Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης ακόμη συμπληρώνονται. Το τέλος της, όμως, δεν αλλάζει. Μια παρέα νέων, χρήση κοκαΐνης, μια στιγμή που ξεφεύγει. Η 19χρονη καταρρέει. Από εκεί και πέρα, δεν μιλάμε για ατύχημα· μιλάμε για επιλογές. Δεν καλούν άμεσα βοήθεια. Δεν μένουν δίπλα της. Δεν προσπαθούν να σώσουν έναν άνθρωπο. Τη μεταφέρουν σε μια πλατεία και την αφήνουν εκεί. Μόνη. Και φεύγουν. Όχι σε πανικό, αλλά σε μια απόφαση που δείχνει ξεκάθαρα τι μπήκε στη ζυγαριά και τι όχι.
Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι αρκετό για να παγώσει οποιαδήποτε συζήτηση. Και όμως, δεν ήταν. Γιατί πολύ γρήγορα, η προσοχή μετατοπίστηκε. Όχι στους ανθρώπους που την εγκατέλειψαν, αλλά στην ίδια. Στην εμφάνισή της, στα χείλη της, στο αν είχε κάνει υαλουρονικό, στο πώς ντυνόταν, στο πού πήγε, στο τι έκανε. Η γνωστή, κουραστική, αλλά πάντα πρόθυμη αφήγηση: «ναι, κρίμα το κορίτσι αλλά...».
Είναι εντυπωσιακό με τον πιο σκοτεινό τρόπο, το πόσο εύκολα μια τραγωδία μετατρέπεται σε δολοφονία χαρακτήρα του θύματος. Η μάλλον όχι μετατρέπεται. Το θύμα δολοφονείται δύο φορές! Μία εκ παραλείψεως όπως αποφάσισε ο εισαγγελέας και μία στα σχόλια των γνωστών- αγνώστων του πληκτρολογίου κάτω από τις σχετικές αναρτήσεις της είδησης. Ένας άνθρωπος πεθαίνει αβοήθητος και η δημόσια συζήτηση καταφέρνει να εστιάσει στο αν «ήταν τέτοιο κορίτσι». Σαν να υπάρχει ένας άτυπος κατάλογος προδιαγραφών για το ποιος αξίζει συμπόνια και ποιος όχι. Σαν να πρέπει πρώτα να εγκριθεί η εικόνα σου για να θεωρηθεί άδικος ο θάνατός σου. Και μιλάμε για το θάνατο μιας 19χρονης κοπέλας.
Το victim blaming δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια: ενδιαφέρεται να μη χρειαστεί κανείς άλλος να αναλάβει ευθύνη.
Ας το πούμε καθαρά. Αν η Μυρτώ δεν είχε υαλουρονικό, κάποιοι θα έβρισκαν κάτι άλλο. Αν δεν ήταν βαμμένη, θα έφταιγε η ώρα που κυκλοφορούσε. Αν δεν είχε αυτή την εμφάνιση, θα έφταιγε η παρέα της. Αν δεν ήταν με αυτούς, θα έφταιγε που «μπλέχτηκε». Αν δεν είχε πάρει ουσίες, θα έφταιγε που «πήγε σε τέτοιο περιβάλλον». Αν δεν είχε πάει εκεί, θα έφταιγε που «δεν πρόσεχε». Κάπως, κάπου, η ευθύνη θα κατέληγε πάλι πάνω της. Γιατί το victim blaming δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια: ενδιαφέρεται να μη χρειαστεί κανείς άλλος να αναλάβει ευθύνη.
