Τα όσα παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα με τις αποκαλύψεις περί της συμμετοχής στελεχών του ΠαΣοΚ σε σκάνδαλα διαχείρισης δημόσιου χρήματος προφανώς ανακαλούν στη συλλογική μνήμη όσα ανάλογα έχουν χρεωθεί κατά το παρελθόν στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ακόμη κι αν πολλά από αυτά τα καλύπτει η αχλή του μύθου ή τα έχει διαστείλει η υπερβολή, δεν απαιτείται ιδιαίτερη φιλοσοφική σκέψη για να αντιληφθεί κανείς ότι το ΠαΣοΚ, το ενάρετο σημερινό ΠαΣοΚ, είναι ευάλωτο σε κάθε είδους κατηγορίες που διατυπώνονται σε βάρος του.

Αυτή η βασική ανάλυση αποτελεί τον πυρήνα της στρατηγικής του Μεγάρου Μαξίμου, που επιχειρεί κάθε φορά με μια αποκάλυψη η οποία αποδεδειγμένα είναι κατευθυνόμενη (τα non paper τόσο για την «υπόθεση Παναγόπουλου» όσο και για την «υπόθεση ΟΠΕΚΑ – Χατζηδάκη» διακινήθηκαν από τον επικοινωνιακό μηχανισμό της κυβέρνησης) να ανατρέψει τη γενικευμένη εικόνα μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης. Αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να επικρατήσει η καταστροφική για την πολιτική τάξη της χώρας και το πολίτευμα, εν τέλει, άποψη ότι «όλοι ίδιοι είναι», η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρησιμοποιεί με εντατικό τρόπο την εξίσωση «ΠαΣοΚ σημαίνει σκάνδαλα και διαφθορά».

Με την αμέριστη συμπαράσταση του φιλοκυβερνητικού έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου, επιχειρείται διά της συνολικής ενοχοποίησης του ΠαΣοΚ να αποσεισθούν οι σοβαρότατες ευθύνες της κυβέρνησης για μια σειρά από σκάνδαλα ευρείας κλίμακας, τα οποία προκάλεσαν και προκαλούν την κοινή γνώμη.

Στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο αποτελεί κορυφαία εκδήλωση κυβερνητικής διαφθοράς, καθώς μετέχουν ενεργά σε αυτό μέλη της κυβέρνησης, κορυφαία κομματικά στελέχη, τοπικά κομματικά στελέχη, και ευεργετούμενοι είναι γνωστά και μη μέλη και οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος, τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στη συμμετοχή ενός κουμπάρου του προέδρου του ΠαΣοΚ, ο οποίος και προφυλακίστηκε. Πότε συμβαίνει αυτό; Την ώρα που οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου, οι οποίοι βεβαιωμένα έχουν προσποριστεί εκατομμύρια ευρώ από τον αμαρτωλό ΟΠΕΚΕΠΕ, κυκλοφορούν ελεύθεροι, πίνοντας τον καφέ τους στο Κολωνάκι, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το Μέγαρο Μαξίμου.

Η προφυλάκιση, την οποία η κοινωνία υποδέχεται και αποκωδικοποιεί ως απόδειξη ενοχής, φέρνει ταυτόχρονα το ΠαΣοΚ σε θέση απολογούμενου. Ο ρόλος του φιλοκυβερνητικού Τύπου είναι καθοριστικός και ως προς αυτό.

Στην «υπόθεση Παναγόπουλου», όπου, όπως αποδεικνύεται, πλήθος κονδυλίων, άγνωστου ύψους, κατευθύνθηκαν από την κυβέρνηση προς «ημετέρους», ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, που ελέγχεται για το 2%-3% του συνολικού ύψους μίας μόνο «παρτίδας» κονδυλίων, «καταδικάζεται» ήδη ως ένοχος και παράλληλα τίθεται και πάλι το ΠαΣοΚ σε θέση απολογούμενου. Δι’ αυτού του τρόπου, και με τη σημαντική συμβολή των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ, η «υπόθεση Παναγόπουλου» αναβαθμίζεται σε «σκάνδαλο ΠαΣοΚ», και ας είναι μόνο ελεγχόμενος για τη διαχείριση ενός κονδυλίου ύψους 2,3 εκατομμυρίων ευρώ. Για τα υπόλοιπα 71 του «πακέτου», ούτε λόγος. Το γεγονός ότι από το υπουργείο Εργασίας έχουν περάσει έως τώρα πέντε ή έξι υπουργοί και υφυπουργοί, όλοι διορισμένοι από τον κ. Μητσοτάκη, που μοίραζαν κατά το δοκούν (ή κατ’ εντολήν του Μεγάρου Μαξίμου) τα κονδύλια, περνάει σε δεύτερη μοίρα, μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς από το προσκήνιο.

Προσωπικά πάντως θεωρώ κορυφαία περίπτωση αυτής της τακτικής τη θανατηφόρο έκρηξη του εργοστασίου μπισκοτοποιίας «Βιολάντα» στη Θεσσαλία. Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση καταγγέλλει την αριστερή αντιπολίτευση ότι επιχειρεί να εργαλειοποιήσει το δυστύχημα και κάνει λόγο για «συμμορία των τυμβωρύχων», επειδή, επισημαίνει, κακώς για εμένα, τις στενές σχέσεις της ιδιοκτησίας του εργοστασίου με κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, την ίδια αυτή ώρα διαρρέει στον φιλοκυβερνητικό Τύπο ότι ένας πραγματογνώμονας που προσέλαβε η ιδιοκτησία για σύμβουλο σχετικά με το δυστύχημα έχει υπάρξει οπαδός του ΠαΣοΚ!

Παρότι στην πολιτική δεν υπάρχουν κανόνες και το μόνο που ισχύει είναι ο νόμος της ζούγκλας, γίνεται αντιληπτό ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αργά αλλά σταθερά, βαδίζει στα βήματα που κινήθηκε το 2012 η ΝΔ υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Παρότι συμμετείχε στη συγκυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου με το ΠαΣοΚ, έκανε ό,τι μπορούσε για να ταυτίσει τον κυβερνητικό εταίρο με τον Ακη Τσοχατζόπουλο. Χρησιμοποιώντας δε κάθε μέσο που διέθετε. Ετσι που η προφυλάκισή του, 15 ημέρες πριν από τις εκλογές του Μαΐου του 2012, να αποβεί καθοριστική για την τύχη του Κινήματος. Το ΠαΣοΚ βρέθηκε να απολογείται για τα έργα και τις ημέρες του άλλοτε κορυφαίου στελέχους του και η κοινωνία, πεπεισμένη ότι το ΠαΣοΚ σημαίνει σκάνδαλα, το κατέταξε τρίτο, με ένα ποσοστό ελάχιστα πάνω από το 13%. Στις δε επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου το ποσοστό υποχώρησε κατά μία ολόκληρη μονάδα, μειώνοντας την κοινοβουλευτική του δύναμη στους 33 βουλευτές.

Δεν συνιστά λοιπόν καμία έκπληξη ότι 14 χρόνια μετά η ΝΔ, μπροστά στην ευρύτατη κοινωνική παραδοχή ότι επί των ημέρων της έχουν διαφθαρεί τα πάντα, ακολουθεί την ίδια τακτική έναντι του ΠαΣοΚ. Το τραγικό είναι ότι το άλλοτε κραταιό κόμμα δείχνει ανήμπορο να αντιδράσει.