Με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά και τις ροές να κινούνται σε οριακά επίπεδα, τα οικονομικά επιτελεία των κυβερνήσεων επιχειρούν να ετοιμάσουν σχέδια εκτάκτου ανάγκης για το επόμενο διάστημα. Δεν εξετάζουν το τέλος της κρίσης, αλλά το τι συμβαίνει από εδώ και πέρα.

Στις Βρυξέλλες, σε διαδοχικές συσκέψεις των τελευταίων ημερών, αξιωματούχοι της Κομισιόν και εκπρόσωποι κυβερνήσεων εστιάζουν στις επόμενες έξι έως οκτώ εβδομάδες, κατά τις οποίες η αγορά θα κληθεί να λειτουργήσει χωρίς κανονικές ροές πετρελαίου και με περιορισμένη παραγωγική δυνατότητα. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν θα υπάρξει επάρκεια καυσίμων για να καλυφθεί η ζήτηση χωρίς νέο σοκ.

Οι αποφάσεις πλέον αφορούν ένα χρονικό παράθυρο που ξεκινά στις αρχές Μαΐου και εκτείνεται έως τα μέσα του καλοκαιριού. Εκεί, σύμφωνα με πληροφορίες εντοπίζεται το πραγματικό επίκεντρο της κρίσης, όταν η αγορά ενέργειας θα λειτουργήσει χωρίς κανονικές ροές, με περιορισμένη παραγωγή και με αυξημένη εξάρτηση από αποθέματα. Σε αυτό το «κενό», όπως περιγράφεται σε εσωτερικά σημειώματα, θα κριθεί αν η σημερινή αστάθεια θα παραμείνει ή θα εξελιχθεί σε νέο κύμα πίεσης για τις οικονομίες.

Το παρασκήνιο αποκαλύπτει ότι η αίσθηση σχετικής σταθερότητας που καταγράφεται αυτή τη στιγμή είναι αποτέλεσμα χρονικής υστέρησης. Τα φορτία που φτάνουν τώρα στην Ευρώπη είχαν αναχωρήσει πριν την πλήρη διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας, δημιουργώντας μια προσωρινή «γέφυρα» τροφοδοσίας.

Από τις αρχές Μαΐου και μετά, αν αυτή η ροή εξαντληθεί, το σύστημα θα βρεθεί αντιμέτωπο με τα πραγματικά δεδομένα. Αυτό σημαίνει περιορισμένες νέες εισαγωγές, υψηλό κόστος μεταφοράς και αυξημένο ανταγωνισμό για διαθέσιμες ποσότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, τεχνοκράτες της Κομισιόν κάνουν λόγο για ένα «δεύτερο σοκ», το οποίο δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στους δείκτες, αλλά πρέπει να αποτυπωθεί στις πολιτικές αποφάσεις.

Οι ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή, που σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούν μήνες για αποκατάσταση, περιορίζουν τη δυναμική επιστροφής της παραγωγής, ακόμη και αν υπάρξει γεωπολιτική αποκλιμάκωση. Παράλληλα, οι εναλλακτικές διαδρομές για την ενέργεια δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών, ενώ το κόστος τους παραμένει υψηλό.

Θερμό καλοκαίρι

Το «κενό» των επόμενων 60 ημερών, όπως αποτυπώνεται σε τεχνικές αναλύσεις, συνδέεται με την αδυναμία της αγοράς να αντικαταστήσει γρήγορα τις χαμένες ροές. Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι η ενεργειακή αγορά δεν προσαρμόζεται σε πραγματικό χρόνο, γεγονός που σημαίνει οτι ακόμη και μικρές διαταραχές μεταφέρονται με καθυστέρηση στην πραγματική οικονομία, πολλαπλασιάζοντας τις επιπτώσεις τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι μηχανισμοί έκτακτης ανάγκης έχουν ήδη ενεργοποιηθεί. Τα στρατηγικά αποθέματα χρησιμοποιούνται πιο επιθετικά, ενώ εξετάζονται σενάρια ανακατεύθυνσης φορτίων και προτεραιοποίησης κρίσιμων τομέων. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αξιωματούχοι με γνώση των διαβουλεύσεων, τα εργαλεία αυτά έχουν περιορισμένη διάρκεια. «Τα αποθέματα αγοράζουν χρόνο, δεν λύνουν το πρόβλημα», σημειώνει χαρακτηριστικά ευρωπαϊκή πηγή, περιγράφοντας την αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί ήδη σε αντίστροφη μέτρηση.

Η αγορά, από την πλευρά της, έχει ήδη ενσωματώσει αυτή την αβεβαιότητα. Παρά τις διακυμάνσεις, οι τιμές διατηρούν ένα υψηλό «ασφάλιστρο κινδύνου», αντανακλώντας όχι μόνο τη γεωπολιτική ένταση αλλά και τις προσδοκίες για παρατεταμένη διαταραχή. Οι traders αποφεύγουν να στοιχηματίσουν σε γρήγορη αποκλιμάκωση, ενώ το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης παραμένει αυξημένο, επιβαρύνοντας περαιτέρω την τελική τιμή της ενέργειας.

Διαφορετικές στρατηγικές

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι κυβερνήσεις συγκλίνουν πως το επόμενο δίμηνο θα είναι καθοριστικό. Στη Γερμανία, η έμφαση δίνεται στη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας για τη βιομηχανία, με τα αρμόδια υπουργεία να επανεξετάζουν τα επίπεδα αποθεμάτων και να προετοιμάζουν σενάρια προτεραιοποίησης. Στη Γαλλία, η συζήτηση επικεντρώνεται στην ανάγκη ευρωπαϊκού συντονισμού, με αξιωματούχους να επαναφέρουν στο παρασκήνιο προτάσεις για κοινές παρεμβάσεις στην αγορά.

Την ίδια ώρα, οικονομίες με μεγαλύτερη έκθεση στην κατανάλωση και τις υπηρεσίες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, παρακολουθούν στενά τα στοιχεία ζήτησης, αναγνωρίζοντας ότι η ενεργειακή πίεση μεταφέρεται σταδιακά στην πραγματική οικονομία. Στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον στρέφεται στην επίδραση που μπορεί να έχει το «ενεργειακό σοκ» στην τουριστική περίοδο, με το οικονομικό επιτελείο να διατηρεί δημοσιονομικά περιθώρια για πιθανή ενίσχυση εάν οι πιέσεις ενταθούν.

Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις είναι οτι οι κυβερνήσεις δεν θεωρούν οτι η κρίση έχει μπεί σε φάση αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση το σενάριο μιας παρατεταμένης περιόδου αστάθειας, στην οποία οι επιπτώσεις εμφανίζονται με καθυστέρηση και αποκτούν μεγαλύτερη ένταση.

Η πιο ουσιαστική μεταβολή που καταγράφεται στο παρασκήνιο αφορά τη φύση της κρίσης. Εκεί όπου μέχρι πρόσφατα το επίκεντρο ήταν οι τιμές, τώρα η προσοχή μετατοπίζεται στην επάρκεια. Οι περιορισμοί στην παραγωγή και οι δυσκολίες στις μεταφορές δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η διαθεσιμότητα ενέργειας καθίσταται εξίσου κρίσιμη με το κόστος της.

Οι επιπτώσεις αυτής της μετατόπισης είναι ευρύτερες. Η βιομηχανία αντιμετωπίζει αυξημένη αβεβαιότητα ως προς την τροφοδοσία της, οι μεταφορές λειτουργούν με υψηλότερο κόστος, ενώ οι πιέσεις μεταφέρονται σταδιακά σε προϊόντα και υπηρεσίες. Η εξέλιξη αυτή περιγράφεται ως «αλλαγή φάσης» της κρίσης, με δυνητικά μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη από ό,τι ένα απλό σοκ στις τιμές.

Καθώς το ημερολόγιο πλησιάζει τον Μάιο, η προσοχή στρέφεται όλο και περισσότερο στα δεδομένα που θα επιβεβαιώσουν ή θα διαψεύσουν τα βασικά σενάρια. Εάν η αγορά καταφέρει να ισορροπήσει, η κρίση μπορεί να παραμείνει εντός ελέγχου.

Εάν, αντίθετα, οι πιέσεις ενταθούν, οι επιπτώσεις θα μεταφερθούν με μεγαλύτερη ένταση στην οικονομία, επηρεάζοντας κατανάλωση, επενδύσεις και τελικά την ανάπτυξη. Η εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι στιγμής παραπέμπει σε μια περίοδο όπου η κανονικότητα δεν επιστρέφει, αντίθετα αναζητείται η έξοδος από την κρίση.

Πηγή: OT.GR