Στη Δικαιοσύνη, που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής για υποθέσεις που διαθέτουν εκ των πραγμάτων πολιτικές προεκτάσεις και επηρεάζουν την πολιτική αντιπαράθεση και το πολιτικό κλίμα, εμφανίζονται πλέον ισχυρές φωνές που αντιδρούν έντονα στην άκρατη πολιτική εργαλειοποίησή της.
Το δόγμα που ίσχυε για χρόνια, ότι η Δικαιοσύνη μιλά με τις αποφάσεις της, εμφανίζει πλέον σημαντικά ρήγματα, με δικαστικούς παράγοντες δημόσια να εκφράζουν όχι μόνο δυσφορία για τη μεταχείριση από πολιτικής πλευράς δικαστικών ενεργειών, αλλά έντονη και σαφή αντίδραση.
Οι αντιδράσεις δεν είναι ούτε υπόκωφες ούτε υποβόσκουσες μέσα στο δικαστικό σώμα. Εκφράζονται δημόσια και ηχηρά.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Μιχάλης Πικραμένος, για παράδειγμα, ανώτατος δικαστικός με κύρος, από το Φόρουμ των Δελφών μίλησε ανοικτά για εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης στη χώρα μας και με έμφαση τόνισε ότι «η Δικαιοσύνη έχει μετατραπεί πλέον σε σάκο του μποξ».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε με δημόσια παρέμβαση τόσο η επίτιμη πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ιωάννα Κλάπα όσο και με αρθρογραφίες τους στο «Βήμα» ανώτατοι δικαστικοί, όπως ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Λυμπερόπουλος και άλλοι.
Παράλληλα, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, σε συνδικαλιστικό επίπεδο, με σκληρές ανακοινώσεις άσκησε δριμεία κριτική σε συμπεριφορές πολιτικών μέσα και έξω από τα δικαστήρια και ζήτησε νομοθετικές ρυθμίσεις από την κυβέρνηση για την προστασία των δικαστών.
Με αυτά τα δεδομένα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η παραδοχή πως μέσα στη Δικαιοσύνη πλέον υπάρχει βαρύ κλίμα για την εργαλειοποίηση δικαστικών αποφάσεων και δικαστικών ενεργειών, καθώς η πολιτική αντιπαράθεση εστιάζεται όλο και περισσότερο σε δικαστικές εκρεμμότητες, είτε πρόκειται για τις παράνομες επιδοτήσεις (ΟΠΕΚΕΠΕ) είτε για τις υποκλοπές και άλλα σκάνδαλα.
Εύλογα θα παρατηρούσε κάποιος ότι πάντα η Δικαιοσύνη σε προεκλογικές περιόδους βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα της πολιτικής αντιπαράθεσης και στη Δικαιοσύνη πέφτουν σε τέτοιες περιόδους πολιτικής οξύτητας τα βάρη για διάφορες υποθέσεις, οι οποίες στη συνέχεια ξεφουσκώνουν και πολιτικά απομειώνονται.
Ωστόσο, αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών έχει οδηγήσει πλέον δικαστικούς παράγοντες και δικαστές να μην επιθυμούν την ανάληψη αυτού του πολιτικού βάρους, που θεωρούν ότι δεν τους αναλογεί, και ότι εν τέλει δεν οφελεί τον θεσμό της Δικαιοσύνης και κατ’ επέκταση βλάπτει το δικαστικό σύστημα και την ίδια τη δημοκρατία.
Δεν είναι τυχαίο προς τούτο ότι ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πάλι από το Φόρουμ των Δελφών), ενώ απερίφραστα τάχθηκε υπέρ της κριτικής, ακόμα και σκληρής, για τη Δικαιοσύνη, ζήτησε από τα πολιτικά κόμματα σε θεσμικό πεδίο μια συμφωνία, όπως είπε, ηθικής με τη Δικαιοσύνη.
Με άλλα λόγια, ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστήριου, απευθυνόμενος σε κυβέρνηση και κόμματα της αντιπολίτευσης, ζήτησε μια συμφωνία για λελογισμένη αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης από την πλευρά της πολιτικής και όχι ξεσάλωμα για πολιτικούς λόγους. Είπε «ναι» στις πολιτικές επικρίσεις, «ναι» σε κριτικές για δικαστικές ενέργειες και αποφάσεις, αλλά «όχι» στη μεταφορά πολιτικών επιδιώξεων στο πεδίο της Δικαιοσύνης.
Βεβαίως, η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, καθώς εμφανίζεται και σε άλλες χώρες, ωστόσο εδώ προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της έντασης που διέπει το πολιτικό παιχνίδι και την παραμόρφωσή τους σε συνθήκες αναπαραγωγής και διόγκωσης από κοινωνικά δίκτυα και fake news.
Τα επόμενα βήματα της Δικαιοσύνης στον χειρισμό σημαντικών υποθέσεων με πολιτικές απολήξεις σε όλα τα επίπεδα θα κρίνουν τελικά αν οι αντιδράσεις που ήδη εκράζονται για την εργαλειοποίησή της θα έχουν βάθος και ουσία.



