Ας υποθέσουμε ότι βρίσκεστε σε ένα κοκτέιλ πάρτι, μια εκδήλωση δικτύωσης, μια συγκέντρωση γνωριμιών ή μια γιορτή στην ενορία σας. Ορισμένες συναναστροφές σάς είναι αρκετά ευχάριστες. Αλλες είναι κουραστικές, αν όχι εξαιρετικά επώδυνες. Και ύστερα στέκεστε τυχεροί και γνωρίζετε κάποιον με τον οποίο νιώθετε μια άμεση σύνδεση. Η κουβέντα μοιάζει να εκτυλίσσεται αβίαστα. Πιάνετε τον εαυτό σας να λέει πράγματα όπως «Ναι!» και «Ακριβώς!». Νιώθετε επιβεβαίωση και ανάταση από τη συνάντηση αυτή και, επί της ουσίας, είναι ο λόγος για τον οποίο ήρθατε εξαρχής στην εκδήλωση.

Η ιδιότυπη χημεία που μας κάνει να ταιριάζουμε με κάποιους ανθρώπους από την πρώτη στιγμή ενώ με άλλους όχι – σε ερωτικό ή φιλικό επίπεδο – απασχολεί τους ποιητές εδώ και αιώνες, αλλά μόλις πρόσφατα τράβηξε την προσοχή των επιστημόνων. Χάρη στην πρόοδο της βιομετρικής τεχνολογίας και της τεχνολογίας απεικόνισης του εγκεφάλου, οι ερευνητές έχουν κάνει εντυπωσιακές ανακαλύψεις για το τι συμβαίνει όταν συναναστρεφόμαστε άλλους ανθρώπους. Τείνουμε να καθρεφτίζουμε τις κινήσεις, τη στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου και τις χειρονομίες ο ένας του άλλου. Επιπλέον, όμως, συγχρονίζονται μυστηριωδώς οι παλμοί της καρδιάς μας, η αρτηριακή πίεση, η διαστολή της κόρης των ματιών μας και η ορμονική δραστηριότητα. Κατά τη διάρκεια συζητήσεων που μας ενδιαφέρουν πραγματικά παρατηρείται ένας σχετικός συγχρονισμός, ή σύζευξη, των νευρωνικών μοτίβων ή εγκεφαλικών κυμάτων. Εσείς και το άλλο άτομο, εκείνη τη στιγμή, σκέφτεστε το ίδιο.

Οι νευροεπιστήμονες αποκαλούν αυτού του είδους τη συντονισμένη κίνηση και δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος «διαπροσωπικό συγχρονισμό». Σκεφτείτε την ως ένα είδος έκτης αίσθησης (σαν του Σπάιντερμαν), που σας δίνει σήμα αν κάποιος είναι φίλος ή εχθρός – και, φυσικά, σεξουαλικά συμβατός. «Μιλάμε για έναν πολύ παλιότερο, εξελικτικό, πιο ζωώδη τρόπο κατανόησης του κοινωνικού γίγνεσθαι» λέει η δρ Ελίσκα Προχάζκοβα, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Μονάδα Γνωστικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Λάιντεν, στην Ολλανδία.

Πράγματι, φαίνεται πως είμαστε προγραμματισμένοι να ασκούμε ένα είδος βαθιά εδραιωμένης βιωματικής υποκριτικής στις κοινωνικές περιστάσεις, «χρησιμοποιώντας πληροφορίες που δεν χρειάζεται να τις συνειδητοποιήσουμε, να τις επεξεργαστούμε ή να τις συναγάγουμε» λέει η Προχάζκοβα. Καθρεφτίζοντας υποσυνείδητα ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες συσπάσεις της έκφρασης και τον βιολογικό ρυθμό των άλλων ανθρώπων, γινόμαστε αγωγοί των σκέψεων και των συναισθημάτων τους. Οταν χαμογελάμε αντανακλαστικά βλέποντας τη χαρά κάποιου άλλου, νιώθουμε την ευτυχία του. Οταν τιναζόμαστε βλέποντας κάποιον άλλο να χτυπάει, νιώθουμε τον πόνο του. Οταν οι παλμοί μας συγχρονίζονται με την καρδιά κάποιου που χτυπά γοργά, νιώθουμε το άγχος του. Το κακό είναι ότι ενίοτε παρασυρόμαστε τόσο πολύ από την ένταση, τον θυμό ή τον φόβο των άλλων, που δεν μπορούμε να διακρίνουμε πού τελειώνουν εκείνοι και πού αρχίζουμε εμείς.

Τι συμπέρασμα πρέπει να βγάλουμε, λοιπόν, από όλα αυτά; Δεδομένης της δυναμικής, υποσυνείδητης και αυτόνομης φύσης του διαπροσωπικού συγχρονισμού, μάλλον δεν θα πρέπει να είμαστε πολύ αυστηροί με τον εαυτό μας αν δεν μπορούμε να πούμε ότι συμπαθούμε όλους τους ανθρώπους που συναντάμε. Αν και οφείλουμε όλοι να προσπαθούμε να είμαστε ευγενικοί και να τα πηγαίνουμε καλά με τους άλλους, μέρος της ωριμότητας είναι να συνειδητοποιήσετε ότι δεν θα σας κάνουν όλοι κλικ. Δεν πειράζει· είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων. Γι’ αυτό είναι τόσο ξεχωριστό το να ταιριάξετε με κάποιον από την πρώτη στιγμή και θα πρέπει να το εκτιμάτε και να καλλιεργείτε αυτή τη σχέση.

Πολύ συχνά οι άνθρωποι περνούν χρόνο με φίλους ή «άσπονδους φίλους» από συνήθεια, επειδή τους εξυπηρετεί ή λόγω κοινωνικής θέσης, ίσως πίνοντας υπερβολικά ή γελώντας πολύ δυνατά για να καλύψουν την έλλειψη συγχρονισμού. Ή απλώς δεν σκέφτονται πώς τους κάνουν οι άλλοι να νιώθουν, το οποίο πλέον γνωρίζουμε ότι δεν αφορά απλώς τα συναισθήματα που γεννιούνται. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, γινόμαστε οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε.

«Αν συγχρονιστώ μαζί σου, το σφάλμα πρόβλεψης ελαχιστοποιείται» λέει ο δρ Ολιβερ Σόντερς Γουάιλντερ, ερευνητής του διαπροσωπικού συγχρονισμού που συνεργάζεται με την Ομάδα Συναισθηματικής Υπολογιστικής (Affective Computing Group) του MIT. Οταν δεν συγχρονιζόμαστε, λέει, το βιώνουμε σαν ένα τράνταγμα ή μια σουβλιά κοινωνικής δυσφορίας, που «είναι ο εγκέφαλός σας που εργάζεται λίγο πιο σκληρά για να διορθώσει τις προβλέψεις που είναι λανθασμένες». Ως αποτέλεσμα, η αλληλεπίδραση μοιάζει, και είναι όντως, πιο κοπιώδης.

Αν και δεν έχουν όλοι υψηλή συναισθηματική επίγνωση, οι περισσότεροι από μας μπορούμε εύκολα να ξεχωρίσουμε κάποιον που είναι «δύσκολος άνθρωπος» από κάποιον που είναι εύκολος στη συναναστροφή. Στη δεύτερη περίπτωση, εσείς και το άλλο άτομο βρίσκεστε κυριολεκτικά στο ίδιο μήκος κύματος. Δεν αποκλείεται όμως και να συγχρονιστείτε υπερβολικά – όπως όταν το άγχος του/της συζύγου σας σάς φέρνει άγχος και μαζί κλιμακώνετε την ένταση έως ότου ξεσπά μια επική έκρηξη, χωρίς να καταλαβαίνετε πώς τα πράγματα βγήκαν εκτός ελέγχου τόσο άσχημα.

Το κόλπο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να συνειδητοποιήσετε ότι μπορεί άθελά σας να καθρεφτίζετε τον θυμό, την οργή ή το άγχος του άλλου, και έτσι να συνέλθετε. Είναι πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις, γιατί όταν ενσωματώνουμε κάποιον άλλον, βιώνουμε τα συναισθήματα και τη φόρτισή του σαν να είναι όντως δικά μας. Αν το προλάβετε όμως, κάνοντας απλά πράγματα, όπως παίρνοντας βαθιές ανάσες, αλλάζοντας τη στάση του σώματός σας και χαλαρώνοντας τους μυς του προσώπου και των ώμων σας, μπορείτε να βοηθήσετε στην αλλαγή του ρυθμού της συνάντησης. Σε πολλές περιπτώσεις, θα κάνει πίσω και ο άλλος και ίσως αρχίσει να συγχρονίζεται εκείνος μαζί σας.

Ο ερευνητής του συγχρονισμού και ψυχοθεραπευτής δρ Ρίτσαρντ Παλούμπο συμβουλεύει να φαντάζεστε ότι πατάτε ένα κουμπί σίγασης κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα φορτισμένων αλληλεπιδράσεων, ώστε να εστιάζετε λιγότερο στις λέξεις που χρησιμοποιεί ο άλλος και περισσότερο στο πόσο αναστατωμένος είναι και στο ενδεχόμενο να έχετε συντονιστεί και εσείς με αυτό. «Είναι η φυσική τάση του ανθρώπου να συγχρονίζεται με κάποιον άλλον» λέει. «Το να το συνειδητοποιήσουμε, από την άλλη, δεν έρχεται τόσο φυσικά».

Μερικές φορές χρειάζεται να αποσυνδεθούμε για να ισορροπήσουμε και να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Για να αντέξει όμως μια σχέση στον χρόνο πρέπει να είμαστε πιο συχνά συγχρονισμένοι παρά αποσυνδεδεμένοι. Το μεγαλείο είναι να μαθαίνεις να ακολουθείς τη ροή των πραγμάτων.