Ο 30χρονος σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος θέλει με τα έργα του να ταράζει και να ξεβολεύει το κοινό. Με θεατρικές σπουδές στο Αμστερνταμ όπου ζει και δουλεύει, μοιράζοντας τον χρόνο του με την Αθήνα, έχει πολλά όνειρα και δεν το βάζει κάτω. Για να ανεβάσει τη φετινή του παράσταση δούλεψε σκληρά, εξ ου και «Το μεγάλο φαγοπότι» είναι δική του παραγωγή. Πρόκειται για μια ελεύθερη μεταφορά της ταινίας του Μάρκο Φερέρι «La Grande Bouffe» (1973). Και είναι η τρίτη του δουλειά στην Ελλάδα – προηγήθηκαν τα «Outro» (ΠΛΥΦΑ) και «Ο εχθρός του λαού» (Εθνικό). Οσο για το καλοκαίρι, θα παρουσιάσει στο «Ολη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» μια διασκευή του μύθου της Περσεφόνης στη Λάρισα.

Γιατί επιλέξατε, τώρα, «Το μεγάλο φαγοπότι»;

«Εχω 5-6 έργα και βιβλία που πραγματεύονται θέματα όπως αυτά που αφορούσαν με άλλον τρόπο τις δεκαετίες ’60-’70: Μια κριτική στην αστική τάξη, κάτι που τώρα επανέρχεται κατά κάποιον τρόπο. Ανθρωποι, δηλαδή, με χρήματα που αδιαφορούν για το τι συμβαίνει γύρω τους, χωρίς να αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για το πού οδεύει αυτός ο κόσμος – είναι τρομακτικό. Σκεφτόμουν να κάνω παράσταση τα βιβλία του Μοράβια ή το “Μεγάλο φαγοπότι”, στο οποίο και κατέληξα».

Τι θέλετε να επισημάνετε με την παράσταση;

«Εχουμε φτάσει σε μια εποχή ενός τέλματος, από πολλές πλευρές. Το σκηνικό μας είναι φτιαγμένο έτσι σαν να έχει ήδη επέλθει η καταστροφή. Ενα καμένο δάσος με τα απομεινάρια της αίγλης μιας βίλας – ένα τεράστιο ψυγείο και μια τεράστια κουζίνα. Μέσα σε αυτό το καμένο τοπίο οι άνθρωποι αυτοί ζουν σαν να… Σαν να θυμούνται αυτή την αίγλη, σαν να κάνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα και ο κόσμος να συνεχίζει όπως τον άφησαν. Αυτή είναι η ιδέα. Δεν θέλω όμως να βλέπω πεσιμιστικά τα πράγματα. Κάπως έτσι τελειώνει και η παράσταση, κάπως μελαγχολικά, που έχει να κάνει όμως με μια νομοτέλεια – ποιος θα κυριαρχήσει. Στην αρχή είναι ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, μετά σε άνθρωπο και ζώο και στο τέλος βλέπεις τον άνθρωπο σε σχέση με τη φύση. Αλλά η φύση είναι πιο μεγάλη, όσο κατακτητική ή εξουσιαστική κι αν είναι η διάθεση του ανθρώπου».

Πώς δουλεύετε;

«Δεν έχω κάποια μέθοδο. Εμένα με ενδιαφέρει το concept και να είναι δραματουργοί οι ηθοποιοί. Να έχουν δραματουργκή αντίληψη, να προτείνουν κάτι. Δεν με ενδιαφέρει να είναι ο ηθοποιός το τέλειο εκτελεστικό όργανο. Με ενδιαφέρει να προτείνει κάτι σε σχέση με το concept, με την ιδέα. Και η ιδέα ήταν εκεί από την αρχή. Το θέμα είναι να μπουν σε αυτόν τον κόσμο και να προτείνουν πράγματα ώστε όλο αυτό να πάει παρακάτω».

Σας δυσκόλεψε η σύνθεση του θιάσου;  

«Ενιωσα από την αρχή ότι με εμπιστεύτηκαν. Κι εγώ το ίδιο. Τους άφησα πολύ ελεύθερους γιατί αν ένα πράγμα κάπως κρατάω από την ταινία είναι ότι ο Φερέρι πήρε τους ηθοποιούς ως προσωπικότητες. Δεν είχε νόημα να τους μιμηθούμε. Ηθελα να φέρουν τον δικό τους κόσμο και όλοι τους είναι  διαβασμένοι, με ερεθίσματα, έχουν δει πολλά. Ηταν και για εκείνους μια δημιουργική διαδικασία. Κι εγώ έκανα ένα βήμα παραπέρα και ένιωσα ασφάλεια μέσα σε αυτό το πλαίσιο».

Που διαφοροποιείστε ως σκηνοθέτης;

«Δεν ξέρω αν είναι διαφορετικό ή αν πρόκειται για μια μείξη πραγμάτων που εν τέλει ίσως αυτό το κάνει διαφορετικό. Εγώ ασχολούμαι με έναν ποιητικό ρεαλισμό. Μου αρέσει να ξεκινώ από ρεαλιστικές συνθήκες τού εδώ και τώρα και όλο αυτό μετά να ανάγεται σε κάτι πιο ποιητικό. Μου αρέσει να δουλεύω με τεχνικά μέσα, αλλά κι αυτά να είναι μέρος ενός concept. Για μένα το concept είναι η αρχή και το τέλος. Με ενδιαφέρει να ξεκινάω από μια γνώριμη συνθήκη. Θα ήθελα ο θεατής να μπαίνει μέσα σε αυτό και μετά να τρώει ένα χαστούκι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το συναίσθημα, να συγκινηθεί, να γελάσει. Με ενδιαφέρει να συμβούν ίσως όλα αυτά, αλλά κυρίως να προβληματιστεί βαθιά. Να πάρει κάτι μαζί του».

Το κοινό συμφωνεί;

«Ο κόσμος δεν είναι καθόλου προετοιμασμένος να ξεβολευτεί. Για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο για μια παράσταση, να είναι άβολη. Εμείς οι Ελληνες έχουμε συνυφασμένο το θέατρο με την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση. Είτε πάμε θέατρο είτε μπουζούκια, είναι το ίδιο. Ή πάμε για να συγκινηθούμε αντί να πάμε στον ψυχολόγο μας. Αισθάνομαι ότι εδώ το θέατρο είναι λίγο σαν χάπι placebo. Κι όταν συμβαίνει κάτι άλλο και τους κινεί, χωρίς να είναι έτοιμοι γι’ αυτό, εμένα μου αρέσει. Με ενδιαφέρει ο ρόλος του κοινού».

Μετά τον «Εχθρό του λαού» στο Εθνικό, επιστρέψατε στην Ολλανδία…

«Ναι, για δουλειά, σαν sommelier σ’ ένα fine-dinning εστιατόριο, στο οποίο εξελίχθηκα κιόλας γιατί έφτιαξα τη λίστα με τα κρασιά. Το μαγαζί το έχουν δύο άνθρωποι σχετικοί με τον χώρο του θεάτρου και ο κόσμος που έρχεται είναι αρκετά ιδιαίτερος. Μου αρέσει αυτή η δουλειά. Την κάνω με έναν έντονο ρυθμό, 12ωρα, γιατί είχα ισχυρό κίνητρο. Και το πρωί δούλευα σε ένα δικηγορικό γραφείο, βοηθητικός».

Είναι τόσο ισχυρό το κίνητρό σας για θέατρο;

«Ναι, αλλιώς δεν θα δούλευα καθημερινά από το πρωί ως τις 2-3 τα ξημερώματα. Η παραγωγή είναι όλη δική μου. Τα ξεκινάω όλα απ’ το μηδέν, γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να στηρίξουν».

Εχετε χτυπήσει πόρτες;

«Απειρες, όλες. Και κρατικές και μη. Είναι πολύ στενό το πλαίσιο. Νομίζω ότι επιλέγουν το γνώριμο, χωρίς κανένα ρίσκο. Τα έργα που προτείνω και με αγγίζουν δεν τους αφορούν. Φέτος έκανα μια πολύ καλή πρόταση στο Φεστιβάλ (Πειραιώς). Περίμενα να τη δεχθούν. Αλλά τίποτα».

Πώς συνεχίζετε;

«Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω. Τώρα που ξεκίνησε η παράσταση, νιώθω ότι πέφτω σε μια μαύρη τρύπα που με κάνει να αναρωτιέμαι. Και ομολογώ ότι δεν νιώθω καθόλου έτοιμος να ξαναρχίσω αυτή την εξαντλητική ρουτίνα. Ξέρω ότι στο Αμστερνταμ με περιμένουν».

Εχετε σκεφτεί να μετακινηθείτε λίγο, να γίνετε πιο ευέλικτος για να πετύχετε μια συνεργασία;

«Ναι. Εχω μιλήσει με κάποιους παραγωγούς και πάντα με ρωτάνε πόσα πρόσωπα θα έχει ο θίασος. Αν είναι να κάνω μια παράσταση με δύο άτομα, κάνω και μόνος μου την παραγωγή. Εχω σκεφτεί και πράγματα πιο εμπορικά, αλλά και πάλι. Δεν είναι εύκολο πράγμα η επιλογή ενός έργου. Είναι σημαντικό για μένα κάθε φορά να εξελίσσεται κάτι, θεματικά, καλλιτεχνικά, να πηγαίνω σε βάθος. Δεν θέλω να κάνω απλά ένα εργάκι».