Την παράτησαν αναίσθητη στα σκαλοπάτια μιας πλατείας στην Κεφαλονιά. Αυτή ήταν η μοναδική λύση τους. Η Μυρτώ πέθανε αβοήθητη. Αυτή ήταν η μοναδική λύση τους.
Είχαν βέβαια πρώτα καθαρίσει το δωμάτιο του ξενοδοχείου, είχαν πάρει το κινητό της, είχαν στείλει μήνυμα σε φίλη της και είχαν κάνει τη μεταφορά του κοριτσιού στο σημείο που το παρέλαβε τελικά το ΕΚΑΒ.
Κανείς μας δεν ήταν εκεί, όμως η κοινή λογική λέει πως χρόνος υπήρχε, όπως υπήρχε και διαχείριση μιας επείγουσας κατάστασης προς ίδιον όφελος.
Ανακοπή καρδιάς. Η επίσημη αιτία θανάτου. Με την ανεπίσημη όμως τι γίνεται; Φυσικά και υπάρχει τέτοια. Χρειάστηκε ελάχιστα λεπτά για να ειπωθεί, σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων που εκκρεμούν.
Είναι τέτοια τα αντανακλαστικά των θεματοφυλάκων της κοινωνικής ηθικής που ενεργοποιούνται αυτοστιγμεί. Μια φωτογραφία από το προφίλ της Μυρτούς και λεπτομέρειες για το βράδυ που προηγήθηκε ήταν πρώτης τάξης «πειστήρια».
Η τραγική ουσία χάθηκε μέσα σε αβυσσαλέα ντεκολτέ, σε χείλη με υαλουρονικό, σε κοντές φούστες και κατηγορίες αυτοϋπαιτιότητας. Η εμφάνιση του κοριτσιού και η επιλογή της να βγει μόνη της με τρεις άνδρες έγινε βαρόμετρο στη διαμόρφωση άποψης και πεδίο χυδαίων σχολίων.
«Εντάξει και αυτή δεν ήξερε με ποιους έκανε παρέα;», «Ηθελέστα και παθέστα», «Κρίμα πολύ, αλλά τι ήθελε με τους αλήτες μέσα στη νύχτα;», «19 χρόνων κοπέλα πού πήγαινε με τέτοια εμφάνιση; Δεν ήξερε;», «Η επιλογή της φταίει, δυστυχώς», «Δεν ακούνε, το έφαγε το κεφάλι της είχε καβαλήσει το καλάμι. Έπρεπε να είναι σπίτι της τέτοια ώρα», «Κρίμα, αλλά ενήλικη ήταν, ας πρόσεχε», «Κρίμα στην κοπέλα, αλλά είχε επιλέξει τη ζωή της».
Κάποια από τα δεκάδες σχόλια που γράφτηκαν αφειδώς και ανερυθρίαστα στα κοινωνικά δίκτυα.
Υπάρχει κάτι βαθύτατα αποκαλυπτικό σε αυτή την εμμονή. Όχι τρομακτικό μόνο, αποκαλυπτικό. Δεν πρόκειται για παρόρμηση, για ατομική αγριότητα.
Είναι η λογική που έχουμε «κληρονομήσει» και αναπαράγουμε με τη στωική επανάληψη της συνήθειας: μια γυναίκα που υφίσταται κακό, πρώτα «δικάζεται», έπειτα λυπάται κανείς για την τύχη της προτάσσοντας φυσικά ένα μεγάλο αλλά στις τοποθετήσεις του. Κρίμα, αλλά…
Αυτό είναι το πρόσωπο της πατριαρχίας, όχι ο απροκάλυπτος σεξισμός, αλλά η βαθύτερη, πιο ύπουλη εκδοχή της: η πεποίθηση ότι μια γυναίκα φέρει πάντα μέρος της ευθύνης (ή και ολάκερη την ευθύνη) για τα δεινά που της συμβαίνουν.
Ότι υπάρχει κάτι που «έκανε» ή «δεν έκανε» και που καθιστά τον θάνατό της, τον βιασμό της, την κακοποίησή της, λιγότερο αδικία και περισσότερο λογική συνέπεια των πράξεων και αποφάσεών της.
Αυτή η λογική δεν ξεκινά μόνο από μισογύνηδες του πληκτρολογίου. Υπάρχει δίπλα μας, πανταχού παρούσα. Ακόμα κι αν δεν ειπώνεται φωναχτά, γυρνάει μέσα σε σκέψεις και λέξεις ακανόνιστες.
Υπάρχει στη διάκριση ανάμεσα στα «καλά κορίτσια» και τα «κορίτσια που ρισκάρουν». Σαν η αξία μιας ζωής να κρίνεται από το αν αγνόησε τους άγραφους κανόνες που έχει θέσει η κοινωνία για τις γυναίκες.
Αυτή είναι η πατριαρχία ως ζώσα «υποδομή», εγκατεστημένη τόσο βαθιά στο κοινωνικό υποσυνείδητο -με διαφορετικούς βαθμούς επίγνωσης- που λειτουργεί ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης.
Κάθε φορά που γράφουμε, σκεφτόμαστε ή υπονοούμε ότι «τα ‘θελε και τα ‘παθε» διαιωνίζουμε τη δομή που παράγει δράστες που υπολογίζουν ψύχραιμα, που εγκαταλείπουν χωρίς τύψεις, που θεωρούν ότι η αυτοδιάθεση του σώματος συνεπάγεται παραίτηση από κάθε δικαίωμα στη ζωή, στην ασφάλεια, στη συμπόνια.
Η Μυρτώ -και η κάθε Μυρτώ- δεν χρειαζόταν να είναι «άψογη» για να μην της αξίζει αυτό το τέλος. Ήταν ένας άνθρωπος. Αυτό θα έπρεπε να αρκεί.








