Αν και ο σεξισμός και τα έμφυλα στερεότυπα δεν γεννήθηκαν με την ψηφιακή τεχνολογία, οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την αναπαραγωγή και τον πολλαπλασιασμό τους.
Ιδιαίτερα μέσα από τον τρόπο που οι νέοι δημιουργούν, μοιράζονται και ερμηνεύουν εικόνες του σώματός τους στα κοινωνικά δίκτυα, καθίσταται φανερό ότι τα παλιά έμφυλα στερεότυπα όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά προσαρμόζονται στο νέο ψηφιακό περιβάλλον.
Στο προσκήνιο σταθερά και διαχρονικά το εκτεθειμένο γυναικείο σώμα το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μειωτικών χαρακτηρισμών περί σεξουαλικής ελευθεριότητας και παρέκκλισης, την ώρα που το ανδρικό σώμα απλώς προβάλλεται ως φυσιολογικό ή ηρωικό.
Πολλές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης αποδίδουν κυρίως στα νεαρά κορίτσια συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους, ικανότητες και χαρακτηριστικά προσωπικότητας, τα οποία συνδέονται με ό,τι θεωρείται παραδοσιακά «γυναικείο».
Προβάλλονται πρότυπα όπως η «συναισθηματική», η «συγκρατημένη και ήρεμη», η «κούκλα» ή η «σαγηνεύτρα». Στα προβαλλόμενα καλλιτεχνικά βίντεο, οι σεξουαλικοποιημένοι χαρακτήρες είναι σχεδόν αποκλειστικά νεαρά κορίτσια, των οποίων το σώμα αντικειμενοποιείται μέσω πλάνων κάμερας, ερωτικών κινήσεων και προκλητικών στάσεων.
Στην ίδια λογική, σύντομα βίντεο που συνδυάζουν ελκυστική μουσική, σαγηνευτικά φίλτρα και ιστορίες σωματικής μεταμόρφωσης («πριν» / «μετά») παροτρύνουν τις νέες γυναίκες να μειώσουν την πρόσληψη τροφής ή ακόμη και να λιμοκτονήσουν, προκειμένου να προσεγγίσουν τα κυρίαρχα αισθητικά πρότυπα.
Οι πρακτικές αυτές προωθούν το πρότυπο της γυναίκας που οφείλει να φαίνεται και να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο, αισθησιακό τρόπο, προκειμένου να είναι κοινωνικά αποδεκτή και ελκυστική, ενισχύοντας έτσι την εικόνα της ως αντικειμένου του βλέμματος.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το σώμα μιας γυναίκας, ή μέρη αυτού και οι σεξουαλικές του λειτουργίες, αποσπώνται από το πρόσωπο και τις ικανότητές της, υποβιβάζονται στο καθεστώς απλών εργαλείων ή θεωρούνται επαρκή για να την εκπροσωπούν. Ετσι, η γυναίκα αντικειμενοποιείται, αντιμετωπίζεται δηλαδή ως σώμα και, ειδικότερα, ως σώμα που υπάρχει για τη χρήση και την απόλαυση των άλλων (B.L. Fredrickson, T. Roberts, Objectification Theory).
Η διαδικτυακή αυτή αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων ενισχύει τις προσδοκίες που επιβάλλονται στις γυναίκες, επηρεάζοντας την ψυχική υγεία και την αυτοεικόνα κυρίως των ευάλωτων νεαρών κοριτσιών, τα οποία βρίσκονται υπό συνεχή πίεση να ανταποκρίνονται στα αισθητικά πρότυπα που επιβάλλουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το φαινόμενο συνδέεται με τη λεγόμενη Snapchat Dysmorphia, κατά την οποία τα νεαρά άτομα επιδιώκουν να προσεγγίσουν ψηφιακά επεξεργασμένες ή «βελτιωμένες» εκδοχές του εαυτού τους μέσω φίλτρων εφαρμογών όπως το Snapchat, το Instagram ή το TikTok.
Επιπλέον, τα κορίτσια καθίστανται ιδιαίτερα ευάλωτα σε μορφές έμφυλου διαδικτυακού στιγματισμού, όπως το body shaming (κριτική ή χλευασμός της φυσικής τους εμφάνισης), το slut shaming (επικριτική στάση ή απαξίωση γυναικών ως «ανήθικων» ή «προκλητικών», όταν παρεκκλίνουν από παραδοσιακά ενδυματολογικά ή συμπεριφορικά πρότυπα) και το revenge porn (μη συναινετική δημοσιοποίηση προσωπικού σεξουαλικού περιεχομένου).
Οι νεαρές γυναίκες τείνουν να εσωτερικεύουν την οπτική του «εξωτερικού παρατηρητή» (body surveillance), αντιλαμβανόμενες τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα των άλλων.
Η υπερβολική έμφαση στην εξωτερική τους εικόνα (αυτοαντικειμενοποίηση: το ίδιο το άτομο αποδίδει υπερβολική σημασία στο σώμα και την εξωτερική του εμφάνιση, σε σχέση με άλλες πτυχές της ταυτότητάς του, γεγονός που οδηγεί και σε μια μορφή αυτο-επιτήρησης, self-surveillance) μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική δυσφορία και χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιες οι νεαρές γυναίκες συχνά επικρίνονται άδικα για «ναρκισσισμό» ή «ματαιοδοξία», καθώς η συμπεριφορά τους δεν είναι εκούσια και συνειδητή, αλλά διαμορφώνεται μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που τις εξαναγκάζει να συμμορφώνονται με επιβαλλόμενα πρότυπα γυναικείας ελκυστικότητας και αποδοχής.
Η λειτουργία των αλγορίθμων που χρησιμοποιούν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ενισχύει το φαινόμενο αυτό, καθώς μέσω ενός «σπειροειδούς μηχανισμού» προτάσεων, ανατροφοδοτούν το ενδιαφέρον των χρηστών και διαιωνίζουν στερεοτυπικές αναπαραστάσεις του φύλου και της εμφάνισης.
Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα έντονος κατά την εφηβεία, όταν η συνεχής αξιολόγηση μέσω σχολίων και «likes» συνδυάζεται με την έντονη κοινωνικοποίηση του φύλου, δηλαδή με κοινωνικές νόρμες που αποδίδουν υπερβολική σημασία στην εμφάνιση γυναικών και κοριτσιών, καθώς και με την υψηλή ανάγκη για αποδοχή και επιβεβαίωση από τους συνομηλίκους.
Ολα τα παραπάνω πρότυπα και πρακτικές εδραιώνουν μηχανισμούς πειθάρχησης και ελέγχου της γυναικείας αμφίεσης, συμπεριφοράς και σεξουαλικότητας, βασισμένους σε αντιλήψεις περί «αποκλίνουσας» συμπεριφοράς (συμπεριφορά που αποκλίνει από τις κοινωνικά κατασκευασμένες «κανονικότητες» σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα).
Κατά συνέπεια, τα κορίτσια επανεξετάζουν διαρκώς την ψηφιακή τους παρουσία, καθώς αντιμετωπίζουν δυσανάλογα πιο αρνητικές κοινωνικές συνέπειες σε σχέση με τα αγόρια, τα οποία συχνά θεωρούνται εκ φύσεως κυρίαρχα ή «αρπακτικά».
Παράλληλα, ο σεξισμός και ο μισογυνισμός εμφανίζονται ως κοινωνικά κανονικοποιημένες στάσεις και συμπεριφορές μεταξύ των νέων (σεξιστικές προσβολές, μισογυνικά σχόλια, σεξουαλική παρενόχληση, ενδοοικογενειακή βία, κουλτούρα βιασμού κ.λπ.), εισχωρώντας στις καθημερινές τους συναναστροφές και διαμορφώνοντας την αντίληψη του «φυσιολογικού».
Ασφαλώς, όλα τα νεαρά κορίτσια δεν βιώνουν με τον ίδιο τρόπο τις επιπτώσεις της παθητικής χρήσης των μέσων, αφού κάποια από αυτά αποδεικνύονται πιο ευάλωτα στη διαδικτυακή αρνητική επίδραση, ενώ παραμένει επίσης ασαφές αν οι ψυχολογικές δυσκολίες προηγούνται ή αποτελούν συνέπεια της υπερβολικής χρήσης του δικτύου. Παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η αυτοεκτίμηση, οι κοινωνικοπολιτισμικές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων, η παθητική ή ενεργητική εμπλοκή στα κοινωνικά δίκτυα, η «παιδεία στα μέσα» (Media Literacy), οι συγκεκριμένοι ιστότοποι που επισκέπτονται, η οικογένεια κ.ά. επηρεάζουν καθοριστικά τον βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο τα νεαρά κορίτσια μαθαίνουν να αυτοπειθαρχούν σύμφωνα με κοινωνικά επιβεβλημένες και επιβαλλόμενες αισθητικές προσδοκίες.
Ο κ. Ηλίας Μαδεμλής είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Paris VIII.



