Πίσω στο 1952, ο Τζον Κέιτζ, πειραματιστής, θεωρητικός της μουσικής και ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς συνθέτες του 20ού αιώνα, έγραψε το «4’33”», μια avant-garde σύνθεση χωρισμένη σε τρία μέρη, στην οποία οι εκτελεστές δεν παίζουν απολύτως κανένα όργανο, επιτρέποντας στους περιβαλλοντικούς ήχους να γίνουν η μουσική. Με αυτόν τον τρόπο ο Κέιτζ ήθελε να τονίσει μια πικρή αλήθεια: H πραγματική σιωπή δεν υπάρχει.
Οσοι ζουν στην Αθήνα ή σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πόλη μπορούν, φορώντας τις ωτοασπίδες τους ή τουλάχιστον τα ακουστικά τους, να το επιβεβαιώσουν. Η ηχορρύπανση, αυτή η ταλάντωση μορίων που προκαλούν κόρνες, τρυπάνια και δυνατές συζητήσεις, είναι το soundtrack της ζωής μας που αντί να ντύνει διακριτικά τις στιγμές μας – όπως θα ήθελε και ο Τζον Κέιτζ – δονεί τα θεμέλια του εσωτερικού μας κόσμου.
Κανένας έλεγχος
«Ο θόρυβος είναι εισβολή στον προσωπικό χώρο» λέει ο Ανδρέας, που παρά τις συνεχείς συστάσεις στον γείτονά του για την ένταση της τηλεόρασης δεν κατάφερε να βρει την ησυχία του. Για ένα διάστημα, μάλιστα, η τηλεόραση στο διπλανό διαμέρισμα καθόριζε τον ύπνο του και κατ’ επέκταση τη διάθεσή του την επόμενη μέρα. Τελικά, κατέφυγε στη χρήση κλειστού τύπου ωτοασπίδων. «Ακόμα και στα διακριτά όρια του χώρου σου, δεν έχεις κανέναν πραγματικό έλεγχο».
Ο Ανδρέας ζει στην Καισαριανή, στα σύνορα με την Πανεπιστημιούπολη, και το μπαλκόνι του μοιάζει με VIP θέση για όλα τα μουσικά και πολιτιστικά δρώμενα που φιλοξενούνται στα «Γηπεδάκια». Είτε είναι πενήντα άτομα είτε μερικές χιλιάδες, «το σπίτι δονείται το ίδιο, ο σκύλος φυσικά λουφάζει τρομαγμένος, συχνά μέχρι να ανατείλει ο ήλιος, αφού στο τέλος κάνουν και ένα rave πάρτι μετά το παραδοσιακό γλέντι, αδιαφορώντας για τους κατοίκους των γύρω περιοχών».
Μεταπανδημικά «ξεπήδησε» και ένα φεστιβάλ, που ζει με την ίδια ένταση, από τους ελέγχους ήχου πριν από τις συναυλίες το μεσημέρι έως τα μεσάνυχτα, σε όλη του την καλοκαιρινή διάρκεια. «Ολα αυτά», τονίζει ο Ανδρέας, «ήρθαν να προστεθούν στο ήδη βεβαρημένο ηχητικό αποτύπωμα της Αθήνας. Αυτοκίνητα, εξωφρενικά πολλά μηχανάκια, φορτηγά, εργοτάξια και φυσικά ο τρόπος που εκδηλώνει ο καθένας μας την παρουσία του και τις ανάγκες του αδιαφορώντας για τον διπλανό του». Οι κάτοικοι του Παγκρατίου ή των Εξαρχείων μάλλον συμφωνούν, ειδικά στο κομμάτι της ψυχαγωγικής/κοινωνικής ηχορύπανσης.
Ο αδιάκοπος θόρυβος αποτελεί ένα από τα πιο υποτιμημένα, αλλά σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα της σύγχρονης πόλης. Στην Ευρώπη, πάνω από 20% των κατοίκων εκτίθενται καθημερινά σε επίπεδα θορύβου πάνω από 55 dB, ενώ με βάση τα πιο αυστηρά όρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (53 dB κατά τη διάρκεια της ημέρας και 45 dB για τη νύχτα) το ποσοστό αυτό ανεβαίνει πάνω από 30%.
Στην Αθήνα ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εκτίθεται καθημερινά σε επικίνδυνα επίπεδα θορύβου, κυρίως από την οδική κυκλοφορία. Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχουν πλήρως ενημερωμένοι χάρτες θορύβου και οι ελληνικές πόλεις, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, δεν διαθέτουν επαρκή επίσημα στοιχεία για τη στοχευμένη αντιμετώπιση της ηχορρύπανσης.
Ωστόσο, στη Στρατηγική Χαρτογράφηση Θορύβου του πολεοδομικού συγκροτήματος Αθήνας, που ετέθη τον Δεκέμβριο σε δημόσια διαβούλευση από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, περιοχές όπως η Καλλιθέα, η Νέα Σμύρνη και η Νέα Φιλαδέλφεια καλύπτονται από σκούρο πορτοκαλί χρώμα, που σημαίνει ότι ο θόρυβος κυμαίνεται από 55 dB και σε κάποια σημεία, ειδικά κοντά στους μεγάλους δρόμους, υπερβαίνει τα 75 dB.
Η γεωμετρία της πόλης
«Υπάρχουν υλικά που ανακλούν και υλικά που απορροφούν, αποσβαίνουν δηλαδή τα μηχανικά κύματα του ήχου» λέει η αρχιτέκτονας – μηχανικός, κυρία Μίνα Ψυχογιού. «Σημαντικότατο ρόλο όμως παίζει η γεωμετρία. Δρόμοι στενοί, με ψηλά κτίρια, εγκλωβίζουν τους ήχους, σαν χοάνη».
Αν σχεδιάζαμε την Αθήνα από την αρχή για να μειώσουμε τα επίπεδα της ηχορρύπανσης, και εφόσον αποδεχόμαστε ότι η μεγαλύτερη πηγή του θορύβου είναι τα αυτοκίνητα, «ο σχεδιασμός θα κινούνταν γύρω από την οργάνωση της κυκλοφορίας ώστε να ενθαρρύνει την χρήση άλλων μέσων όπως τα ποδήλατα. Κομβικό εργαλείο είναι και το “πράσινο”. Τα δέντρα και τα φυτά βοηθούν στην διάχυση του ήχου, μεταξύ όλων των άλλων πλεονεκτημάτων τους».
Η Αθήνα είναι μία πόλη με κτιριακή ηλικία άνω των 50 ετών, ξεκινώντας από το Κέντρο και κινούμενοι προς τα προάστια. «Θα έλεγα πως αυτό, αναφορικά με το ζήτημα της ηχορύπανσης, επιδρά πρωτίστως σε εμάς όταν είμαστε μέσα στα κτίρια, ως κάτοικοι, και ύστερα όταν κυκλοφορούμε στην πόλη. Τα παλιά και κακοσυντηρημένα κτίρια προσφέρουν μικρή προστασία απέναντι στους θορύβους» συμπληρώνει η κυρία Ψυχογιού.
Οι επιπτώσεις στην υγεία
Σύμφωνα με την έκθεση «Environmental Noise in Europe 2025» του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, η μακροχρόνια έκθεση σε θόρυβο συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία: δεκάδες χιλιάδες νέες καρδιοπάθειες, προβλήματα ύπνου και ψυχολογικές διαταραχές, ενώ τα παιδιά εμφανίζουν δυσκολίες ανάγνωσης και συμπεριφορικά προβλήματα.
Οπως λέει στο «Β» ο καρδιολόγος κ. Ηλίας Τσούγκος, η ηχορρύπανση έχει συσχετιστεί τα τελευταία χρόνια με εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης. «Πραγματοποιήθηκε μια μελέτη στο Λονδίνο σε ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται σε πολυσύχναστους δρόμους με ημερήσια και νυχτερινή έκθεση σε θόρυβο από διερχόμενα οχήματα. Η μακροπρόθεσμη έκθεση σε ηχορύπανση αυξάνει την καρδιαγγειακή νοσηρότητα, ιδιαίτερα την επίπτωση σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο».
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο καταιγιστικός ρυθμός της καθημερινότητας στην προσπάθεια να προλάβουμε τα πάντα και η πίεση που γεννά αυτή η διαρκής επιτάχυνση επηρεάζουν αναπόφευκτα την ψυχική υγεία. Το ίδιο και ο αδιάκοπος θόρυβος που πλαισιώνει όλα τα παραπάνω. Η ψυχολόγος κυρία Αγγελική Καβαλλιεράτου βλέπει την ηχορύπανση ως έναν σταθερό, αόρατο στρεσογόνο παράγοντα που επηρεάζει σε βάθος τη λειτουργία του νευρικού μας συστήματος και τη συναισθηματική μας ισορροπία. «Οταν το περιβάλλον είναι γεμάτο έντονους, απρόβλεπτους ή συνεχείς θορύβους (κυκλοφορία, μηχανήματα, φωνές, σειρήνες), το σώμα παραμένει σε μια διαρκή κατάσταση εγρήγορσης, ακόμη κι αν το άτομο δεν το συνειδητοποιεί».
Σε επίπεδο οργανικό, επισημαίνει η κυρία Καβαλλιεράτου, «ενεργοποιείται χρόνιο στρες, αυξάνονται τα επίπεδα κορτιζόλης, διαταράσσονται ο ύπνος και η συγκέντρωση και μειώνεται η ικανότητα χαλάρωσης», ενώ σε επίπεδο ψυχισμού «αυξάνεται η ευερεθιστότητα και η συναισθηματική κόπωση, ενισχύεται το άγχος και το αίσθημα “δεν έχω χώρο”, δυσκολεύεται η εσωτερική αίτηση ηρεμίας, η επεξεργασία σκέψεων και συναισθημάτων, το άτομο μπορεί να βιώνει μια διάχυτη ένταση χωρίς σαφή αιτία».






