Δεν έχουν περάσει ούτε έξι μήνες αφότου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε με απόλυτη κατηγορηματικότητα τα εξής: «Δεν υπάρχει κανένα κοινοβουλευτικό σύστημα το οποίο να έχει ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Αυτά τα συστήματα παραπέμπουν σε προεδρικά συστήματα. Και επειδή ο πυρήνας του πολιτεύματός μας δεν μπορεί να αλλάξει, διαφωνώ με το ασυμβίβαστο, αλλά θέλω να θυμίσω ότι ο εκάστοτε πρωθυπουργός έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς» (https://www.primeminister.gr/2025/10/22/37194).

Μόλις χθες ο ίδιος, στον απόηχο της μεγάλης αναταραχής που προκάλεσαν οι νέες δικογραφίες για την σκανδαλώδη υπόθεση της διασπάθισης των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ, ανακρούοντας πρύμναν, δήλωνε: «Θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών, πέραν των προτάσεών μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή».

Δεν χρειάζεται να κάνει κάποιος δίκη προθέσεων για να διαπιστώσει ότι με τη μεταστροφή αυτή ο Κυριάκος Μητσοτάκης στόχευε να αλλάξει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου των ημερών που κατακλύζεται από τις ισχυρές πολιτικές εντυπώσεις που δημιούργησε το περιεχόμενο των νέων δικογραφιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διασπάθιση των χρημάτων από τις αγροτικές επιδοτήσεις προς άγραν εκλογικής πελατείας.

Το ερώτημα, ωστόσο, το οποίο πέραν πάσης αμφιβολίας προκαλείται μετά τις χθεσινές πρωθυπουργικές ανακοινώσεις είναι αν ο χρόνος και ο τρόπος που αυτές έγιναν είναι ο κατάλληλος για να πεισθεί η ευρεία κοινή γνώμη ότι η εφαρμογή του ασυμβίβαστου θα συμβάλει στην καταστολή διαχρονικών παθογενειών, όπως είναι η μετατροπή των πολιτικών γραφείων των κυβερνητικών βουλευτών σε άντρα διεκπεραίωσης κάθε είδους ρουσφετολογικών εξυπηρετήσεων: νόμιμων και κυρίως παράνομων.

Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης ο σημερινός πρωθυπουργός έχει να παρουσιάσει ελάχιστο έργο στην ενδυνάμωση του κράτους δικαίου που πρωτίστως αποτελεί την ασπίδα για τους ασθενέστερους που «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα» και δεν βρίσκουν πρόσβαση . Σε πολλούς τομείς, μάλιστα, υπήρξε σαφής υποχώρηση στη θεσμική λειτουργία της Πολιτείας, μια υποχώρηση η οποία δύσκολα μπορεί να αποδοθεί στην μη ύπαρξη ασυμβίβαστου ανάμεσα στους υπουργούς και βουλευτές. Είναι πολλά άλλα που θα πρέπει να προηγηθούν προτού να αποκτήσουμε βουλευτές που να κάνουν τα «ρεπό» όσων ορκίζονται υπουργοί επειδή έτσι έκρινε ο… «μονάρχης» πρωθυπουργός.

Σε κάθε περίπτωση, οι θεσμικές αλλαγές, πολύ περισσότερο όταν είναι δομικές, απαιτούν σοβαρότητα, συνέπεια και συναίνεση. Και στην προκειμένη, κακά τα ψέματα, δεν πληρείται καμία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις.