Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον τεράστιο αντίκτυπο που είχαν η τρικυμιώδης προσωπικότητα και το αδάμαστο ταλέντο του Σερζ Γκενσμπούρ (1928-1991) στη μουσική και στην ποπ κουλτούρα της Γαλλίας. Γεννημένος προβοκάτορας, κατέληξε να είναι ο πιο αμφιλεγόμενος καλλιτέχνης της πατρίδας του, με την ακόρεστη επιθυμία του για αλκοόλ, κάπνισμα, γυναίκες και την κατάρριψη κάθε είδους ταμπού να απωθούν και να συναρπάζουν το κοινό στον ίδιο υπερθετικό βαθμό. Oπως είχε πει και η Τζέιν Μπίρκιν (1946-2023) σε συνέντευξή της στο BHMAgazino πριν από λίγα χρόνια, ερωτώμενη για την κληρονομιά του: «Μα δεν υπάρχει κανείς μεταγενέστερος που να μην παραδέχεται ότι επηρεάστηκε από εκείνον. Και δεν έχει υπάρξει κανένας σαν αυτόν. Οι καινοτομίες που εισήγαγε στο γαλλικό τραγούδι, η ατίθαση δημιουργικότητά του, η πολυδιάστατη προσωπικότητά του γοητεύουν ακόμη. Η νέα γενιά τον λατρεύει γιατί αναγνωρίζει σε αυτόν τα δικά της χαρακτηριστικά. Παρέμεινε όλη του τη ζωή ένας έφηβος: απίστευτα ρομαντικός και ευαίσθητος και τρομερά αυθάδης και προκλητικός ταυτόχρονα. Σήμερα, που όλοι φοβούνται να πουν την άποψή τους, που η πολιτική ορθότητα έχει κυριαρχήσει, η απουσία του είναι αισθητή. Επικρατεί τόσος φόβος για το Internet, οι άνθρωποι τρομοκρατούνται στην ιδέα πως κάτι που θα πουν θα παρερμηνευθεί ή θα αλλάξει νόημα εκτός πλαισίου και πως το πλήθος του Διαδικτύου θα τους κατασπαράξει. Ο Σερζ ήταν σαρκαστικός, περίπλοκος, δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό του να προκαλέσει σοκ. Ολα αυτά τον καθιστούν πολύ γοητευτικό και πολυσύνθετο». Ακόμη και μετά θάνατον.

Πριν από λίγες εβδομάδες, στις 20 Σεπτεμβρίου συγκεκριμένα, άνοιξε τις πόρτες του το Maison Gainsbourg, ένα πολιτιστικό ίδρυμα που αποτελείται από τη θρυλική κατοικία του Γκενσπούρ στη διεύθυνση 5 bis Rue de Verneuil της γαλλικής πρωτεύουσας, συνοδευόμενο από ένα μουσείο, ένα κατάστημα βιβλίων και δώρων και το Le Gainsbarre, το οποίο λειτουργεί ως café κατά τη διάρκεια της ημέρας και μετατρέπεται σε πιάνο-μπαρ το βράδυ, τα οποία βρίσκονται ακριβώς απέναντι, στον αριθμό 14 του ίδιου δρόμου. Γεννημένος στο Παρίσι στα τέλη των 20s από ρώσους Εβραίους που βρήκαν στη Γαλλία καταφύγιο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, είχε ανέκαθεν καλλιτεχνικές ανησυχίες. Δουλεύοντας αρχικά ως πιανίστας σε καμπαρέ, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην ερμηνεία των δικών του τραγουδιών και έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία το 1958 με το άλμπουμ «Du chant à la une !…». Παρ’ όλο που οι πρώτες του δουλειές ήταν αξιόλογες, δεν γνώρισαν εμπορική αποδοχή, όμως οι συνθέσεις του για τραγουδίστριες όπως η Πετούλα Κλαρκ ή η Ζιλιέτ Γκρεκό αποδείχθηκαν πολύ πιο επιτυχημένες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έγινε φίλος με την ηθοποιό Μπριζίτ Μπαρντό και αργότερα εραστής της. Με μούσα του το μεγάλο σύμβολο του σεξ της εποχής, δημιούργησε μια σειρά από ντουέτα, όπως το «Bonnie and Clyde», που τον έκαναν διάσημο. Με την επόμενη σύντροφό του, την πανέμορφη Αγγλίδα Τζέιν Μπίρκιν, ηχογράφησαν το 1969 «Je t’ aime… moi non plus», ένα τραγούδι που άφησε εποχή με τον προκλητικό αισθησιασμό του – σε κάποιες χώρες μάλιστα απαγορεύτηκε η αναμετάδοσή του.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω