Την τελευταία 5ετία η πολιτεία έχει επιβάλει μία πλειάδα μέτρων για να περιορίσει τις αυξήσεις των τιμών στα τρόφιμα. Ενα από τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί είναι το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους των σουπερμάρκετ. Ωστόσο, το μέτρο αυτό συχνά παρερμηνεύεται ως προς την εφαρμογή του, ενώ μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές στρεβλώσεις στην αγορά.
Το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους δεν είναι πάγωμα τιμών ούτε διατίμηση. Δεν καθορίζει την τελική τιμή ενός προϊόντος, αλλά θέτει ένα ανώτατο όριο στο ποσοστό που μπορεί να προσθέσει ο λιανοπωλητής πάνω στο κόστος αγοράς ενός προϊόντος. Το μεικτό περιθώριο όμως δεν είναι καθαρό κέρδος.
Από αυτό καλύπτονται όλα τα λειτουργικά κόστη μιας λιανικής επιχείρησης. Δεν περιλαμβάνει μόνο το κόστος αγοράς του προϊόντος.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυξάνονται τα λειτουργικά κόστη. Αν, για παράδειγμα, το κόστος ενέργειας και logistics αυξηθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα, το καθαρό περιθώριο κέρδους μπορεί πρακτικά να μηδενιστεί, καθώς σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν το περιθώριό τους ώστε να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος.
Ενώ δηλαδή το πλαφόν μεικτού κέρδους είναι σχεδιασμένο να περιορίσει τον λιανοπωλητή να προσθέσει πάνω στα αγαθά που μεταπωλεί μεγαλύτερο κέρδος, στην περίπτωση που αυξάνονται τα λειτουργικά κόστη, τον αναγκάζει να μειώσει το δικό του κέρδος.
Στην περίπτωση των σουπερμάρκετ, το μέσο μεικτό περιθώριο το 2024 διαμορφώθηκε περίπου στο 26,8%. Από αυτό το ποσοστό καλύπτονται μισθοί, ενοίκια, ενέργεια, μεταφορές, χρηματοοικονομικά κόστη και φόροι. Το καθαρό κέρδος μετά φόρων τελικά είναι μόλις 1,15%. Πρακτικά, από 100 ευρώ πωλήσεων το καθαρό κέρδος είναι περίπου 1 ευρώ.
Επιπλέον, το πλαφόν μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Επιχειρήσεις που στο παρελθόν διατήρησαν χαμηλότερες τιμές και μικρότερα περιθώρια ενδέχεται να «τιμωρηθούν» και να βρεθούν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με όσες είχαν ήδη υψηλότερα περιθώρια.
Παράλληλα, η συμπίεση της κερδοφορίας μπορεί να περιορίσει επενδύσεις, να μειώσει την ποικιλία προϊόντων ή ακόμη και να οδηγήσει σε άλλες στρεβλώσεις στην αγορά.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι το πλαφόν δεν φαίνεται να συγκρατεί αποτελεσματικά τις αυξήσεις τιμών. Κατά την περίοδο εφαρμογής του μέτρου στο παρελθόν, η μέση μηνιαία αύξηση του δείκτη τροφίμων ήταν 0,53%, ενώ μετά την κατάργησή του διαμορφώθηκε στο 0,35%. Αυτό υποδηλώνει ότι οι τιμές επηρεάζονται κυρίως από παράγοντες όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και οι πρώτες ύλες.
Το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους μπορεί να φαίνεται ως ένα απλό εργαλείο παρέμβασης, όμως σε μια δυναμική αγορά ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να δημιουργήσει στρεβλώσεις στην αγορά. Αντίστοιχα όμως ο συστηματικός έλεγχος από την πολιτεία των μεταβλητών κόστους και της εξέλιξης των τιμών σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας προστατεύει τους καταναλωτές και εξασφαλίζει τον υγιή ανταγωνισμό.
Ο κ. Λευτέρης Κιοσσές είναι γενικός διευθυντής του ΙΕΛΚΑ.
Ο κ. Γεώργιος Δουκίδης είναι επιστημονικός σύμβουλος του ΙΕΛΚΑ.



