Στις περισσότερες σύγχρονες συγκρούσεις, το ζήτημα της αποζημίωσης ανακύπτει μετά την παύση των εχθροπραξιών. Ο τρέχων πόλεμος που εμπλέκει το Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποκλίνει αισθητά από αυτό το πρότυπο. Ακόμη και ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται, τα κράτη έχουν αρχίσει να διατυπώνουν ρητές – και αντικρουόμενες – αξιώσεις επανόρθωσης.

Το Ιράν έχει θέσει την αποζημίωση ως προϋπόθεση για τον τερματισμό της σύγκρουσης, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν καταστήσει σαφές ότι κάθε πολιτική λύση πρέπει να περιλαμβάνει αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν στο έδαφός τους. Tα κράτη του Κόλπου – αν και δεν αποτελούν τα κύρια εμπλεκόμενα μέρη – έχουν επηρεαστεί άμεσα από επιθέσεις που συνδέονται με μια αντιπαράθεση η οποία, κατ’ ουσίαν, διεξάγεται μεταξύ του Ιράν αφενός και του Ισραήλ και των ΗΠΑ αφετέρου.

Αυτή η σπάνια σύμπτωση αμοιβαίων αξιώσεων, που διατυπώνονται παράλληλα και εν μέσω συνεχιζόμενων εχθροπραξιών, αναδεικνύει ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς, στην πράξη, μπορούν να προβληθούν, να αποτιμηθούν και να εκτελεστούν αξιώσεις αποζημίωσης για διακρατική ζημία στο πλαίσιο του σύγχρονου πολέμου;

Κατά το διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως αποτυπώνεται στα Άρθρα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για την Ευθύνη των Κρατών για Διεθνώς Παράνομες Πράξεις, το κράτος που υπέχει ευθύνη για διεθνώς παράνομη πράξη υποχρεούται να παράσχει πλήρη επανόρθωση για τη ζημία που προκλήθηκε. Κατ’ αρχήν, η επανόρθωση περιλαμβάνει αποκατάσταση, αποζημίωση και ικανοποίηση. Ωστόσο, η μετατροπή αυτής της αρχής σε πρακτικό αποτέλεσμα παραμένει εξαιρετικά δυσχερής.

Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προϋποθέτει τη συναίνεση των κρατών, η οποία είναι απίθανο να δοθεί σε ένα πολιτικά φορτισμένο πλαίσιο. Τα εθνικά δικαστήρια δεν αποτελούν ουσιαστική εναλλακτική: η αρχή της κρατικής ασυλίας προστατεύει τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία τόσο από τη δικαιοδοσία όσο και από την αναγκαστική εκτέλεση, ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης. Ως εκ τούτου, οι παραδοσιακές οδοί επιδίωξης αποζημίωσης αποδεικνύονται σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η σύσταση ενός ειδικού διεθνούς δικαιοδοτικού μηχανισμού – ενός δικαστηρίου/μιας επιτροπής αξιώσεων – θα μπορούσε να αποτελέσει ρεαλιστική επιλογή. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να δημιουργηθεί είτε μέσω συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών, απευθείας ή με τη διαμεσολάβηση τρίτου, είτε μέσω συλλογικής δράσης στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Η διεθνής πρακτική παρέχει χρήσιμα πρότυπα.

Ιστορικά, μικτές επιτροπές αξιώσεων, όπως εκείνη που ιδρύθηκε το 1923 μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού, λειτούργησαν ως δεσμευτικά όργανα επίλυσης διαφορών. Πιο πρόσφατο και ιδιαίτερα συναφές παράδειγμα αποτελεί το Ιρανο-Αμερικανικό Δικαστήριο Αξιώσεων (Iran United States Claims Tribunal), το οποίο ιδρύθηκε το 1981 βάσει των Διακηρύξεων του Αλγερίου, με τη διαμεσολάβηση της Αλγερίας. Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο επέλυσε χιλιάδες αξιώσεις που ανέκυψαν από ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό πλαίσιο, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και έντονες διακρατικές αντιπαραθέσεις μπορούν να διοχετευθούν σε θεσμικά πλαίσια επίλυσης διαφορών. Αντίστοιχα, η Επιτροπή Αξιώσεων Ερυθραίας-Αιθιοπίας, υπό τη διοικητική εποπτεία του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου, επιδίκασε αποζημιώσεις και προς τις δύο πλευρές μετά τη λήξη της σύγκρουσής τους, επιβεβαιώνοντας τη βιωσιμότητα αμοιβαίων αξιώσεων.

Μια εναλλακτική οδός εντοπίζεται στη δράση μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Το Συμβούλιο Ασφαλείας διαθέτει την εξουσία, δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Καταστατικού Χάρτη, να θεσπίζει δεσμευτικούς μηχανισμούς αποζημίωσης για όλα τα κράτη-μέλη, όπως συνέβη με την Επιτροπή Αποζημιώσεων των Ηνωμένων Εθνών μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να υπερβεί το εμπόδιο της συναίνεσης και να συνοδευτεί από μέτρα εκτέλεσης. Ωστόσο, οι πολιτικές πραγματικότητες παραμένουν καθοριστικές. Η υιοθέτηση σχετικής απόφασης υπόκειται στο δικαίωμα αρνησικυρίας των μόνιμων μελών και, υπό τις παρούσες γεωπολιτικές συνθήκες, η επίτευξη συναίνεσης δεν είναι δεδομένη.

Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενδέχεται να προσφέρει μια πιο εφικτή, αν και λιγότερο δεσμευτική, εναλλακτική. Αν και οι αποφάσεις της δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, διαθέτουν σημαντικό πολιτικό και νομικό βάρος, ιδίως όταν υιοθετούνται με ευρεία πλειοψηφία. Μια πρωτοβουλία της Γενικής Συνέλευσης θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία μητρώου ζημιών ή να εισηγηθεί τη σύσταση επιτροπής αποζημιώσεων, θέτοντας τις βάσεις για έναν μελλοντικό μηχανισμό και ενισχύοντας την πίεση προς διαπραγματευτικές λύσεις.

Τελικώς, ακόμη και ο αρτιότερα σχεδιασμένος μηχανισμός θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό νομικής θεμελίωσης και πολιτικής βούλησης. Η επανεμφάνιση αξιώσεων αποζημίωσης εν μέσω ενεργών εχθροπραξιών υποδηλώνει ότι τα κράτη ήδη προσανατολίζονται προς την επόμενη ημέρα της σύγκρουσης. Η πρόκληση πλέον έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι το δίκαιο της διεθνούς ευθύνης δεν θα παραμείνει θεωρητικό, αλλά θα καταστεί αποτελεσματικά εφαρμοστέο.

* Ο κ. Ιωάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ δημοσίου διεθνούς δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης