«Οι συντελεστές του ΦΠΑ μειώνονται σε 11% και 22% από 13% και 24% που είναι σήμερα». Το «σήμερα» δεν είναι ο Απρίλιος του 2026. Ηταν ο Μάιος του 2019 σε μια προεκλογική ομιλία του Πρωθυπουργού. Ηταν ένα «σήμερα» το οποίο θα έσβηνε σαν απομεινάρι μιας άλλης εποχής από την επομένη κιόλας εκείνων των εκλογών. Ενα ήδη χθες επειδή πολύ σύντομα θα το είχαμε αφήσει οριστικά πίσω μας. Και τι ακόμη θα ξεχνούσαμε; Τους «διαγωνισμούς παροχολογίας», τα «επιδόματα που μοιράζονται χωρίς σχέδιο και χωρίς προοπτική παρά μόνο για προεκλογικούς σκοπούς» και μια οικονομία που θα απελευθερωνόταν με τη «μείωση της φορολογίας».

Επτα χρόνια φαγούρας και ακρίβειας μετά, εκείνο το «σήμερα» είναι ακόμη εδώ. Είναι και η μηχανική του που από τον Κυριάκο Μητσοτάκη καταγγελλόταν τότε ως μία από τις γενεσιουργούς αιτίες τις κρίσης. Πώς θα το λέγαμε σήμερα; Μια «χρόνια παθογένεια». Κάτι που ακούγεται πολύ λόγιο γι’ αυτό που κρύβει στην πραγματικότητα: «Δεν τα κάνουμε μόνο εμείς, τα ίδια έκαναν και οι άλλοι».

Τα ίδια στα ρουσφέτια, στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και των οργανισμών του, στις εξυπηρετήσεις φίλων. Οι ίδιες απόπειρες ελέγχου των θεσμών και των «αρμών της εξουσίας», η ίδια δυσανεξία απέναντι στην κριτική των μέσων ενημέρωσης. Τα ίδια με τη δημόσια τηλεόραση και τις παροχές. Τα ίδια και καλύτερα, αν υποθέσει κανείς πως τώρα η παθογένεια εκτελείται πιο χειρουργικά σε σχέση με το «σήμερα» που θα γινόταν «χθες» τον Μάιο του 2019.

Αλλά συγχρόνως, τα ίδια και χειρότερα. Οπως λένε για τις παροχές εκείνοι που γνωρίζουν τη μηχανική του πράγματος, «ο ΦΠΑ έμεινε εκεί που έμεινε για να διοχετεύεται μέρος των εσόδων από την ακρίβεια ως μέτρο στήριξης». Η οικονομία εξακολουθεί να οξυγονώνεται από την κατανάλωση και όχι από την προ επταετίας υπόσχεση μιας ανάπτυξης που θα ερχόταν από «τη μείωση των φόρων και τις επενδύσεις». Θα χτυπήσει και πάλι ο συναγερμός μόνο αφότου θα έχει σκάσει η επόμενη φούσκα; Πάλι τόσο αργά;

Εκείνο το «σήμερα» αποδείχθηκε τόσο ισχυρό ώστε ο κύκλος της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης κλείνει περίπου όπως άνοιξε ο πρώτος. Σαν μια «παθογένεια» που φόρεσε κοστούμι και βάφτηκε γαλάζια, αλλά τόσο αντιεκσυχρονιστική και αντιμεταρρυθμιστική όσο εκείνες του παρελθόντος και τόσο αντιευρωπαϊκή όταν της θίγονται τα ιερά και τα όσια: σαν παθογενείς από καιρό, οι κυβερνητικοί αποστρέφονται τον ευρωπαϊκό έλεγχο ως «δικαιοσύνη Τσαουσέσκου», ενώ της χώρας του ΟΠΕΚΕΠΕ και της βαλκανικής μας απόφυσης της πρέπει μια «δικαιοσύνη Μοντεσκιέ». Οχι λαδόκολλα και ζουρνάδες, αλλά πορσελάνινο σερβίτσιο και βιολιά στο βάθος.

Στη «δικαιοσύνη Μοντεσκιέ», όμως, πρωθυπουργοί διώχθηκαν και πρώην πρόεδροι κυκλοφορούν με βραχιολάκι αφού πέρασαν από τη φυλακή. Αλλοι, επίδοξοι, όπως ο Φιγιόν, είδαν την πολιτική τους καριέρα να καταστρέφεται επειδή διόρισαν τη σύζυγό τους στο γραφείο τους, ή τραβιούνται στα δικαστήρια όπως η Λεπέν. Κανένας εισαγγελέας δεν περιγράφηκε σαν δήμιος στην γκιλοτίνα, για κανέναν δεν ειπώθηκε πως «θα καταλήξει στη Νάξο να χαζεύει τα καράβια».

Στη χώρα των υποκοριστικών και της βαλκανικής μας απόφυσης, το Penelopegate του Φιγιόν θα ήταν απλώς ένας «διορισμούλης». Πώς κάνουν έτσι οι Μοντεσκιέ για κάτι τόσο οικογενειακό και τόσο ασήμαντο; Εχει τόση σημασία εάν η Πενελόπ μαγείρευε σπίτι με την ποδιά της αντί να πηγαίνει στο γραφείο με τον χαρτοφύλακά της; Και οι άλλοι τα ίδια δεν έκαναν;

Στη χώρα των συμψηφισμών και της βαλκανικής μας απόφυσης, εκείνος που πιθανότατα θα κατέληγε στη Νάξο να χαζεύει τα καράβια θα ήταν ο Μοντεσκιέ. Από εκεί θα παρακολουθούσε το επόμενο πακέτο παροχών και θα έβλεπε το «σήμερα» του 2019 να διαιωνίζεται πασπαλισμένο με το αφήγημα της «σταθερότητας».

Εδώ όμως είναι η βαλκανική μας απόφυση. Μπορεί ένα πρόσωπο να εμφανίζεται προεκλογικά ως εγγυητής της σταθερότητας και μετεκλογικά να εξελιχθεί σε πρωταγωνιστή της αστάθειας. Εχει συμβεί σε διάφορες παθογενείς αποφύσεις. Συμβαίνει εκεί όπου τα πρόσωπα (αυτο)ταυτίζονται με τους θεσμούς.