«Οι διμερείς σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας είναι σήμερα πιο ισχυρές από ποτέ» δήλωσε ο έλληνας υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης στο τέλος της επίσκεψής του στο Βερολίνο, στα τέλη Νοεμβρίου. Λίγο αργότερα, οι ευρωπαίοι ομόλογοί του τον εξέλεξαν στη θέση του προέδρου του Eurogroup.

Το γεγονός ότι ένας υποψήφιος από την Αθήνα, μόλις δέκα χρόνια μετά τη βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση, κατόρθωσε να αναλάβει το αξίωμα προκάλεσε διεθνή αίσθηση. Πέρασε ωστόσο σχεδόν απαρατήρητο ότι καθοριστικής σημασίας για αυτή την εξέλιξη υπήρξε η ανοιχτά και εγκαίρως διατυπωμένη στήριξη της Γερμανίας, η οποία άνοιξε τον δρόμο για αυτή την ιδιαίτερη ελληνική επιτυχία στη διεθνή σκηνή.

Η αναδρομή στη νέα φάση των βελτιωμένων γερμανοελληνικών σχέσεων ξεκινά νωρίτερα – περίπου έξι μήνες πριν. Τελικώς, ήταν θέμα συγκυρίας το γεγονός ότι ο έλληνας πρωθυπουργός έγινε ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφθηκε τον μόλις ορκισμένο γερμανό καγκελάριο στην έδρα του.

Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Βερολίνο στα μέσα Μαΐου είχε άλλωστε προγραμματιστεί εδώ και καιρό, καθώς επρόκειτο να τιμηθεί σε εκδήλωση του Οικονομικού Συμβουλίου της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) για την – κατά την οπτική των γερμανών συντηρητικών – επιτυχημένη μεταρρυθμιστική του πολιτική.

Το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης και ο Φρίντριχ Μερτς ανήκουν στην ίδια πολιτική οικογένεια και, όπως λέγεται, διατηρούν και προσωπική φιλία, ασφαλώς δεν λειτουργεί εις βάρος των διμερών σχέσεων. Στην πολιτική όμως – και ιδίως στις διεθνείς σχέσεις – δεν είναι οι προσωπικές συμπάθειες που καθορίζουν τις εξελίξεις, αλλά τα εθνικά συμφέροντα.

Κατά την πρώτη τους συνάντηση, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν – όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Καγκελαρίας – να συνεχίσουν την περαιτέρω ανάπτυξη και εμβάθυνση των καλών και φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ο νέος καγκελάριος προχώρησε ωστόσο σύντομα σε πιο συγκεκριμένες τοποθετήσεις, διατυπώνοντας δύο σαφείς προσδοκίες προς τον επισκέπτη από την Αθήνα. Πρωτίστως, υπογράμμισε ότι πρέπει να βρεθεί λύση στο ζήτημα της λεγόμενης δευτερογενούς μετανάστευσης.

«Η δευτερογενής μετανάστευση από την Ελλάδα προς τη Γερμανία πρέπει να μειωθεί. Οι επιστροφές προς την Ελλάδα πρέπει να αυξηθούν» δήλωσε ο Μερτς. Πέραν αυτού, εξέφρασε την προσδοκία να εντατικοποιηθεί η συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας – με άλλα λόγια, η Ελλάδα να προχωρήσει σε περισσότερες αγορές γερμανικών όπλων.

Κατά το τελευταίο εξάμηνο ακολούθησε έντονη ταξιδιωτική διπλωματία μεταξύ των δύο χωρών. Μόνο τον Νοέμβριο, τέσσερα μέλη του ελληνικού Υπουργικού Συμβουλίου μετέβησαν στη Γερμανία στο πλαίσιο επίσημων αποστολών.

Αντιστρόφως, πολιτικοί από τη δεύτερη γραμμή της γερμανικής πολιτικής σκηνής επισκέφθηκαν την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός της Εσσης, καθώς και ο πρόεδρος της CDU στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ο οποίος, εν όψει των περιφερειακών εκλογών την ερχόμενη άνοιξη, διαθέτει σοβαρές πιθανότητες να αναλάβει το αξίωμα του πρωθυπουργού του κρατιδίου.

Ο Μπόρις Ράιν και ο Μάνουελ Χάγκελ μετέβησαν στην Αθήνα με σαφή στόχο να σχηματίσουν από κοντά εικόνα για τη μεταρρυθμιστική πολιτική που σε τμήματα των γερμανικών μέσων ενημέρωσης αποσπά ιδιαίτερα θετικά σχόλια – με έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό του ελληνικού κράτους.

Η Γερμανία θα μπορούσε να διδαχθεί από την Ελλάδα, τουλάχιστον σε επιμέρους τομείς πολιτικής, ήταν μια θέση που οι επισκέπτες προέβαλαν στη συνέχεια σε συνεντεύξεις τους.

Σε αυτές τις τοποθετήσεις αντανακλάται μια βαθύτερη μεταβολή κλίματος σε σημαντικούς κύκλους του πολιτικού κατεστημένου στη Γερμανία. Η εικόνα της Ελλάδας στο Βερολίνο αλλάζει: οι εποχές κατά τις οποίες αντιμετωπιζόταν κυρίως ως πρόβλημα ή ως πηγή δυσκολιών φαίνεται, σύμφωνα με τη γενική εκτίμηση, να ανήκουν στο παρελθόν.

Συμβιβασμός για το Μεταναστευτικό

Ωστόσο, δεν έμεινε μόνο στη θετική ρητορική. Ακριβώς στο επί μακρόν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ζήτημα της μετανάστευσης, το Βερολίνο και η Αθήνα έστειλαν ένα σαφές μήνυμα.

Η γραπτή συμφωνία που υπέγραψαν στα μέσα Δεκεμβρίου ο έλληνας υπουργός Μετανάστευσης Θάνος Πλεύρης και ο γερμανός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ συνιστά έναν κλασικό συμβιβασμό: η Γερμανία παραιτείται σε μεγάλο βαθμό από την επιστροφή δευτερογενών μεταναστών στην Ελλάδα, ενώ η Αθήνα αναλαμβάνει, σε αντάλλαγμα, την υποχρέωση να επανεισδέχεται από το καλοκαίρι του 2026 εκείνους τους πρόσφυγες που εισήλθαν στη Γερμανία μέσω Ελλάδας.

Ενώ με αυτόν τον τρόπο ένα παλαιό σημείο τριβής διευθετήθηκε συναινετικά, οι αργοί ρυθμοί των ελληνικών παραγγελιών προς τις γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες εξακολουθούν να προκαλούν δυσαρέσκεια στο Βερολίνο.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, κατά την ανάθεση των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων των τελευταίων τριών ετών, συνολικού ύψους που εκτιμάται στα περίπου 15 δισ. ευρώ, οι γερμανικοί όμιλοι έχουν περιορισμένη παρουσία. Το μεγαλύτερο μέρος των συμβάσεων εξασφαλίζουν εταιρείες από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Οι γερμανικές εταιρείες παραγωγής όπλων, ωστόσο, δεν μένουν εντελώς εκτός. Ενδεικτικό είναι, πάντως, ότι οι σχετικές συνεργασίες σπάνια δημοσιοποιούνται. «Δεν μας επιτρέπεται να μιλάμε δημόσια για τις επιχειρηματικές μας δραστηριότητες» δηλώνει εκπρόσωπος γερμανικού αμυντικού ομίλου στην Αθήνα.

Παρ’ όλα αυτά, σημειώνει ότι τους τελευταίους μήνες η κατάσταση έχει βελτιωθεί. «Υπάρχει σημαντική συνεργασία» προσθέτει ο ίδιος, ζητώντας να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί, στο πλαίσιο αυτό, δήλωση του γερμανού πρέσβη Αντρέας Κιντλ σε συνέντευξή του σε ελληνική ημερήσια εφημερίδα. Η Ελλάδα μπορεί να αγοράζει Rafale και φρεγάτες από τη Γαλλία, αλλά η στενή συνεργασία γερμανικών και ελληνικών εταιρειών αμυντικής βιομηχανίας – και μάλιστα σε πολύ υψηλό τεχνολογικό επίπεδο – δεν υπάρχει με καμία άλλη χώρα, σημειώνει.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Κιντλ αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό των αρμάτων μάχης Leopard. Με περισσότερα από 850 άρματα, η Ελλάδα διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο Leopard στην Ευρώπη. Πολλά από αυτά τα οχήματα είναι πεπαλαιωμένα και χρήζουν άμεσου εκσυγχρονισμού. Το πολυετές αυτό έργο μεγάλης κλίμακας έχουν αναλάβει γερμανικές εταιρείες σε στενή συνεργασία με τοπικούς εταίρους – σε μεγάλο βαθμό χωρίς δημόσια προβολή. Παράλληλα, σε άλλα τμήματα της αγοράς οπλικών συστημάτων υφίστανται συμφωνίες, όπως αναφέρεται κατ’ ιδίαν και, κατά περίπτωση, στον ειδικό Τύπο.

Παρ’ όλα αυτά, η γερμανική πλευρά εξακολουθεί συνολικά να εμφανίζεται δυσαρεστημένη από την πρόσβασή της στην ελληνική αγορά εξοπλισμών, σύμφωνα με πληροφορίες από καλά ενημερωμένους κύκλους στην Αθήνα και το Βερολίνο. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα των εξοπλισμών αναμενόταν να βρεθεί στην ημερήσια διάταξη της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στην Αθήνα, η οποία είχε προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο.

Στη γερμανική πλευρά, ωστόσο, προκλήθηκε αιφνιδιασμός από το γεγονός ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης ακύρωσε την παρουσία του σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα – το επίσημο πρόγραμμα είχε ήδη τυπωθεί. Ως αιτιολογία ανέφερε ότι έπρεπε να συνοδεύσει τον Πρωθυπουργό σε ταξίδι στην Αίγυπτο, όπου πραγματοποιήθηκε η αμερικανική σύνοδος κορυφής για την ειρήνη στη Γάζα.

Νέες επισκέψεις την άνοιξη

Το συνολικά βελτιωμένο πολιτικό κλίμα δεν επηρεάστηκε, ωστόσο, από αυτή τη διπλωματική ατυχία – όπως το χαρακτήρισε η γερμανική πλευρά. Την άνοιξη, σύμφωνα με πληροφορίες από το Βερολίνο, ο Βάντεφουλ σκοπεύει να πραγματοποιήσει εκ νέου την επίσκεψή του.

Στον κατάλογο των επικείμενων επισκέψεων περιλαμβάνονται επίσης και άλλοι υπουργοί από κομβικά χαρτοφυλάκια, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εσωτερικών, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής και, τέλος, ο υπουργός Αμυνας Μπόρις Πιστόριους. Ο τελευταίος αναμένεται – σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις – να προωθήσει και προϊόντα με την ετικέτα «Made in Germany».

Πότε ακριβώς θα πραγματοποιηθούν αυτές οι συναντήσεις δεν έχει επισήμως ανακοινωθεί. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μεταβεί τον Φεβρουάριο στη Γερμανία, προκειμένου να συμμετάσχει, ως ο μοναδικός ξένος προσκεκλημένος, σε σημαντική εκδήλωση της CDU. Στους κόλπους των γερμανών συντηρητικών, ο έλληνας πρωθυπουργός απολαμβάνει εδώ και καιρό το καθεστώς ενός πολιτικού «ποπ σταρ». Οπως φαίνεται, ο πολιτικός που στην Ελλάδα συχνά επικρίνεται έχει βρει άνεση (αν όχι ικανοποίηση) σε αυτόν τον ρόλο.

Ο δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι δημοσιογράφος και κύριος ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.