Στο 32ο χιλιόμετρο της διαδρομής του Αυθεντικού Μαραθωνίου της Αθήνας, εκεί όπου ο περίφημος «τοίχος» μπορεί να γίνει Νέμεση ακόμα και για τον πιο καλά προπονημένο δρομέα, ο Παναγιώτης Καραΐσκος – ή μάλλον το σώμα και το μυαλό του- είχε αποφασίσει πως δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο.

Μαζί του συμφωνούσαν και οι εθελοντές διασώστες, που έσπευσαν να του προσφέρουν βοήθεια όσο εκείνος, καθισμένος σε ένα πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Μεσογείων, υπέφερε από κράμπες και έντονη αφυδάτωση. Κυρίως, όμως, είχε καταβληθεί από τη σκέψη της εγκατάλειψης.

Ηταν Νοέμβριος του 2013. Ο Καραΐσκος βρισκόταν στη δεύτερη φάση του προγράμματος απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ και είχε βρεθεί σε εκείνο ακριβώς το σημείο εξαιτίας της προτροπής ενός φίλου του να τρέξουν μαζί τη διαδρομή των 42.195 μέτρων.

Ηταν άπειρος, απροπόνητος και με περίσσευμα άγνοιας κινδύνου. Υπήρχε, βέβαια, και κάτι άλλο που δεν γνώριζε έως τότε ο σημερινός πρωταθλητής: το ανεξάντλητο απόθεμα ψυχικής δύναμης που διέθετε.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Ανακαλώντας σήμερα στη μνήμη του εκείνη τη στιγμή της κατάρρευσης, την περιγράφει ως «αναλαμπή». Ανατρίχιασε, έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του – πως αν τερμάτιζε εκείνον τον αγώνα, θα κατάφερνε να μείνει «καθαρός» για πάντα –, στάθηκε στα δυο του πόδια και συνέχισε.

Μπορεί καθένα από τα δέκα χιλιόμετρα που υπολείπονταν ως το Καλλιμάρμαρο, και τα οποία διήνυσε με βαριά μπασκετικά παπούτσια, να έμοιαζε με αιώνα, όμως στην πραγματικότητα ήταν η απόσταση που τον οδήγησε πίσω σε εκείνο που είχε σχεδόν ξεχάσει στα έξι χρόνια της εξάρτησής του: τον εαυτό του.

Σήμερα ο Παναγιώτης Καραΐσκος, ο οποίος στον Μαραθώνιο του 2023 ήταν ο πρώτος που τερμάτισε από τους έλληνες αθλητές και εφέτος έκοψε το νήμα πρώτος από όλους στην αυθεντική διαδρομή, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο, ίσως να χαμογελά κάθε φορά που περνά από το 32ο χιλιόμετρο – πλέον με επαγγελματικό δρομικό εξοπλισμό, τα χρωματιστά Puma παπούτσια του και τη λευκή κορδέλα στο κεφάλι του.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Και μπορεί η ευχή και η κατάρα του δρομέα να είναι η μοναξιά, όμως ο έλληνας πρωταθλητής δεν μπορεί να είναι πια μόνος. Η ιστορία, η ειλικρίνεια και η πραότητά του, η στάση και ο τρόπος του τον έχουν μετατρέψει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από απλώς επιτυχημένο δρομέα ή αθλητικό ίνδαλμα.

Ο Παναγιώτης Καραΐσκος ενσαρκώνει με κάθε κύτταρό του ένα σύμβολο. Οχι μόνο για το τρέξιμο, αλλά κυρίως για τη μαραθώνια διαδρομή της ίδιας της ζωής.

Αλήθεια, είχατε φανταστεί ποτέ τον εαυτό σας δρομέα μεγάλων αποστάσεων ή μαραθωνοδρόμο;

«Ούτε τον είχα φανταστεί ποτέ ούτε περίμενα ότι θα έτρεχα μαραθώνιο στη ζωή μου».

Τι πλάνα είχατε ως παιδί; Πώς βλέπατε το μέλλον σας;

«Προερχόμενος από το τζούντο και το ποδόσφαιρο, αυτά τα δύο είχα στο μυαλό μου. Ελεγα ότι ή ποδοσφαιριστής ή τζουντόκα θα γίνω».

Αρα ο αθλητισμός υπήρχε πάντα ως προοπτική.

«Ναι, από μικρή ηλικία. Με εξαίρεση, βέβαια, εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Τα έξι χρόνια που όλα πήγαν αλλιώς».

Σήμερα σας γνωρίζουμε ως δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Αν μπορούσατε να διαλέξετε, θα προτιμούσατε να είστε ένας επιτυχημένος ποδοσφαιριστής ή αυτός που είστε τώρα;

«Χωρίς καμία διαπραγμάτευση, αυτός που είμαι τώρα. Ηταν και το timing σωστό. Το τρέξιμο ήρθε στη ζωή μου την κατάλληλη στιγμή και λειτούργησε καθοριστικά.

Τότε βρισκόμουν στη φάση της επανένταξης, στο πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, στη δεύτερη φάση της απεξάρτησης. Παράλληλα, είχα γραφτεί σε μια σχολή νοσηλευτικής χειρουργείου, πήγαινα γυμναστήριο, κυκλοφορούσα παντού με ποδήλατο, έπαιζα μπάλα· ήμουν πολύ δραστήριος.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Με λίγα λόγια, προσπαθούσα να ξαναβρώ τον παλιό μου εαυτό. Ημουν “καθαρός” και ήθελα να γεμίσω τη ζωή μου με πράγματα που θα με έκαναν να νιώθω καλά. Να έχω έναν λόγο να ξυπνάω το πρωί.

Και, κάπως έτσι, μια μέρα ένας φίλος μου, ο Θανάσης – που ήταν κι εκείνος στο πρόγραμμα, δυνατός ποδηλάτης –, μου λέει: “Ρε συ, πάμε να τρέξουμε τον Μαραθώνιο της Αθήνας;”. Ηταν το 2013, περίπου δέκα ημέρες πριν από τον αγώνα. Χωρίς δεύτερη σκέψη τού απάντησα: “Φύγαμε”.

Δεν είχα καμία σχέση με το αντικείμενο. Δεν ήξερα τίποτα από προετοιμασία, ενυδάτωση, υδατανθράκωση ή διατροφή. Τίποτα απολύτως. Ετρεξα απλώς με ένα σορτσάκι, ένα μπλουζάκι και ό,τι παπούτσια είχα – μπασκετικά μάλιστα, ούτε καν δρομικά.

Θυμάμαι ότι είχα πάει σε ένα μαγαζί και πήρα ό,τι πιο οικονομικό υπήρχε, γιατί τότε δεν είχα ούτε τη γνώση ούτε την οικονομική δυνατότητα. Ετσι ξεκίνησα. Με τα απολύτως βασικά».

«Αν με ρωτάτε για τη ζωή μου, ο μεγαλύτερος αγώνας που έχω κερδίσει – αυτός που είναι ο πιο ουσιαστικός – είναι ο πρώτος μου το 2013»

Ας ανατρέξουμε, λοιπόν, σε εκείνον τον πρώτο σας μαραθώνιο. Τι σκεφτόσασταν όταν βρεθήκατε πίσω από τη γραμμή της εκκίνησης;

«Ημουν λίγο στο άγνωστο, παρέα με ακόμα πέντε-έξι άτομα. Υπήρχε χαβαλές, ομολογώ. Δεν είχα άγχος για ρυθμούς ή στρατηγικές, γιατί πολύ απλά δεν γνώριζα. Είχα πάει για να το ζήσω».

Τελικά, όμως, η διαδρομή προς την Αθήνα αποδείχθηκε σκληρή.

«Μέχρι τα πρώτα 20 χιλιόμετρα ήμουν καλά. Είχα ξεκινήσει όμως γρήγορα, χωρίς στρατηγική, και αυτό μού κόστισε. Δεν ήμουν προπονημένος στο τρέξιμο – παρότι γυμναζόμουν, το τρέξιμο ήταν άλλο πράγμα.

Μετά το 20ό χιλιόμετρο άρχισαν οι πόνοι και οι δυσκολίες. Σκεφτόμουν συνεχώς ότι δεν θα τα καταφέρω. Στο 32ο χιλιόμετρο σταμάτησα, βγήκα από τη διαδρομή και έκατσα σε ένα πεζοδρόμιο. Είχα κράμπες και έντονη αφυδάτωση. Οι διασώστες μού είπαν να μη συνεχίσω.

Εκεί σχεδόν το πήρα απόφαση ότι είχε τελειώσει. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, είχα μια αναλαμπή. Σκέφτηκα πως αν δεν κατάφερνα να τερματίσω, δεν θα “καθάριζα” ποτέ από τις ουσίες. Θυμάμαι ότι ανατρίχιασα, σηκώθηκα από το πεζοδρόμιο και συνέχισα».

«Οταν αποφάσισα να μοιραστώ την ιστορία μου, το είχα δουλέψει μέσα μου. Ημουν ήδη συμφιλιωμένος με τον εαυτό μου»

Βάλατε, δηλαδή, ένα πολύ δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό σας.

«Ναι. Κάθε χιλιόμετρο από εκεί και μετά ήταν σαν δέκα. Μαρτύριο. Οσο πλησίαζα, όμως, έπαιρνα ψυχική δύναμη. Συνειδητοποιούσα το μέγεθος αυτού που έκανα και αυτό με ανέβαζε. Τερματίζοντας, ένιωσα κάτι μαγικό. Εφυγε ο πόνος, ένιωσα λύτρωση και ικανοποίηση.

Εβλεπα τον κόσμο στο Καλλιμάρμαρο να συγκινείται και έκλαψα με λυγμούς. Δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο έντονα συναισθήματα – ούτε με τη χρήση ούτε με το ποδόσφαιρο ούτε με τίποτα άλλο στη ζωή μου».

Τερματίσατε μόνος;

«Ναι. Οι φίλοι μου που είχαμε ξεκινήσει μαζί, ήρθαν αργότερα. Στο Καλλιμάρμαρο συνάντησα τυχαία και τη μητέρα ενός παιδιού από το πρόγραμμα απεξάρτησης. Την αγκάλιασα και κλαίγαμε μαζί».

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Και από εκείνη την ημέρα, το 2013, δεσμευθήκατε ότι θα τρέξετε και την επόμενη χρονιά;

«Ακριβώς. Είπα όμως ότι την επόμενη φορά θα ήμουν προετοιμασμένος, θα σεβόμουν το σώμα μου. Οχι για πρωταθλητισμό ή για μετάλλια – απλώς για να είμαι έτοιμος. Εκείνον τον πρώτο μου μαραθώνιο τον τερμάτισα σε 3:59:59. Την επόμενη χρονιά έτρεξα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και έκανα 2 ώρες και 47 λεπτά.

Ομως ακόμα και τότε το τρέξιμο δεν έγινε “επαγγελματικό”· έγινε επίσημο. Αργότερα ήρθαν τα 10άρια, τα 5άρια και το 2017 το πρώτο μετάλλιο στον Μαραθώνιο της Αθήνας (σ.σ.: χάλκινο στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Μαραθωνίου Ανδρών)».

Και το 2023, δέκα χρόνια μετά τον πρώτο εκείνο αγώνα, πετύχατε την πρώτη σας νίκη στον Αυθεντικό Μαραθώνιο.

«Είχαν προηγηθεί δύο πολύ δύσκολες χρονιές. Το 2021 δεν έτρεξα λόγω COVID-19, το 2022 ήμουν τραυματίας. Το 2023 πήγα συντηρητικά, χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Μετά τα μισά κατάλαβα ότι είμαι καλά, έμεινα μόνος μπροστά και το πίστεψα. Τερμάτισα πρώτος Ελληνας – ήταν η πρώτη μου νίκη. Ενιωσα ολοκλήρωση».

«Εβλεπα τον κόσμο στο Καλλιμάρμαρο και έκλαψα με λυγμούς. Δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο έντονα συναισθήματα – ούτε με τη χρήση ούτε με το ποδόσφαιρο ούτε με τίποτα στη ζωή μου»

Αυτός θα λέγατε πως είναι και ο αγώνας της ζωής σας;

«Σίγουρα οι διακρίσεις μου, όπως η νίκη μου το ’23 ή εφέτος στον Αυθεντικό Μαραθώνιο, είναι οι πιο δυνατές στιγμές στην καριέρα μου. Απαιτούσαν τεράστια προσπάθεια.

Αν με ρωτάτε όμως για τη ζωή μου, ο μεγαλύτερος αγώνας που έχω κερδίσει – αυτός που είναι ο πιο ουσιαστικός – είναι ο πρώτος μου. Εκείνος ο μαραθώνιος όπου ανακάλυψα τι σημαίνει τρέξιμο για εμένα και έγινα ο άνθρωπος που είμαι σήμερα».

Αλήθεια, ο πρωταθλητισμός σάς έχει στερήσει κάτι από τη χαρά τού τρεξίματος;

«Η αλήθεια είναι πως ο πρωταθλητισμός σε αυτό το επίπεδο έχει πολύ άγχος. Υπάρχουν πολλά πράγματα που καλείσαι να διαχειριστείς. Δεν θα πω ψέματα, κι εγώ τα βιώνω όλα αυτά και προσπαθώ να τα ελέγξω όσο καλύτερα μπορώ.

Υπάρχουν στιγμές που λέω: “Πω πω, λες να μην τα καταφέρω; Λες αυτό το άγχος να με καταβάλει και να μη βγει αυτό που πραγματικά μπορώ να κάνω;”.

Πολλοί με ρωτούν πώς τα καταφέρνω και μου λένε ότι φαίνομαι ήρεμος. Τους απαντώ: “Παιδιά, φυσικά και αγχώνομαι. Δεν είμαι μηχάνημα που το προγραμματίζεις, άνθρωπος είμαι”.

Πιστεύω, μάλιστα, πως τα συναισθήματα είναι πάνω-κάτω τα ίδια για κάθε δρομέα. Ακόμα και για έναν ερασιτέχνη, από τη στιγμή που έχει κάνει θυσίες και προετοιμασία, το στρες της προσπάθειας παραμένει το ίδιο».

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Σας βαραίνουν καμιά φορά η δημοσιότητα που έχουν φέρει οι διακρίσεις αλλά και το ενδιαφέρον για την προσωπική σας ιστορία;

«Μόνο από την άποψη ότι θέλω να ανταποκρίνομαι σε όλες τις προσκλήσεις για ομιλίες, αλλά δεν έχω πάντα τον χρόνο. Υπάρχουν περίοδοι που πρέπει να εστιάζω αποκλειστικά στην αθλητική μου ρουτίνα. Τότε μόνο νιώθω κάποιες ενοχές».

Τόσο στις συνεντεύξεις όσο και στις ομιλίες σας στα σχολεία, επιστρέφετε στην ιστορία της εξάρτησης, σε μια τραυματική περίοδο. Σας δυσκολεύει συναισθηματικά αυτή η νοητή επιστροφή;

«Σίγουρα πέρασα δύσκολα μέσα σε αυτά τα έξι χρόνια, αλλά πλέον είμαι καλά. Οταν αποφάσισα να μοιραστώ την ιστορία μου, το είχα δουλέψει μέσα μου. Ημουν συμφιλιωμένος με τον εαυτό μου. Είπα: “Οκ, θα το μοιραστώ” και νιώθω άνετα να μιλήσω ανοιχτά.

Πρώτον, γιατί είμαι εγώ καλά και, δεύτερον, γιατί θέλω, αν μπορώ, έτσι να βοηθήσω έστω και έναν άνθρωπο. Φυσικά, όταν μιλάω και θυμάμαι φίλους που έχουν φύγει από τη ζωή, στενοχωριέμαι. Αλλά έχουν περάσει χρόνια, είναι γεγονότα που έχουν πλέον βρει τη θέση τους μέσα μου».

Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να ξεφύγετε από τη χρήση ουσιών; Πώς αποφασίζει κανείς αυτή τη δύσκολη αλλά σωτήρια αλλαγή;

«Κακά τα ψέματα, όταν ένας άνθρωπος έχει πρόβλημα με ουσίες, η απόφαση είναι κατά κύριο λόγο δική του. Εγώ όμως ήμουν τυχερός γιατί είχα την υποστήριξη της οικογένειάς μου. Από την αρχή και σε όλες τις φάσεις».

«Σκέφτηκα πως αν δεν κατάφερνα να τερματίσω, δεν θα “καθάριζα” ποτέ από τις ουσίες. Θυμάμαι ότι ανατρίχιασα, σηκώθηκα από το πεζοδρόμιο και συνέχισα»

Αρα η οικογένεια δεν σας έκλεισε ποτέ την πόρτα;

«Ποτέ. Φανταστείτε ότι όταν µε συνέλαβαν µε µια µεγάλη ποσότητα ουσιών, είχα ένα δύσκολο δικαστήριο και έπρεπε να πληρώσω εγγύηση για να µην προφυλακιστώ. Η οικογένειά µου πλήρωσε για να µην µπω φυλακή.

Αν είχα μπει φυλακή, δεν ξέρω αν θα ήμασταν εδώ σήμερα και αν θα μιλούσαμε. Δεν ξέρω πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή μου. Η οικογένεια έπαιξε καθοριστικό ρόλο, αλλά υπήρχε και μέσα μου η βαθιά επιθυμία για αλλαγή. Ηταν μια απόφαση καθαρή, ειλικρινής και αληθινή».

Είχατε προσπαθήσει να απεξαρτηθείτε και εκτός ειδικών προγραμμάτων;

«Ναι, αρκετές φορές. Κάποτε είχαμε φύγει με έναν φίλο μου για ένα χωριό, για να “κόψουμε”. Πίναμε όλα τα άλλα εκτός από ηρωίνη, γιατί νομίζαμε ότι μόνο εκείνη ήταν το πρόβλημα.

Τελικά, επειδή το μυαλό δεν λειτουργούσε φυσιολογικά, αργά ή γρήγορα επιστρέφαμε και στην ηρωίνη».

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Αυτές οι αποτυχημένες προσπάθειες δεν σας αποθάρρυναν;

«Οταν κάνεις προσπάθειες, έστω και αποτυχημένες, σημαίνει κατ’ αρχάς ότι θέλεις να προσπαθήσεις. Το πρόγραμμα ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Στη χρήση υπήρχε μια πεποίθηση στην παρέα ότι “αφού μπλέξαμε, τελειώσαμε, δεν κόβεται”. Το λες αυτό για να δικαιολογήσεις την κατάστασή σου.

Κάποια στιγμή, όμως, είπα στον εαυτό μου: “Οχι ρε συ, δεν έχω κάνει ακόμα μια ουσιαστική προσπάθεια”. Δεν είχα δοκιμάσει να τα κόψω όλα για να δω πώς είναι, ούτε είχα πάει σε πρόγραμμα για να βρω τους λόγους που έπινα, ώστε να μην ξανακυλήσω.

Εβαζα μικρούς στόχους. Στην αρχή έλεγα “θα κάτσω μία εβδομάδα”, γιατί η μετάβαση από την πλατεία στο πρόγραμμα είναι πολύ δύσκολη.

Επέλεξα η κοινότητα να είναι “κλειστή” για εμένα στην αρχή, παρόλο που ακολουθούσε το ανοιχτό μοντέλο. Ηθελα να είμαι εκεί, με παιδιά που είχαν περάσει τα ίδια και με καταλάβαιναν. Ηταν ένα περιβάλλον προστατευμένο».

«Ούτε είχα φανταστεί τον εαυτό μου δρομέα, ούτε περίμενα ότι θα έτρεχα μαραθώνιο στη ζωή μου»

Αν μπορούσατε να διαγράψετε αυτή την εξαετία από τη ζωή σας, θα το κάνατε; Ή τη θεωρείτε σημαντική για αυτό που είστε σήμερα;

«Ετσι όπως εξελίχθηκε η ζωή μου, θα πω ότι αυτά τα έξι χρόνια με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα. Ομως, δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Δεν υπάρχει “ελαφριά” και “βαριά” χρήση. Από μια τζούρα μπορείς να πάθεις μια μη αναστρέψιμη βλάβη. Είναι αλήθεια, το έχω δει να συμβαίνει.

Στη δική μου περίπτωση, έπαιζα κορόνα-γράμματα τη ζωή μου κάθε μέρα. Το “καλό” που μου άφησε αυτή η περίοδος είναι ότι πλέον βλέπω τα τωρινά μου προβλήματα με άλλη ματιά.

Μιλάτε για οριακές στιγμές.

«Στον κόσμο των ουσιών δεν υπάρχουν όρια. Είναι ένας φαύλος κύκλος: ναρκωτικά, κλοπές, φυλακές, θάνατοι. Το μυαλό είναι θολωμένο και κάνεις τα πάντα για τη δόση σου. Εγώ έκανα διακίνηση και κλοπές. Αλλοι φίλοι μου έφτασαν ως την πορνεία».

Σήμερα πώς είναι η καθημερινότητά σας;

«Προπόνηση, ξεκούραση, διατροφή. Τρέχω 120-140 χιλιόμετρα την εβδομάδα. Σε λίγες ημέρες φεύγω για προετοιμασία στην Κύπρο».

Αγαπημένη απόσταση και διαδρομή;

«Ο μαραθώνιος. Για προπόνηση, η Παραλιακή: από το Φάληρο έως το Καβούρι. Τρέχω επίσης πολύ στο Πάρκο Τρίτση και τα καλοκαίρια προπονούμαι στο Καρπενήσι».

«Στον κόσμο των ουσιών δεν υπάρχουν όρια. Είναι ένας φαύλος κύκλος: ναρκωτικά, κλοπές, φυλακές, θάνατοι»

Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να τρέξει μαραθώνιο;

«Να μην κάνει αυτό που έκανα εγώ στον πρώτο μου αγώνα! (σ.σ.: γελάει). Να προετοιμαστεί σωστά, με άνθρωπο που γνωρίζει το αντικείμενο.

Να μην έχει στόχο τον χρόνο, αλλά τον τερματισμό. Και να είναι έτοιμος ψυχικά. Τα χιλιόμετρα εκπαιδεύουν και το σώμα και το μυαλό».

Εχετε κάποιο γούρι στους αγώνες;

«Τα κομποσκοίνια μου και τον σταυρό μου. Εχω και κάποια “ψευτογούρια”, όπως η κορδέλα που φοράω στο κεφάλι».

Είναι το σήμα κατατεθέν σας.

«Ναι, έχω τρεις ίδιες άσπρες και μία μπλε, αλλά πάντα στους αγώνες φοράω την άσπρη».

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Τι σας έχει μάθει το τρέξιμο;

«Στο τρέξιμο περνάς πολλές ώρες μόνος – άρα έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου. Για εμένα είναι θεραπευτικό.

Αν είμαι νευριασμένος, στενοχωρημένος ή έχω να πάρω μια δύσκολη απόφαση, με το που θα τρέξω, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν. Είτε θα βρω τη λύση είτε θα ηρεμήσω. Είναι καθαρή ψυχοθεραπεία».

Θα το σταματούσατε ποτέ;

«Σε αυτό το επίπεδο, κάποια στιγµή, βιολογικά θα γίνει. Αλλά το τρέξιµο γενικά δεν νοµίζω ότι µπορώ να το κόψω. Είναι σαν να µου λέτε να σταµατήσω να αναπνέω. Είναι κοµµάτι της ζωής µου πλέον».

Με τι τρέχετε τελικά; Με τα πόδια, με το μυαλό ή με την ψυχή;

«Είναι συνδυασμός. Αν έχεις κάνει καλή προπόνηση, τα πόδια αντέχουν. Το μυαλό, όμως, πρέπει να λειτουργεί σωστά για να διαχειριστείς τη διαδικασία. Και στο τέλος, ό,τι ψυχικό απόθεμα έχεις, βγαίνει στο τελευταίο και πιο δύσκολο κομμάτι».

Αρα, στο τέλος μιλάει η ψυχή;

«100%».

Η φωτογράφιση πραγµατοποιήθηκε στο Athènèe Athens (Βουκουρεστίου 9 & Πανεπιστηµίου, Αθήνα). Φωτογράφος: Ανδρέας Σιμόπουλος, Styling: Αριστείδης Ζώης, Grooming: Irida Anca (Beehive Artists)