«Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι. Αυτό μονάχα μας παρηγορεί».

Και δεν θυμάμαι αν οι στίχοι αυτοί του Γιάννη Βαρβέρη είναι απο τη συλλογή «Ο θάνατος το στρώνει», διότι σε μένα τουλάχιστον, σχεδόν.

Με τον θάνατο του Αντώνη η «κλάση» μου χάνει και τον τελευταίο στην χιονοθύελλα.

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου, πρώτα, η Γιώτα Κραβαρίτου ύστερα, ο Γιώργος Αναστασιάδης, τώρα και ο Αντώνης. Συμφοιτητές μου όλοι. Καθηγητές μετά. Όλοι «παιδιά» του Αριστόβουλου Μάνεση παίζουν εδώ και χρόνια στο μαύρο χιόνι εκεί, στην πολύπαθη πλατεία μπροστά από το Χημικό στο Αριστοτέλειο. Εκεί, στο υπόγειο του άχαρου κτηρίου είχε το γραφείο του ο Μπούλης, όπως χαϊδευτικά ονομάζαμε τον καθηγητή μας.

Τον Αντώνη τον πάντρεψα με τη Γιώτα στο Δημαρχείο των Βρυξελλών τα χρόνια της χούντας.

Μαζί αγοράσαμε, σε γαλλική μετάφραση, το βιβλίο του μεγάλου νομικού μαρξιστή Εβγκένι Πασουκανίς,

«Μαρξισμός και δίκαιο» συνεπαρμένοι για το πώς το δίκαιο δεν είναι ένα εργαλείο της άρχουσας τάξης, αλλά μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικών σχέσεων που προκύπτει από την ανταλλαγή εμπορευμάτων στον καπιταλισμό.

Μας είχε μάλιστα συνταράξει το ότι κατά την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων ο Πασουκανίς κατηγορήθηκε ως «εχθρός του λαού» και εκτελέστηκε.

Η Γιώτα, η Λούξεμπουργκ της παρέας, μας διάβαζε φωναχτά παραγράφους ολόκληρες, μπας και απαλλαγούμε από τον κληρονομημένο από τον Μάνεση κελσενισμό που παρά ταύτα, του επέτρεψε στο εναρκτήριο μάθημά του επί χούντας να μνημονεύσει Κάλβο και, με τόλμη, να αντιμετωπίσει αμέσως μετά το μάθημα, την σύλληψή του και ύστερα την εξορία.

Με τον Αντώνη, μετά τον θάνατο αυτής της αποφασισμένης Τρικεριώτισσας και, λόγω απόστασης, δεν βλεπόμαστε. Αυτός έγινε «θεσμικός», όπως άλλωστε κι εγώ, αλλά με την αντιστροφή του κλάσματος.

Ποτέ άλλωστε δεν πίστεψα, όπως αυτός ο ευαίσθητος συνταγματολόγος, ότι η τήρηση του κανόνα έχει να κάνει με τη σοβαρότητα. Αντίθετα, σκοπός μου ήταν γράφοντας,
να επιτείνω το παιχνίδι των εννοιών στη δημόσια σφαίρα και να δείξω πως το νόημα αναβάλλεται διαρκώς διότι η ζωή είναι η αναβολή της ζωής. Δηλαδή, της χαράς που βρίσκεται πάντα στην «άλλη όχθη». (La più gran gioia è sempre all’altra riva).

Η εκ μέρους μου δυνατότητα παράβασης άλλωστε -εγγενής στη δομή και στον κάθε κανόνα- αποκαλύπτει τη φύση του ίδιου του κανόνα.

Αυτή είναι και η διαφορά μου με τους συνταγματολόγους.

Στοιχειωδώς αν τους απασχολούσε το συνήθως «πονηρό πνεύμα» του Νόμου, θα γνώριζαν ότι η «απόφαση» απαιτεί την επανεφεύρεση του Νόμου (κανόνα), μια που η μηχανική τήρηση προϋπαρχόντων κανόνων ακυρώνει την ηθική τουλάχιστον ευθύνη. Τα υπόλοιπα είναι έπεα πτερόεντα του Προκόπη Παυλόπουλου προχθές στην «Εφ.Συν.» -χώρια η σιωπή του για το χαστούκι του Κασιδιάρη στην Κανέλλη που δεν την αναθεώρησε.

Η σχέση μας με τον Αντώνη είχε τα χαρακτηριστικά του εαυτού μας: ο ένας, παιδί ενός ταπεινού κοσμηματοπώλη κοντά στον Άγιο Μηνά στη Θεσσαλονίκη, ο άλλος, γιός της Βέλτσου με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ο Αντώνης ήρεμος και προσεκτικός, εγώ νευρικός και ζημιάρης διότι, όπως μου έλεγε, είμαι άτομο με πολύ προσωπική ζωή.

Απο τότε λοιπόν, που τους έδειχνα τα σουρεαλιστικά πρωτόλειά μου, όλοι -πλην της Γιώτας- μου έλεγαν να προσέξω γιατί νομικά και ποίηση δεν συμβιβάζονται.

Ύστερα όμως, το 1963, όταν το αριστερό περιοδικό -κάτι ανάλογο με την «Πανσπουδαστική» στην Αθήνα- ο «Σπουδαστικός Κόσμος», δημοσίευσε το πρώτο λογοτεχνίζον άρθρο μου για τον Σεφέρη, κατάλαβαν.

Τώρα καταλαβαίνω κι εγώ κάτι περισσότερο: πως ποίηση και ποίηση δεν συμβιβάζονται επίσης.

Γι’ αυτό δύσκολα διαβάζομαι και περιμένω τη σειρά μου να βγω να παίξω στο χιόνι έχοντας ωστόσο, απαντήσει καταφατικά στο πρώτος σκέλος του ερωτηματικού διαζεύγματος του Άμλετ: «Να ζει κανείς….;». Ναι, να ζει, και να ξέρει πως «επειδή η ζωή είναι σύντομη, πρέπει να θυμόμαστε να της κάνουμε συνεχώς την ίδια ερώτηση μέχρι η επαναλαμβανόμενη ερώτηση και η ίδια η σιωπή να γίνουν απάντηση» (*). Να ξέρει όμως και κάτι ακόμα επαναλαμβάνοντας: πως δεν χρειάζεται να διαφημίζουμε τον εαυτό μας περισσότερο από το έργο μας. Όλα τα δεδομένα είναι ήδη εδώ.

Είναι αργά. Μόλις βρήκα μια πρόσφατη φωτογραφία του συμφοιτητή μου με την Κατερίνα Σακεραλλοπούλου που τον αγαπούσε.

Ξέρω πως οι πιο πάνω γραμμές, είμαι εγώ να ακούω τον εαυτό μου σε αισθηματικό τόνο που πρέπει να αποφεύγω. Κι όμως, το μελό είναι η προϋπόθεση μιας διαδικασίας αυτοπεριορισμού αν ξέρεις να το χειρίζεσαι.

Τα πράγματα και τα νεύρα φροντίζουν για τα υπόλοιπα. «Γι’ αυτό σας κρατώ», γράφει ο δύσκολος Άσμπερι. «Μας κρατά όμως και η ζωή, και είναι ακατάληπτη» (**).

Υ.Γ.

Μη τυχόν πάρει καμία πολυεθνική τις φωτογραφίες της Καισαριανής και τις κάνει γιγαντοαφίσες για να διαφημίζει κάζουαλ σακάκια.

Διότι όλα μπορούν να συμβούν στην αγορά.

Δεν είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που χαζεύει τα «χιόνια» της οθόνης της τηλεόρασης ,η εικόνα του σήμερα. Αλλά η εικόνα του χτές εκείνων των διακοσίων ανδρών που βαδίζουν προς τον θάνατο. Αυτή είναι το «δήγμα» και το «παράδειγμα».

(*), (**) John Ashbery, «Τρία ποιήματα», μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2025.