Ανταπόκριση από Ουάσιγγκτον
Τον Νοέμβριο στην Αθήνα μπήκαν τα θεμέλια. Την Τρίτη στην Ουάσιγκτον χτίστηκε ο πρώτος όροφος.
Με αυτό τον τρόπο περιγράφουν το κλίμα πηγές που παρακολούθησαν από κοντά τη «Διατλαντική Σύνοδο για την Ασφάλεια Φυσικού Αερίου», που διοργανώθηκε από το Συμβούλιο Ενεργειακής Κυριαρχίας του Λευκού Οίκου στο Ινστιτούτο Ντόναλντ Τραμπ για την Ειρήνη.
Όπως άλλωστε είχε δηλώσει πριν δύο εβδομάδες ο διευθύνων σύμβουλος του Συμβουλίου Τζάροντ Έιγκεν, η συγκεκριμένη αμερικανική κυβέρνηση δεν επενδύει σε συνέδρια και γενικές δηλώσεις προθέσεων.
Με αυτό ως δεδομένο, η σύνοδος στηρίχθηκε σε αριθμούς, συμφωνίες και έναν σαφή στρατηγικό στόχο. Η Ευρώπη να αποκτήσει μια νέα αρχιτεκτονική τροφοδοσίας φυσικού αερίου και οι Ηνωμένες Πολιτείες να εδραιώσουν τον ρόλο τους ως βασικός προμηθευτής LNG.
Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η Ελλάδα εμφανίζεται να αναβαθμίζει τον ρόλο της και να διεκδικεί θέση κεντρικού κόμβου στην ενεργειακή σκακιέρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Πέντε συμφωνίες με ελληνικό αποτύπωμα
Από τις έξι ενεργειακές συμφωνίες που υπογράφηκαν, οι πέντε αφορούσαν άμεσα ελληνικά συμφέροντα. Το στοιχείο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο, καθώς για πολλούς συμμετέχοντες αποτέλεσε ένδειξη ότι ο λεγόμενος Κάθετος Διάδρομος δεν είναι πλέον θεωρία, αλλά αγορά που αρχίζει να κινείται.
Η Atlantic SEE LNG Trade, εταιρεία στην οποία ο Όμιλος AKTOR συμμετέχει με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%, υπέγραψε νέες μακροχρόνιες συμφωνίες πώλησης αμερικανικού LNG με τέσσερις χώρες της περιοχής. Στο ίδιο πλαίσιο, συμφωνία υπέγραψε και η METLEN, ενισχύοντας την ελληνική παρουσία στη νέα ενεργειακή αλυσίδα.
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»
Πίσω από τις υπογραφές, το πραγματικό θέμα της συζήτησης ήταν άλλο. Το ρωσικό φυσικό αέριο που εξακολουθεί να εισέρχεται στην Ευρώπη, κυρίως μέσω Τουρκίας, με εκτιμώμενες ροές 17 έως 18 δισ. κυβικών μέτρων.
Η είσοδος του ρωσικού φυσικού αερίου από την «πίσω πόρτα» αναγνωρίστηκε ως ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», καθώς όσο θα συνεχίσει
να φτάνει σε ανταγωνιστικές τιμές, τόσο θα υπονομεύεται η εμπορική βιωσιμότητα του Κάθετου Διαδρόμου, ο οποίος στηρίζεται σε μακροχρόνιες συμβάσεις LNG και σε προβλέψιμες ροές.
Η αναγνώριση του προβλήματος δεν είναι ένα νέο δεδομένο. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επανειλημμένα επιτεθεί σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι «πληρώνουν δισεκατομμύρια στη Ρωσία για ενέργεια ενώ εμείς τους προστατεύουμε μέσω του ΝΑΤΟ».
Στην ουσία, το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και εμπορικό. Για να υπογράψουν οι χώρες της περιοχής μακροχρόνια συμβόλαια αμερικανικού LNG, πρέπει να είναι βέβαιες ότι το ρωσικό αέριο δεν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως φθηνή εναλλακτική. Όσο αυτή η αβεβαιότητα παραμένει, οι κυβερνήσεις κρατούν στάση αναμονής, καθυστερώντας αποφάσεις που είναι κρίσιμες για την ωρίμανση του διαδρόμου.
Ένα από τα λίγα πεδία σύγκλισης ΗΠΑ και Ευρώπης
Σε μια περίοδο στρατηγικών αποκλίσεων, η ενεργειακή απεξάρτηση από την Ρωσία μοιάζει να είναι από τα ελάχιστα πεδία όπου Ουάσιγκτον και Ευρώπη κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.
Για τις ΗΠΑ, η Νοτιοανατολική Ευρώπη παραμένει περιοχή που δεν έχει αγκυροβολήσει πλήρως στο δυτικό στρατόπεδο. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Μόσχα θεωρείται εργαλείο γεωπολιτικής σταθεροποίησης.
Για την Ευρώπη, και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά συμπληρωματική. Η ανάπτυξη νέων διασυνδέσεων και ροών δημιουργεί οικονομική συνοχή σε μια περιοχή που ιστορικά ήταν κατακερματισμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι στις συζητήσεις επανέρχεται η σύνδεση με ευρύτερους διαδρόμους, όπως ο IMEC, όπου η ενέργεια λειτουργεί ως γέφυρα εμπορίου και οικονομικής διασύνδεσης.
Γιατί οι χώρες δεν τρέχουν ακόμη να υπογράψουν
Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ο ευρωπαϊκός στόχος της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο τοποθετείται χρονικά σε λιγότερο από δύο χρόνια, αρκετές χώρες διστάζουν να κλειδώσουν μακροχρόνια συμβόλαια αμερικανικού LNG.
Ο λόγος είναι απλός. Πρώτον υπάρχει πολιτική αβεβαιότητα. Πολλοί στην αγορά δεν είναι πεπεισμένοι ότι όλες οι ευρωπαϊκές αποφάσεις για τον αποκλεισμό του ρωσικού φυσικού αερίου θα εφαρμοστούν μέχρι τέλους.
Δεύτερον, εκκρεμούν ρυθμιστικά προβλήματα. Οι κανόνες «Capacity Allocation Mechanism Code» και «Tariff Network Code» θεωρείται ότι ανήκουν σε μια άλλη εποχή και δεν ανταποκρίνονται στις νέες ανάγκες της αγοράς. Το αποτέλεσμα είναι ανασφάλεια στις εταιρείες που καλούνται να επενδύσουν σε συμφωνίες δεκαετιών.
Αυτός είναι και ο λόγος που την Τετάρτη θα ακολουθήσει τεχνική συνάντηση στο αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας, με συμμετοχή των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (TSOs), Κομισιόν και υπουργείων Ενέργειας. Η πολιτική βούληση είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει και πλέον η συζήτηση επικεντρώνεται σε ένα βαθιά τεχνοκρατικό επίπεδο ώστε να περάσουμε στην επόμενη φάση που αφορά την υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών.
Η ενεργειακή διπλωματία της Ελλάδας στο Κογκρέσο
Παράλληλα με τη σύνοδο, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου θα πραγματοποιήσει σειρά επαφών στην Ουάσιγκτον. Την Τετάρτη θα έχει τριμερή συνάντηση με τον υπουργό Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ και τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, αλλά και διακομματικές επαφές στο Κογκρέσο, μεταξύ άλλων με τον πρόεδρο της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας Τζιμ Ρις και τους βουλευτές Τσακ Φλάισμαν και Ράντι Βέμπερ.
Από τις επαφές ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνάντηση με τον Τσακ Φλάισμαν που είναι ο νομοθέτης που κατέθεσε την τροπολογία για τη χρηματοδότηση του Ενεργειακού Κέντρου της Ανατολικής Μεσογείου. Η πορεία της τροπολογίας μέσα στο Κογκρέσο δεν ήταν αυτονόητη. Ο λόγος ήταν ότι αρχικά είχε ενταχθεί μόνο στην εκδοχή του ετήσιου νομοσχεδίου για τη χρηματοδότηση ενεργειακών έργων και υποδομών που ενέκρινε η Βουλή, ενώ δεν υπήρχε στην εκδοχή της Γερουσίας. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι κινδυνεύει να χαθεί στις τελικές διαπραγματεύσεις.
Ο Φλάισμαν επέμεινε ώστε η διάταξη να παραμείνει στο τελικό πακέτο μέσω της διαδικασίας που αποκαλείται reconciliation, όπου οι διαφορετικές εκδοχές της Βουλής και της Γερουσίας ενοποιούνται σε ένα νομοσχέδιο πριν από την τελική ψήφιση.
Στην πράξη, η λεπτομέρεια αυτή έχει μεγαλύτερο βάρος απ’ όσο φαίνεται. Στο Κογκρέσο, όταν μια πρόβλεψη επιβιώνει στο reconciliation, θεωρείται ότι έχει περάσει το τεστ της διακομματικής αποδοχής και αποκτά μεγαλύτερη αντοχή στο τεστ του χρόνου. Για την ελληνική πλευρά, αυτό σημαίνει ότι οι ενεργειακές συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο ωριμάζουν θεσμικά χωρίς να επηρεάζονται από την τρέχουσα πολιτική συγκυρία της Ουάσιγκτον.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σταύρος Παπασταύρου θα έχει την ευκαιρία να ευχαριστήσει προσωπικά τον Φλάισμαν για τη στήριξή του, σε μια κίνηση που αποτυπώνει τη σημασία που αποδίδει η Αθήνα στη διακομματική συνεργασία με τους Αμερικανούς νομοθέτες στο Καπιτώλιο.
Η μεγάλη εικόνα
Η στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για «ενεργειακή κυριαρχία» συναντά την ευρωπαϊκή ανάγκη για ασφάλεια εφοδιασμού. Στην Ουάσιγκτον θεωρούν ότι πλέον όλα τα κομμάτια του παζλ βρίσκονται στη θέση τους. Οι ΗΠΑ θέλουν αγορές για το LNG τους. Η Ευρώπη θέλει διαφοροποίηση. Η Ελλάδα επιδιώκει ρόλο.
Με αυτά τα δεδομένα, εκτιμούν ότι «το παράθυρο ευκαιρίας είναι ανοιχτό». Αν οι συμφωνίες μετατραπούν σε σταθερές ροές και αν η Ευρώπη καταφέρει να ξεπεράσει τη ρυθμιστική της αδράνεια, η Αθήνα μπορεί πράγματι να περάσει από την περιφέρεια στο κέντρο του ενεργειακού χάρτη.
Αν όχι, τα όσα ειπώθηκαν στο Ινστιτούτο Τραμπ για την Ειρήνη θα μείνουν άλλη μια ωραία ιδέα σε ένα ακόμα συνέδριο στην Ουάσιγκτον.






