Μπορεί ένα εναέριο όχημα που κοστίζει δεκάδες χιλιάδες δολάρια να δημιουργήσει πρόβλημα σε πυραυλικά συστήματα δισεκατομμυρίων δολαρίων; Ο πόλεμος ανάμεσα στον συνασπισμό ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν απαντά στο ερώτημα και εξηγεί εν πολλοίς την αντοχή της Τεχεράνης απέναντι σε υπέρτερους τεχνολογικά αντιπάλους.
Μικρό κόστος, μεγάλο όφελος
Όπως επισημαίνει ρεπορτάζ του Reuters, το Ιράν έχει αφιερώσει χρόνια στην κατασκευή και προμήθεια μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) σε συμμαχικές χώρες (Ρωσία, Βενεζουέλα, Αλγερία) και αδελφές προς το καθεστώς οργανώσεις (Χούθι, Χεζμπολάχ). Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας στις 28 Φεβρουαρίου Τελ Αβίβ και Ουάσινγκτον έδωσαν την ευκαιρία στην Τεχεράνη να χρησιμοποιήσει η ίδια τα drones της, τόσο κατά του Ισραήλ όσο και κατά των συμμαχικών προς τις ΗΠΑ κρατών του Περσικού Κόλπου.
Μαζική εκτόξευση
Κορωνίδα των ιρανικών drones θεωρείται το Shahed-136, το οποίο ξεχωρίζει λόγω της δυνατότητας να φέρει εκρηκτικό φορτίο και να πλήττει στόχους με μεγάλη ακρίβεια. Κάθε τέτοιο drone κοστίζει μεταξύ 20.000 και 50.000 δολάρια, είναι συχνά εξοπλισμένο με εκρηκτικά και καταστρέφεται με το πέρας της αποστολής του (εξού χρησιμοποιείται ο όρος drone-καμικάζι).
Το χαμηλό κόστος επιτρέπει την μαζική παραγωγή και κατά συνέπεια την επιχειρησιακή επιτυχία στο πεδίο, αφού η μαζική εκτόξευση εξασφαλίζει ότι μερικά εξ αυτών θα περάσουν τις εχθρικές αεράμυνες και πλήξουν τον στόχο τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας πύραυλος ανάσχεσης Patriot, που συχνά χρησιμοποιείται για την κατάρριψη drones, κοστίζει τέσσερα εκατομμύρια δολάρια, ποσό ισοδύναμο με 80-115 drones. Το κόστος ανά πύραυλο αναχαίτισης του συστήματος THAAD εκτιμάται στα 13 έως 15,5 εκατομμύρια δολάρια, ποσό ισοδύναμο με 310-440 drones.
Η εμπειρία των ΗΠΑ – Πώς απαντούν
Αυτού του είδους η ανισορροπία ανησυχεί τις ΗΠΑ πολύ πριν τον τωρινό πόλεμο. «Αν για να καταρρίψουμε ένα drone αξίας 50.000 δολαρίων χρειαζόμαστε έναν πύραυλο αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, αυτή σίγουρα δεν είναι μια καλή εξίσωση κόστους» είχε δηλώσει ο πρώην υφυπουργός Άμυνας (2022-25), Ουίλιαμ Λα Πλάντε, ήδη από τον Μάιο του 2024 σε επιτροπή της Γερουσίας, προσθέτοντας ότι τα «οικονομικά της αεράμυνας γίνονται μη βιώσιμα».
Είχε προηγηθεί η εμπειρία της Υεμένης, όπου το αμερικανικό Ναυτικό χρησιμοποίησε συνολικά πυρομαχικά ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων για να καταρρίψει ιρανικής παραγωγής drones-καμικάζι που χρησιμοποιούσαν οι σιίτες μαχητές Χούθι.
Μαζική παραγωγή drones
Αλλά και στον πόλεμο της Ουκρανίας, αμυνόμενοι και επιτιθέμενοι αξιοποίησαν στο έπακρο παρόμοια όπλα. Το Κίεβο πρωτοπορεί από το 2014 και είναι σήμερα ικανό να παράγει εκατομμύρια φθηνού κόστους drones ετησίως, ενώ η Μόσχα κατάφερε κι αυτή να προσαρμοστεί στην τεχνολογία drones, βασιζόμενη αρχικά στα ιρανικά Shahed τα οποία βελτίωσε ως Geran-2. Μόνο το 2025 η Ουκρανία παρήγαγε περίπου τέσσερα εκατομμύρια drones, ενώ η Ρωσία δύο εκατομμύρια.
Η φαρέτρα των ΗΠΑ
Στον τρέχοντα πόλεμο οι ΗΠΑ έχουν επηρεαστεί από τις ιρανικές μεθόδους, παράγοντας και χρησιμοποιώντας τα δικά τους φτηνά drones, τα LUCAS, παραγωγής της εταιρίας SpektreWorks, με το αρκτικόλεξο να σημαίνει χαρακτηριστικά «Low-Cost Unmanned Combat Aerial System» (Χαμηλού κόστους Μη επανδρωμένο Μαχητικό Εναέριο Σύστημα). Το μέσο κόστος ενός drone τέτοιου τύπου προσεγγίζει τα 35.000 δολάρια, ενώ η ακτίνα δράσης του φτάνει έως και τα 2.000 χιλιόμετρα (όσο και των Shahed).
Στη διάθεση της αμερικανικής Αεροπορίας βρίσκονται ακόμη τα MQ-9 Reaper, της αμυντικής βιομηχανίας General Atomics, μεγάλης διάρκειας πτήσης και μεγάλου υψομέτρου. Ελέγχονται εξ αποστάσεως από χειριστή και είναι ικανά να εκτελούν αεροπορικά πλήγματα εναντίον εναέριων και επίγειων στόχων αλλά και να συλλέγουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Η δυνατότητά τους ωστόσο να εκτελούν πολλαπλές χρήσεις (επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών, καταστροφή στόχων) σε βάθος χρόνου και το εκτεταμένο τους βεληνεκές (ξεπερνά τα 2.575 χλμ.) εκτινάσσει το κόστος ανά μονάδα στα 30 εκατομμύρια δολάρια.
Ακόμη ένα «όπλο στη φαρέτρα» των ΗΠΑ είναι τα καταδιωκτικά αεροχήματα DroneHunter F700 της Fortem και Coyote της Raytheon, που προσομοιάζουν σε ελικόπτερα και αιχμαλωτίζουν τα εχθρικά drones με χρήση πλέγματος (DroneHunter) ή λειτουργώντας με μορφή πυραύλου (Coyote). Η πιο εξειδικευμένη χρήση τους τα κάνει πιο ακριβά, με το κόστος κάθε μονάδας να ανέρχεται σε 100.000 δολάρια.
Λέιζερ εναντίον drones
Πέραν της παραγωγής drones, υπάρχουν κι άλλου είδους όπλα που χρησιμοποιούνται ή δοκιμάζονται για την κατάρριψή τους. Το οπλικό σύστημα HELIOS, που ανέπτυξε η εταιρία αμυντικής βιομηχανίας Lockheed Martin για λογαριασμό του Ναυτικού των ΗΠΑ και συγκεκριμένα του αντιτορπιλικού USS Preble, χρησιμοποιεί ακτίνες λέιζερ για την καταστροφή εναέριων στόχων.
Το όπλο λέιζερ έχει ένα βασικό λειτουργικό πλεονέκτημα: μπορεί να πυροδοτηθεί σχεδόν απεριόριστες στιγμές όσο υπάρχει ηλεκτρική ενέργεια και εξαλείφει τη χρονική διαφορά μεταξύ των παραδοσιακών όπλων από την πυροδότηση μέχρι το χτύπημα του στόχου. Το HELIOS έχει περάσει όλες τις δοκιμές επιτυχώς και μέσα στο 2027 αναμένεται η επέκταση της χρήσης του σε άλλα δώδεκα πλοία.
Σε φάση δοκιμής με ανάλογα οπλικά συστήματα με λέιζερ για την κατάρριψη drones βρίσκεται και ο Στρατός των ΗΠΑ. To σύστημα εδάφους-αέρος LOCUST, παραγωγής της AeroVironment έκανε την πρώτη του δοκιμή στο Ελ Πάσο του Τέξας τον περασμένο μήνα.
Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά ως προς τις δυνατότητές του, αν και εξίσου αποθαρρυντικές ήταν οι παρενέργειές του, καθώς η λειτουργία του αποσυντόνισε πλήρως τον εναέριο χώρο πάνω από την πόλη για περίπου οκτώ ώρες, με πηγές κοντά στην Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας (FAA) να δηλώνουν μιλώντας στο Axios την ανησυχία τους για την έλλειψη συντονισμού.





