Ζούμε στην εποχή των αλγορίθμων. Και σε αυτό το περιβάλλον της ψηφιακής κατανάλωσης, η μουσική αντιμετωπίζεται ως άλλο ένα προϊόν εμπειρίας με σαφή εμπορική αξία. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι τεχνολογίες αιχμής επιστρατεύονται για να βελτιώσουν τον τρόπο που ακούμε… αλλά και βιώνουμε τη μουσική.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Chill Brain-Music Interface (C-BMI), το οποίο αναπτύχθηκε από ιάπωνες επιστήμονες. Το εργαλείο C-BMI συνδυάζει τη δύναμη των Νευροεπιστημών και της Τεχνητής Νοημοσύνης ώστε να κατανοήσει την εμπειρία της ακρόασης, το πώς η μουσική προκαλεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και τελικά… ρίγη στο σώμα!
Αμεση εφαρμογή είναι η δημιουργία εξατομικευμένων μουσικών λιστών για την καλύτερη εμπειρία ακρόασης, μια δυνατότητα ιδιαίτερα σημαντική στην εποχή των εφαρμογών ψηφιακής διανομής (κοινώς πλατφόρμες streaming).
Καταγράφοντας την εγκεφαλική δραστηριότητα
Η μουσική διαθέτει τη μοναδική ικανότητα να ξυπνάει μνήμες και συναισθήματα, προκαλώντας ταυτόχρονα σωματικές αντιδράσεις, όπως το ξαφνικό ρίγος που μας διαπερνά όταν ένας ήχος συντονίζεται με το συναίσθημά μας. Αυτή η εμπειρία είναι μέρος ενός ευρύτερου νευρολογικού φαινομένου, κατά το οποίο ενεργοποιούνται περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ευχαρίστηση.
Η μελέτη αυτής της νοητικής διαδικασίας έχει σαφώς μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον, όμοια με κάθε μικρό βήμα που μας φέρνει πιο κοντά στην κατανόηση του μοναδικά πολύπλοκου ανθρώπινου εγκεφάλου.
Το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος τη στιγμή που ο άνθρωπος ακούει μουσική δεν είναι όμως εύκολο να προβλεφθεί. Αυτό περιορίζει την αξιοποίηση των ψυχολογικών και σωματικών οφελών της ακρόασης παρά την πρόσβαση σε τεράστιες μουσικές βιβλιοθήκες που παρέχουν οι κοινές πλατφόρμες streaming.
Οι σημερινοί αλγόριθμοι αυτών των εφαρμογών βασίζονται κυρίως στο ιστορικό ακροάσεων χωρίς να έχουν επίγνωση της τρέχουσας συναισθηματικής και εγκεφαλικής δραστηριότητας του ακροατή.
Το C-BMI χρησιμοποιεί δεδομένα από τον εγκέφαλο μαζί με αλγορίθμους για να προσαρμόζει τη μουσική και να αυξάνει τη συναισθηματική απόκριση του ακροατή. Η ακρόαση παύει να είναι παθητική και μετατρέπεται σε μια διαδραστική διαδικασία, όπου ο εγκέφαλος του ακροατή συνδιαμορφώνει τη μουσική που ακούει.
«Εξυπνα» ακουστικά και Τεχνητή Νοημοσύνη
To C-BMI αναπτύχθηκε σε τρία κύρια στάδια: καταγραφή, μοντελοποίηση και αξιολόγηση. Οι συμμετέχοντες φορώντας ακουστικά με ειδικούς αισθητήρες τύπου EEG, οι οποίοι καταγράφουν τα ηλεκτρικά σήματα του εγκεφάλου, άκουσαν τραγούδια της επιλογής τους ή μη.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ανέλυσε τα ακουστικά χαρακτηριστικά του κάθε τραγουδιού (όπως ρυθμό, ένταση και μελωδία) για να δημιουργήσει ένα μοντέλο που προβλέπει ποια προκαλούν ευχαρίστηση. Ταυτόχρονα, αξιοποίησε τα δεδομένα EEG για να «καταλάβει» πώς αποκρίνεται ο εγκέφαλος σε κάθε τραγούδι. Δημιούργησε έτσι ένα δεύτερο μοντέλο που αντιλαμβάνεται σε πραγματικό χρόνο την ευχαρίστηση του κάθε συμμετέχοντος.
Τα δύο μοντέλα συνδυάστηκαν σε ένα σύστημα, ικανό να δημιουργεί εξατομικευμένες λίστες αναπαραγωγής είτε για την ενίσχυση είτε για τη μείωση της ευχαρίστησης, επιλέγοντας τραγούδια ανάλογα με την απόκριση του εγκεφάλου.
Η ομάδα διερεύνησε ακόμη το πώς αυτή η τεχνολογία μπορεί να επηρεάσει ευρύτερα την ψυχολογική ευεξία. Οι συμμετέχοντες που χρησιμοποιούσαν τις προσαρμοσμένες λίστες αναπαραγωγής ανέφεραν μείωση του άγχους, δείχνοντας τα οφέλη της επιλογής μουσικής που ευθυγραμμίζεται με την εσωτερική κατάσταση του ατόμου.
Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, καθώς η ψυχική καταπόνηση γίνεται όλο και συχνότερη ιδιαίτερα στους νέους, το C-BMI μπορεί να αποτελέσει μια εύκολα προσβάσιμη παρέμβαση.
Οι ερευνητές επιδιώκουν να εξελίξουν το C-BMI και παρόμοια συστήματα, μετατρέποντας την ακρόαση μουσικής σε μια εμπειρία που θα ενισχύει την ψυχική ευεξία και την καθημερινή απόλαυση.



