Η σύλληψη ανώτατου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, του σμηνάρχου και διοικητή της 128 Σμηναρχίας Εκπαίδευσης Επικοινωνιών και Ηλεκτρονικών στο Καβούρι, για φερόμενη υπόθεση διαρροής ευαίσθητου υλικού, επί πολλά χρόνια, υπέρ τρίτου κράτους και συγκεκριμένα της Κίνας, αποτελεί το πιο σοβαρό κρούσμα εγχώριας στρατιωτικής κατασκοπείας τα τελευταία χρόνια. Και μάλιστα από εν ενεργεία μέλος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο άμεσος στόχος του υπουργείου Εθνικής Αμυνας αυτές τις ώρες είναι να αποκαλυφθεί η φερόμενη δράση του κατηγορούμενου με σκοπό να διασφαλιστεί πως δεν υπάρχουν συνεργοί, και αν υπάρχουν, αυτοί να καταστούν επιχειρησιακά «άχρηστοι» μέσω της σύλληψής τους.

ΝΑΤΟϊκές πληροφορίες

Εξίσου σημαντικό είναι να γίνει γνωστό το πότε και ποια στοιχεία φέρεται να παρέδωσε, έναντι αμοιβής, ο κατηγορούμενος στον κινέζο «χειριστή» του, ο οποίος είχε αναλάβει να επικοινωνεί μαζί του, καθώς ο έλληνας αξιωματικός είχε πρόσβαση σε ευαίσθητες ΝΑΤΟϊκές πληροφορίες, δεδομένου ότι ήταν τακτικός αξιολογητής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στον τομέα των Συστημάτων Επικοινωνιών και Πληροφοριών.

Συγκεκριμένα, χειριζόταν πληροφορίες που αφορούσαν ηλεκτρονικό πόλεμο, πτήσεις αεροσκαφών και επικοινωνίες. Γι’ αυτό εξετάζεται το ενδεχόμενο οι πληροφορίες που διοχετεύθηκαν προς την Κίνα να μην αφορούσαν κατεξοχήν ελληνικά συστήματα, μέσα και μεθόδους, αλλά ενδεχομένως και ΝΑΤΟϊκά, στο πλαίσιο ασκήσεων, ανταλλαγής πληροφοριών και άλλων κοινών στρατιωτικών δράσεων.

Η είδηση της σύλληψης του σμηνάρχου έσκασε σαν βόμβα στο Πεντάγωνο. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η ΕΥΠ βρισκόταν εδώ και καιρό στα ίχνη του σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΓΕΕΘΑ. Πηγές του ΓΕΕΘΑ σε επικοινωνία με το «Β» άφησαν να εννοηθεί ότι δεν ήταν ένα περιστατικό που έπιασε «στον ύπνο» την ελληνική ηγεσία, καθώς ο σμήναρχος παρακολουθούνταν στενά επί μήνες. Η αρχική ενημέρωση προήλθε από τις ξένες μυστικές υπηρεσίες και ο σμήναρχος συνελήφθη όταν αύξησε τη δράση του στέλνοντας όλο και περισσότερες διαβαθμισμένες πληροφορίες στην Κίνα. Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα προσπαθούσε να στρατολογήσει και άλλους σε αυτό το δίκτυο κατασκοπείας.

Ο κατηγορούμενος αξιωματικός φέρεται να ομολόγησε τη δράση του όταν οι Αρχές «ξεκλείδωσαν» το κινητό του τηλέφωνο, αντλώντας πληροφορίες τις οποίες δεν μπόρεσε να αντικρούσει. Μάλιστα, υπέδειξε τα άτομα που τον στρατολόγησαν και τον τρόπο που μετέδιδε τις απόρρητες πληροφορίες μέσω κρυπτογραφημένου λογισμικού. Στρατιωτικές πηγές μεταδίδουν ότι πρόλαβαν να τον σταματήσουν πριν γίνουν χειρότερα τα πράγματα, με τη διαρροή μεγάλου όγκου ευαίσθητων πληροφοριών.

Από την πλευρά της ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, η μόνη επίσημη ανακοίνωση μέχρι στιγμής αναφέρει ότι «η σύλληψη έγινε κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα».

Πηγή του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας σημείωνε ότι η υπόθεση «είναι πολύ σοβαρή», αλλά το αν ο κατηγορούμενος θα παραμείνει προφυλακιστέος ή αν θα αφεθεί ελεύθερος και θα του επιβληθούν περιοριστικά μέτρα, όπως η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, θα κριθεί από τον αρμόδιο εισαγγελέα.

Η προανάκριση ενώπιον στρατιωτικού ανακριτικού υπαλλήλου και στρατιωτικού εισαγγελέα έγινε με βάση τα προβλεπόμενα από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα. Επιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί ότι στον νόμο του Νίκου Δένδια για τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή, ο οποίος ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή, προβλέπεται (άρθρο 298) ότι όποιος παραβιάζει μυστικά της Πολιτείας ή μεταδίδει στρατιωτικά μυστικά και έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για αυτά τα αδικήματα, μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος της ελληνικής ιθαγένειας με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών και σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ιθαγένειας. Η απόφαση αυτή δεν επηρεάζει την ιθαγένεια συγγενικών προσώπων του καταδικασθέντος.

Το «Β» προσπάθησε να επικοινωνήσει και με τη Γ4 Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών-Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών Μέσων του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας για σχολιασμό, χωρίς ανταπόκριση. Είναι η διεύθυνση η οποία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ήταν η πηγή πολλών εκ των πληροφοριών που απέσπασε ο κατηγορούμενος με σκοπό να τις διαβιβάσει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και πιο συγκεκριμένα στο PLAN (People΄s Liberation Army Navy), ήτοι τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Το υπουργείο Εθνικής Αμυνας έχει «σφραγίσει» τις πληροφορίες καθώς το θέμα αφορά την εθνική ασφάλεια.

Η Κίνα παρακολουθεί

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κίνα εδώ και καιρό έχει προσπαθήσει να παρεισφρήσει μέσω πράξεων τεχνολογικής και βιομηχανικής κατασκοπείας, ή και μέσω χρήσης ανθρώπινων πηγών, σε απόρρητα δεδομένα που αφορούν τα οπλικά συστήματα, τους τρόπους επικοινωνίας, διάταξης μάχης και ετοιμότητας χωρών-μελών του ΝΑΤΟ αλλά και άλλων συμμάχων (όπως η Αυστραλία και η Ιαπωνία), αλλά και μεθόδους και υλικά παραγωγής ευαίσθητων πηγών όπως οι ημιαγωγοί.

Ειδικοί έχουν επισημάνει και τη συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας αναφορικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για το πώς το ΝΑΤΟ παρατάσσεται απέναντι στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω της στήριξής του προς την Ουκρανία. Η Κίνα αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κυριότερο προμηθευτή στρατιωτικού υλικού προς τη Ρωσία, ενώ σε διεθνή, εξειδικευμένα fora έχει επισημανθεί πως παρατηρεί προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν στρατιωτικά τη Ρωσία διά αντιπροσώπου (Ουκρανία) με σκοπό να εξαγάγουν συμπεράσματα και να αναλύσουν στρατηγικές.

Θέματα επιμελητείας, διακλαδικών ασκήσεων, ασφάλειας των επικοινωνιών και άλλα, τα οποία εμπίπτουν, όπως αναφέρουν πληροφορίες, στο πεδίο αρμοδιότητας του κατηγορουμένου, αποτελούν κρίσιμες πληροφορίες τόσο για την Κίνα όσο και για τη Ρωσία.

Στο μεταξύ, η Εισαγγελία του Παρισιού ανακοίνωσε ότι στη Νοτιοδυτική Γαλλία συνελήφθησαν 4 άτομα, ανάμεσά τους δύο Κινέζοι, για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας. Οι Κινέζοι είχαν σκοπό να μαζέψουν δορυφορικά δεδομένα από το δίκτυο Starlink και δεδομένα από στρατιωτικές βάσεις, προκειμένου να τα στείλουν στην πατρίδα τους. Οι ελληνικές αρχές ερευνούν αν το ελληνικό και το γαλλικό δίκτυο συνδέονται. Επίσης, συλλήψεις ατόμων που φέρονται να έχουν διενεργήσει πράξεις κατασκοπείας για ζητήματα τεχνολογικής ή στρατιωτικής σημασίας έχουν πραγματοποιηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Πολωνία, κ.ά.