι στην Αφρική και στην Ασία θα βρεθούν αντιμέτωποι με ελλείψεις τροφίμων, ακόμα και με το φάσμα της πείνας». Το καθεστώς της Τεχεράνης ποντάρει ότι θα αντέξει στα δεινά περισσότερο από τους αμερικανούς οδηγούς που πληρώνουν τα καύσιμα πάνω από τέσσερα δολάρια το γαλόνι και τους αγρότες που αντιμετωπίζουν ελλείψεις και ακριβότερες τιμές στα λιπάσματα.
Πώς εξηγείται όμως ότι με τα Στενά του Ορμούζ κλειστά και με το πετρέλαιο να κυμαίνεται στα 100 δολάρια το βαρέλι, ο χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 (που παρακολουθεί την απόδοση των μετοχών 500 κορυφαίων εταιρειών εισηγμένων σε χρηματιστήρια στις ΗΠΑ) σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο; Πρώτα από όλα, υπάρχουν εταιρείες που ευημερούν στον πόλεμο, εξηγεί οικονομική ανάλυση του BBC. Οι μετοχές της ενέργειας και των οπλικών συστημάτων σημείωσαν άνοδο ενώ σε γενικές γραμμές οι μεγάλες εταιρείες δεν καταγράφουν απώλειες κερδών καθώς μεταφέρουν την άνοδο του κόστους στους καταναλωτές.
Επιπλέον οι επενδύσεις στην τεχνολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη δεν δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης, οπότε διατηρούν σε υψηλά επίπεδα τον δείκτη S&P 500 (που αποτελείται κατά το ένα τρίτο από εταιρείες Big Tech). Ομως για τον πολύ κόσμο, οι οικονομικές συνέπειες αυτού του πολέμου, ακόμα και αν σταματήσει σήμερα, θα είναι επώδυνες.







