Δύσκολα μπορεί κανείς να μιλά πλέον για απλές «δυσλειτουργίες του κράτους», όταν η ευρωπαϊκή δικαιοσύνη θέτει στο στόχαστρο και ζητά την άρση ασυλίας τόσων μελών του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας για σοβαρές αξιόποινες πράξεις κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή η εξέλιξη καθίσταται ακόμη πιο αποκαλυπτική, αν αναλογιστεί κανείς πώς χειρίστηκε η κυβέρνηση τον πρώτο γύρο της ίδιας υπόθεσης. Αρνήθηκε τότε να ακολουθήσει ακόμη και το δικό της «μοντέλο Τριαντόπουλου/Καραμανλή», τη συγκρότηση δηλαδή επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης που παρέπεμψε με συνοπτικές διαδικασίες υπουργούς στον ανακριτή και το δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου για την υπόθεση των Τεμπών.
Την ίδια στιγμή, η εξεταστική επιτροπή που πραγματοποιήθηκε δεν προσέφερε τίποτα στην ουσία της διερεύνησης, πέρα από ορισμένα γκροτέσκο θεάματα που υποβάθμισαν τη διαδικασία και ενίσχυσαν την τηλεθέαση των συνεδριάσεων για όλους τους λάθος λόγους, χωρίς να μας κάνουν σοφότερους.
Τέτοια φαινόμενα, όπου κυριαρχεί η αντίληψη πως η κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να «δικάζει και να αποφασίζει» κατά το δοκούν, πλήττουν τη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η προστασία των θεσμών απαιτεί την αυστηρή τήρηση της νομιμότητας και το τέλος στα κυβερνητικά τερτίπια των δύο μέτρων και δύο σταθμών, καθώς δεν νοούνται διαφορετικά «μοντέλα» διαχείρισης ανάλογα με τα πρόσωπα των διωχθέντων.
Τώρα, με τον κατάλογο των εμπλεκομένων να θυμίζει τη Λερναία Υδρα, η Βουλή καλείται να αντιμετωπίσει μια δοκιμασία που δεν αντέχει νέα διαχειριστικά τεχνάσματα. Τα λάθη του παρελθόντος, που κατέληξαν στον διασυρμό των διαδικασιών, δεν μπορούν να επαναληφθούν. Παρά τη φόρτιση που προκαλεί το ειδικό βάρος της υπόθεσης, η Δικαιοσύνη παραμένει η μόνη αρμόδια για τη διαλεύκανσή της. Οφείλει να αφεθεί απερίσπαστη μέχρι το τέλος, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες, ώστε να ρίξει φως σε μια πληγή που πρέπει επιτέλους να επουλωθεί.



