Τον Φεβρουάριο του 1949 κυκλοφόρησαν μερικές σκέψεις της Γιουντόρα Γουέλτι πάνω στη συγγραφή και την ανάγνωση διηγημάτων. Η Γουέλτι θεωρείται μία από τις σημαντικότερες φωνές της λογοτεχνίας του Αμερικανικού Νότου και οι τοποθετήσεις της στον 20ό αιώνα διαβάζονται με ιδιαίτερη ευχαρίστηση ακόμα και στον 21ο αιώνα. Οι σκέψεις της, λοιπόν, θωρακίζονται από αυτό που αποκαλούμε «διαχρονικότητα».

Γράφει σε ένα σημείο: «Πιστεύω ότι γράφουμε ιστορίες με την ύστατη ελπίδα της επικοινωνίας, αλλά με την ίδια ελπίδα φτιάχνουμε και μαρμελάδα. Η επικοινωνία και η ελπίδα γι’ αυτήν είναι συνθήκες της ίδιας της ζωής. Ας το θεωρήσουμε αυτό δεδομένο και ας μην παρασυρθούμε από τον ενθουσιασμό. Ελπίζουμε ότι κάποιος θα δοκιμάσει τη μαρμελάδα μας και θα τη φάει με ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση από αυτή που της αξίζει και θα ζητήσει λίγη ακόμα – τίποτα περισσότερο δεν μπορούμε να ελπίζουμε γράφοντας μια ιστορία».

Μπορεί η Γουέλτι να αναφέρεται στα διηγήματα, ωστόσο το σκεπτικό της μπορεί κάλλιστα να περιγράψει τη διαδρομή ενός βιβλίου – οποιουδήποτε βιβλίου, χωρίς να έχει σημασία το είδος του και το πεδίο που καλύπτει. Στο τέλος της ημέρας, οι δημιουργοί θέλουν η μαρμελάδα τους να γίνει αναγκαία στους αναγνώστες, όσο αστείο και αν φαντάζει το συγκεκριμένο παράδειγμα.

Και οι μαρμελάδες, για να συνεχίσουμε ό,τι ξεκίνησε η Γιουντόρα Γουέλτι, προσπαθώντας σταδιακά να περάσουμε στο θέμα μας, το οποίο δεν είναι άλλο από την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, είναι καλές, μέτριες ή κακές, αρκετά όξινες ή αρκετά γλυκές. Πάντα, όμως, ψάχνουμε για τη μαρμελάδα που θα κάνει τη διαφορά και έχει κάτι να μας δώσει.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα βιβλία. Ψάχνουμε γι’ αυτό που, στις μέρες μας, θα κάνει τη διαφορά. Και το ερώτημα είναι: Τι θεωρούμε το 2026, στην κορύφωση της υπερπληροφόρησης, «καλό βιβλίο»; Τα κριτήρια που το καθορίζουν (λογοτεχνική ποιότητα, πρωτοτυπία, διαχρονικότητα) παραμένουν σταθερά ή μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή, το αναγνωστικό κοινό και την επιρροή των σύγχρονων μέσων και τάσεων;

Η σύγχρονη αναγνωστική εμπειρία

View this post on Instagram

A post shared by εκδόσεις νήσος (@ekdoseis_nissos)

Η επικεφαλής των εκδόσεων Νήσος, Πόλα Καπόλα, θεωρεί πως ένα έργο τέχνης αξιολογείται με κριτήριο την εγγενή του αξία· στην περίπτωση της λογοτεχνίας: την πρωτοτυπία, τη μορφή, την ικανότητα του συγγραφέα να κινείται ανάμεσα στα γλωσσικά σχήματα, αλλά και την πρόσληψη από τον αναγνώστη. «Οι δύο αυτοί παράγοντες συνδιαμορφώνουν και προσδίδουν αξία σε ένα έργο».

Όπως λέει στο «Βήμα» με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, «υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα από την ιστορία της λογοτεχνίας όπου ένα έργο δεν αναγνωρίστηκε στην εποχή του, αλλά αναδείχθηκε και απέκτησε αξία πολύ αργότερα και, αντιστοίχως, αριστουργηματικά έργα τα οποία πολύ δύσκολα θα διαβάζαμε σήμερα. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για τη μορφή και να αγνοούμε το ιστορικό συγκείμενο».

«Παρατηρούμε και εμπορικά μια στροφή στα μικρότερης έκτασης κείμενα»

Στο 2026 πλέον και σε μια καθημερινότητα που το κύριο συστατικό της είναι η ταχύτητα, η Πόλα Καπόλα βλέπει την αναγνωστική εμπειρία να διαμορφώνεται από την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιτάχυνση της ζωής, «από τα πολλαπλά ερεθίσματα, τη μετατόπισή μας από το κείμενο στην εικόνα, την τριβή μας με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και το ίντερνετ. Παρατηρούμε και εμπορικά μια στροφή στα μικρότερης έκτασης κείμενα».

Η μείωση του χρόνου ανάγνωσης στα άρθρα που διαβάζουμε ηλεκτρονικά, δίνει μια καλύτερη εικόνα και για την κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του βιβλίου. «Οι τάσεις αυτές διαμορφώνουν την εκδοτική παραγωγή, αλλά και την κριτική· δεν σημαίνει ωστόσο απαραίτητα ότι προκύπτουν από αυτές έργα μικρότερης αισθητικής αξίας, αλλά ότι μπορούν να αναδειχθούν νέες μορφές οι οποίες θα εμπεριέχουν στοιχεία αυθεντικότητας που κάνουν ένα έργο να ξεχωρίζει».

Ο ρόλος του αναγνώστη

Για τον Αλέξανδρο Γαζή των εκδόσεων San Casciano, ένα καλό βιβλίο ακονίζει την κρίση μας: «δεν μας προσφέρει τις απαντήσεις που αναζητάμε, δεν μας καθησυχάζει, δεν μπετονάρει τις προκαταλήψεις μας ή ακόμα και τις γνώσεις μας· αντιθέτως, μας παρουσιάζει τα όριά τους και τις θέτει εκ νέου σε κρίση».

Την ίδια στιγμή, τα πιο καλά βιβλία «είναι τα βιβλία που μας αναγκάζουν να αναγνωρίσουμε πως κάπου σφάλαμε, που ρίχνουν φως στα τυφλά σημεία του νου και της φαντασίας μας, που μας δείχνουν ποια πράγματα δεν είχαμε συμπεριλάβει στην κοσμοαντίληψή μας».

• Νέοι, μικροί και ανήσυχοι: Η καλαίσθητη άνοιξη των εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθιστούν ένα βιβλίο «καλό», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Γαζή, είναι ο τρόπος που μας βοηθάει να δούμε τον κόσμο. «Ένα καλό βιβλίο δηλαδή εμπλουτίζει τη θέασή μας στον κόσμο, προσθέτοντας στην οπτική μας την οπτική άλλων ανθρώπων. Αυτός είναι ο τρόπος να μορφωθούμε, καθώς, όταν πολλαπλασιάζονται οι οπτικές και μπορούμε να δούμε ένα πράγμα από πολλές διαφορετικές γωνίες, αποκτούμε σφαιρική εικόνα. Όταν διαβάζουμε κάτι και μετά χρησιμοποιούμε την έκφραση “μου άνοιξε τα μάτια”, αυτό ακριβώς εννοούμε».

Από την άλλη, ένα καλό βιβλίο, «σε ό,τι αφορά το πολιτικό δοκίμιο per se, οφείλει να είναι ένα χρήσιμο βιβλίο· δηλαδή ένα βιβλίο που, πέρα από το ότι είναι απαραίτητο να κάνει όλα τα παραπάνω – και μάλιστα με έναν τρόπο όπου επιδιώκει συγκεκριμένα να αποκαλύψει τις δομές και τους λόγους της εξουσίας που επιχειρούν να μείνουν κρυφοί ή να παρουσιαστούν ως φυσικοί – πρέπει ταυτόχρονα να επιδιώκει να λειτουργεί και ως εγχειρίδιο δράσης. Με την έννοια πως η πολιτική αφορά, πέρα από τις ιδέες, και το τι κάνουμε με αυτές τις ιδέες· η πολιτική αφορά τη δράση, και ένα πολιτικό δοκίμιο πρέπει να έχει ως στόχο να εμπλουτίζει αυτή τη δράση και να της δίνει μια δημιουργική διάσταση».

Κλείνοντας, ο Αλέξανδρος Γαζής εστιάζει στον ρόλο του αναγνώστη, καθώς η ανάγνωση είναι μια ενεργητική διαδικασία. «Ένα βιβλίο μπορεί να είναι καλό και ωφέλιμο για κάποιον ακριβώς επειδή το διαβάζει με έναν ενεργητικό τρόπο. Μπορούμε να μάθουμε πολλά πράγματα από ένα βιβλίο, μέσα από τον συγκεκριμένο τρόπο που παρουσιάζει τον κόσμο ή ακόμα και από αυτά τα πράγματα που δεν μας λέει για τον κόσμο. Ένα πολύ καλό παράδειγμα εδώ είναι η “αντιστικτική ανάγνωση”, όπως την ορίζει ο Έντουαρντ Σαΐντ. Η “αντιστικτική ανάγνωση” είναι ένας τρόπος μελέτης των κειμένων όπου επιχειρούμε να διακρίνουμε πίσω από την αφήγηση φωνές και εμπειρίες οι οποίες συνήθως μένουν στο περιθώριο ή αποσιωπούνται μέσα στα κλασικά έργα της δυτικής λογοτεχνίας. Αυτός ο τρόπος ανάγνωσης προφανώς δεν αφορά μόνο τον δυτικό λογοτεχνικό κανόνα, αλλά μπορεί να γίνει με κάθε κείμενο».