Ένα «παπάκι» βγαίνει στην Ποσειδώνος, ανεβαίνει τη Συγγρού και φρενάρει στη Μακρή στην Πλάκα. Πάνω στο νικέλινο τιμόνι αστράφτουν τα φώτα από την μαρκίζα της Μέδουσας. Κατεβαίνει από τη σέλα ο Σταμάτης Κραουνάκης –είναι πλέον σταθερός θαμώνας και φίλος του Γιώργου Μαρίνου. Θα πάει στο καμαρίνι άλλοτε με μια και δύο κασέτες στα χέρια με νέα τραγούδια, άλλοτε έτσι, άνευ λόγου και αιτίας για «πολλά, “ανόητα” γέλια».

Αυτές οι βόλτες έφεραν πολλά, μερικές από τις πιο συγκλονιστικές πρόζες του Γιώργου Μαρίνου στη «Μέδουσα», τις καλύτερες δισκογραφικές στιγμές του, με το καίριο «Μόνον Άνδρες», το άρτιο «Αυτός, ο Γιώργος», αλλά και στίχους και τραγούδια ασύγκριτης ευαισθησίας και οξυδέρκειας.

Έφερε και άλλα, που δεν αφορούσαν άμεσα τον Γιώργο Μαρίνο, αλλά το αποτύπωμα του ήταν εκεί. Δεκαετίες μετά αυτό το «παπάκι» στην Πλάκα ήταν αραγμένο έξω από τις παραστάσεις της «Σπείρα-Σπείρα».

Ο Σταμάτης Κραουνάκης μοιράζεται τρεις ιστορίες από αυτή την καρμική διαδρομή με τον Γιώργο Μαρίνο. Η εξάτμιση κομμένη και το φλας να παίζει στις πιο φωτεινές λεωφόρους.

Μια μέρα στις πρόβες της «Μέδουσας»

Η πρώτη μας γνωριμία ήταν τελείως «έτσι». Λέγαμε ένα «καλησπέρα» σε ένα μπαρ που πηγαίναμε στη Μακρή με τον Σπανό. Αργότερα ένα απόγευμα έχω κατέβει στο κέντρο με τη Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου και μου λέει «δεν πάμε στον Μαρίνο που θα έχει πρόβες στη Μέδουσα»; Πήγαμε και με υποδέχθηκε σαν να ήμουν κάποιος παρά πολύ σπουδαίος. Στο μεταξύ είχα κυκλοφορήσει τα «Σκουριασμένα Χείλη» και ίσως το δίσκο με τη Χριστιάνα.

Έκτοτε ξεκίνησα να πηγαίνω κάθε βράδυ στη «Μέδουσα». Από ένα σημείο και μετά πήγαινa μόνος μου, λίγο πριν τελειώσει το πρόγραμμα. Θυμάμαι με έπαιρνε τηλέφωνο και με ρωτούσε “δεν θα έρθεις απόψε;” Έμενα στο Φάληρο, έπαιρνα το παπί και τσουπ ανέβαινα.

Όπως ανέβαινα και μέχρι το σπίτι του στον Νέο Βουτζά. Ξυπνούσε αργά, πολύ αργά ο Γιώργος και έπαιρνε τηλέφωνο τους φίλους του λέγοντας «μην με αφήνετε μόνο στην ερημιά». Έπαιρνα το παπί, πήγαινα μόνος μου εκεί στις ανηφόρες με όλα τα σκυλιά της περιοχής λυμένα. Αυτή η συμβίωση με την καθημερινότητά του ήταν που μας έφερε κοντά. Μετά μπήκε η και η δουλειά στη μέση και «μπλέξαμε».

Στα καμαρίνια είχε πολύ «μπουρ μπουρ μπουρ». Έλεγε ο Γιώργος: «Με εμένα κανείς συνθέτης δεν ασχολήθηκε σοβαρά εκτός από τον Χατζιδάκι» ή μου έλεγε τα «τέρατα» για το δίσκο που είχα κάνει με τη Χριστιάνα.

Του δίνω λοιπόν το «Τσικίτα Τιμπώ», αυτό ήταν το πρώτο τραγούδι που του έγραψα, ένα καθαρόαιμο καμπαρέ τραγούδι, που κυκλοφόρησε στο «Μόνο άνδρες». Αυτό ήταν. Παραδόθηκε άνευ όρων ο Γιώργος και ήταν θέμα χρόνου να κάνουμε κάτι σαν τη Μέδουσα.

Αύγουστο στον «Αστερισμό της Μέδουσας»

Έπρεπε να παρουσιαστώ φαντάρος. Με πήγε ο Γιώργος και ένας φίλος μου στο στρατόπεδο. Παρουσιάστηκα και πήρα αναβολή. Όταν βγήκα, ο Γιώργος μού έκανε δώρο ένα ταξίδι στο Λονδίνο για να δούμε παραστάσεις, συναυλίες, show και να πάρω έμπνευση. Επιστρέφουμε κι όλο με τσίγκλαγε να κάνουμε μια παράσταση καμπαρέ, ένα μιούζικαλ. Μου έδειχνε show της Μινέλι, βάζαμε τα τραγούδια. Άλλωστε για μένα ήταν μια πρόκληση. Αυτό ήταν το περιβάλλον μου, αυτό που μου άρεσε πάντα. Ο Γιώργος ήταν το ιδεατό «εργαλείο», αν μπορώ να το πω έτσι.

Αύγουστο του 1984 αρχίζουμε να γράφουμε τον Αστερισμό της Μέδουσας πάνω σ’ ένα πρώτο ιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη. Αφόρητη ζέστη, όλοι λείπουν διακοπές και με τη Λίνα δουλεύουμε πυρετωδώς. Η Λίνα ήταν λιγάκι διστακτική με το θέατρο, δεν ήταν τα γούστα της, αλλά της έδινε τόση χαρά που δουλεύαμε μαζί και αυτό μετρούσε περισσότερο. Δεν είχαμε απόλυτη συνείδηση του τι κάναμε, αλλά νιώθαμε ότι έχουμε στα χέρια μας κάτι καλό. Όταν για παράδειγμα γεννήθηκαν «τα παιδικά παιχνίδια» αμέσως νιώσαμε ότι αυτό μας ξεπερνά.

Από την παράσταση «Αυτός, ο Γιώργος». | Αρχείο Σταμάτη Κραουνάκη

Η «Μέδουσα» είχε προετοιμασία θεατρική και για πρώτη φορά ο Γιώργος, κατά δήλωση και των συνεργατών του, έκανε αναγνώσεις μαζί με τον υπόλοιπο θίασο. Το είχε αποφασίσει και ο ίδιος ότι θα έπρεπε να το προσέγγιζε διαφορετικά, διότι ήταν και για αυτόν ένα ρίσκο. Μια συνθήκη απόλυτα θεατρική, ειδικά στο πρώτο μέρος της παράστασης, που δεν ήταν καθόλου εύκολο να ταιριάξει στην πίστα. Ήταν ένα στοίχημα για τον Γιώργο, διότι δεν θα έχει τη συνηθισμένη ελευθερία του, θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα έτοιμο κείμενο, το οποίο τυπικά ήταν μια αυτοβιογραφία ίσως αλλά και μια βιογραφία για τον καθένα μας.

Στο «Μαθήματα ελληνικής Ιστορίας» ο Γιώργος «σκότωνε». Την έχω ακόμα μπροστά μου την εικόνα. Στο live δεν υπήρχε άλλος σαν τον Γιώργο και δεν έχει βρεθεί κάποιος που έστω να τον προσεγγίζει.

«Το σεξ» γράφτηκε μέσα σε δέκα λεπτά. Ήρθε σαν φαξ στο μυαλό, όπως λέω, και κατέβηκε το τραγούδι, στίχοι και μουσική, σχεδόν μαζί. Το πηγαίνω στον Μαρίνο και γελάμε πάρα πολύ. Όμως μνημειώδης ήταν ο τρόπος που το ερμήνευε πάνω στην σκηνή. Έκανε τη χαρακτηριστική αναπαραγωγική κίνηση του άνδρα όταν κάνει σεξ και έπαιρνε τις πιο χαζές γκριμάτσες.

Μετά τη «Μέδουσα» και όποτε κυκλοφορούσα νέο δίσκο μού έλεγε για να με πειράξει «την έκανες και αυτή θεατρίνα».

Ένας άρτιος δίσκος, αλλά όχι αυτό που ήταν ο Γιώργος

Πήγε ο Χατζιδάκις είδε την ομότιτλη παράσταση στο «Βέμπο» και είπε να το ηχογραφήσουμε στην εταιρεία του, τον Σείριο. Η παράσταση πήγε άκλαφτη –ήταν τρομερό πώς τόσοι ταλαντούχοι άνθρωποι κάναμε μια τέτοια αποτυχία, αλλά το καταλάβαμε από την πρεμιέρα.  

Η ηχογράφηση στον Σείριο  ήταν μια μεγάλη τιμή για εμάς, διότι ο Χατζιδάκις μάς τα παρείχε όλα – στούντιο, ορχήστρα, αμοιβές, χορωδία. Το εξώφυλλο του δίσκου, υπέροχο. Ήταν μια γενναιόδωρη παραγωγή. Το «Αυτός, ο Γιώργος» ήταν άρτιο, αλλά στο studio o Γιώργος δεν έφτανε το ύψος του live, όσο και αν τον κούρδιζα. Δεν ήταν ο χώρος του, ήταν ένα μέρος ψυχρό. Ωστόσο, δεν με ένοιαζε. Με ενδιέφερε που είχα αποτύπωμα με αυτόν καλλιτέχνη.