Βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη πριν από ένα μήνα· ουσιαστικά ήταν η ενδιάμεση στάση μας στο δρόμο μας για το Κιλκίς, όπου πηγαίναμε για να επισκεφθούμε μια φάρμα. Δεν είχαμε χρόνο να περιπλανηθούμε στους πολύβουους δρόμους της. Κοιμηθήκαμε το βράδυ στο ξενοδοχείο και το πρωί αποφασίσαμε να διαθέσουμε την ώρα μας σε ένα μόνο μαγαζί, σε κάτι που ήμαστε σίγουροι ότι θα μας έδινε μια γενναία δόση από την καρδιά της πόλης. Γιατί μπορεί η Θεσσαλονίκη να έχει έναν πολύχρωμο γαστρονομικό χάρτη, αλλά υπάρχουν γεύσεις που έχουν ξεχωρίσει και έχουν ταυτιστεί απόλυτα μαζί της. Εμείς ανυπομονούσαμε να γευτούμε μια αληθινή μπουγάτσα.
Τηλεφώνησα στην Αργυρώ Μπαρμπαρίγου για να μου δώσει τα φώτα της και εκείνη, χωρίς κανένα δισταγμό, μου πρότεινε να πάμε στον Μπαντή. «Είναι μεγάλος τεχνίτης, αξίζει να τον δεις να ανοίγει φύλλο και να ακούσεις την ιστορία του», μου είπε και δεν υπήρχε περίπτωση να μην την εμπιστευτώ απόλυτα.
Ξεκινήσαμε για το μαγαζί, που βρίσκεται έξω από το κέντρο, μακριά από τις μεγάλες βιτρίνες και τις λεωφόρους. Ήταν ένα πρωινό καθημερινής, μιας βροχερής μέρας, από αυτές που η Θεσσαλονίκη κινείται ακόμη σε χαμηλότερους ρυθμούς. Η γειτονιά αυθεντικά συνοικιακή. Τίποτα δεν υπήρχε για να εντυπωσιάζει και ίσως αυτό ήταν το πρώτο σημάδι ότι βρισκόμασταν στο σωστό μέρος. Γιατί τα πραγματικά ιστορικά μαγαζιά δεν χρειάζονται βιτρίνες για να σε πείσουν, ούτε μεγάλες εισόδους, εντυπωσιακά καθίσματα και πολυελαίους. Η κόκκινη τέντα, γνώριμη από φωτογραφίες, ήταν εκεί. Και κάτω από αυτήν, μια μικρή, αθόρυβη κίνηση ανθρώπων που έμπαιναν και έβγαιναν με την άνεση εκείνου που επιστρέφει σε κάτι οικείο. Άνθρωποι της γειτονιές που χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα χαμόγελο.

Η βιτρίνα του Μπαντή. Αυθεντική, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η πρώτη φορά που πας στην Μπουγάτσα Μπαντής δεν είναι απλώς μια στάση για μια λιχουδιά, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο το στομάχι ή τη γεύση σου. Είναι μια μικρή τελετουργία μύησης. Όχι γιατί το μαγαζί προσπαθεί να σου επιβληθεί σαν κάτι εξαιρετικό, κάθε άλλο. Το πρώτο που θα σε παρασύρει στον κόσμο του είναι η εντύπωση ότι εκεί όλα συμβαίνουν όπως συνέβαιναν πάντα. Και αυτό, τελικά, είναι η δύναμή του. Η ικανότητά του να έχει κρατήσει τις αξίες και τη βάση του ενώ παράλληλα έχει κάνει τη διαδρομή του και έχει εξελιχθεί με τον πιο απλό αλλά και ουσιαστικό τρόπο: στοχεύοντας στη γεύση και μόνο.
Όπως παλιά ή όπως πάντα
Μπαίνοντας στο μαγαζί, η μυρωδιά του φρέσκου φύλλου και του βουτύρου δημιουργεί μια σχεδόν συγκινητική αίσθηση οικειότητας. Είναι από εκείνες τις μυρωδιές που σε μεταφέρουν αλλού, προτού καν δοκιμάσεις την πρώτη μπουκιά.

Οι τοίχοι του μαγαζιού, διακοσμημένοι όπως παλιά. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό που μου έδωσε την εντύπωση ότι βρισκόμουν σε ένα μαγαζί «δικό» μου. Στην πλάτη της καρέκλας υπήρχε ένα hoodie Αστέρας Εξαρχείων. Ο Φίλιππος, λοιπόν, είχε περάσει και από τα δικά μας λημέρια. Ανυπομονούσα να ακούσω την ιστορία του.
Η ιστορία του Φίλιππου και της μπουγάτσας που επέμεινε να μείνει ζωντανή
Υπάρχουν επαγγέλματα που τα διαλέγεις και άλλα που σε διαλέγουν. Στην περίπτωση του Φίλιππου, η μπουγάτσα ήταν και τα δύο. Ένα πεπρωμένο που ξεκίνησε πριν από τον ίδιο, πέρασε από τα χέρια του παππού και του πατέρα του για να καταλήξει σε εκείνον σχεδόν αναπόφευκτα, μέσα από μια διαδρομή που περιλάμβανε θέατρο, μουσική, αμφιβολίες και τελικά μια συνειδητή επιστροφή στην τέχνη του φύλλου.
Η ιστορία ξεκινά από τον παππού του, έναν άνθρωπο που δεν είχε δικό του μαγαζί, αλλά είχε γνώση. «Δούλευε ως τσιράκι σε μικρά εργαστήρια στον τόπο όπου γεννήθηκε – στην Καισάρεια της Καππαδοκίας», θυμάται ο Φίλιππος. «Όταν ήρθε εδώ ως πρόσφυγας το ’22, συνέχισε αυτήν τη δουλειά παράλληλα με άλλες». Η τέχνη εξάλλου δεν είναι ιδιοκτησία, είναι εμπειρία που περνά από χέρι σε χέρι. Και αυτή την εμπειρία πέρασε στο γιο του, τον Δημήτρη, που το 1969 άνοιξε το δικό του μαγαζί.

Η παραδοσιακή ζυγαριά πάνω στην οποία μπαίνει η μπουγάτσα για άχνισμα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Ο Φίλιππος γεννήθηκε μέσα σε αυτό το περιβάλλον. «Μεγάλωσα με αυτά τα βιώματα, με τη μυρωδιά του φύλλου», λέει. «Εδώ μέσα τριγυρνούσα. Όπως λένε και οι γείτονες, ερχόμουν στο μαγαζί με τα βρακάκια και τις πάνες». Το εργαστήριο δεν ήταν απλώς χώρος δουλειάς του πατέρα του, ήταν προέκταση του σπιτιού, ένα φυσικό τοπίο της παιδικής του ηλικίας. Και όμως, το μέλλον του δεν ήταν προδιαγραμμένο.
Τα εφηβικά όνειρα
«Το όνειρό μου ήταν να ασχοληθώ με τη μουσική και το θέατρο», λέει χωρίς δισταγμό. Τελειώνοντας τη θητεία του στο στρατό, σε ηλικία μόλις 19,5 χρόνων, κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει θέατρο. Βρέθηκε στο ιστορικό Θέατρο Στοά, μαθητευόμενος δίπλα στη Λήδα Πρωτοψάλτη και στον Θανάση Παπαγεωργίου. Ήταν μια εμπειρία που τον σημάδεψε, αλλά δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. «Δυστυχώς δεν μου “έκατσε” το κλίμα της Αθήνας. Ήμουν και πολύ νέος και μόνος», λέει. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη όπου συνέχισε να κινείται στον καλλιτεχνικό χώρο: θέατρο, ραδιόφωνο, μουσική. Δούλεψε ως DJ σε μαγαζιά, συνεργαζόταν με ραδιοφωνικούς σταθμούς, ζούσε μέσα σε έναν κόσμο δημιουργίας. Παράλληλα όμως, υπήρχε πάντα το μαγαζί.

Τα λίγα τραπεζάκια του Μπαντή, στα οποία οι πελάτες μπορούν να καθίσουν να απολαύσουν τη μπουγάτσα τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
«Έπρεπε να βγάζω μεροκάματο και το μαγαζί του πατέρα μου ήταν η πιο εύκολη λύση. Οπότε έμαθα σιγά σιγά την τέχνη για τα καλά». Δεν ήταν μια ξαφνική απόφαση, ήταν μια σταδιακή επιστροφή. Δούλεψε και σε άλλα εργαστήρια, δίπλα σε άλλους τεχνίτες. «Εκεί έμαθα πιο καλά τη δουλειά. Δίπλα σε άλλους μαστόρους, διδάχτηκα και άλλα πράγματα». Αυτό ήταν, η μπουγάτσα τού είχε αποκαλυφθεί, είχε αρχίσει να τον γοητεύει.
Η στιγμή των αποφάσεων
Το 1993 ξεκίνησε να δουλεύει επίσημα στο μαγαζί. Όμως η πλήρης ευθύνη ήρθε το 2004. «Όταν ανέλαβα πλήρως τη διεύθυνση, κατάλαβα ότι τα πράγματα έπρεπε να αλλάξουν δραστικά», λέει. Δεν ήταν εύκολη περίοδος. Το μαγαζί περνούσε κρίση, όπως και η ίδια η μπουγάτσα ως προϊόν.

Όταν ανέλαβε το μαγαζί ο Φίλιππος, η μπουγάτσα περνούσε κρίση. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Εκείνη τη χρονιά παντρεύτηκε την Κατερίνα Μακέδα, τη γυναίκα που θα γινόταν συνοδοιπόρος του όχι μόνο στη ζωή αλλά και στη δουλειά. «Οι δυο μας το δουλέψαμε για πάνω από δέκα χρόνια», λέει. «Είχα την Κατερίνα, η οποία με το χαμόγελο, με την ευγένειά της, με την καθαριότητά της, προσέλκυσε κόσμο, άλλαξε το ύφος του μαγαζιού, την αγάπησαν οι πελάτες». Η Κατερίνα είχε και η ίδια καλλιτεχνική φύση. «Τραγουδάει καταπληκτικά», λέει με περηφάνια. Μάλιστα, κάποια στιγμή την είχε ακούσει να τραγουδά ο Μανώλης Λιδάκης και της πρότεινε να τον συνοδεύσει σε μια περιοδεία. «Αλλά είναι συνεσταλμένη, δεν έχει αυτοπεποίθηση και έτσι δεν τον ακολούθησε».

Ο Φίλιππος με το γιο του, Δημήτρη, ο οποίος, παράλληλα με τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, βοηθά στο κατάστημα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η μουσική, όπως και η μπουγάτσα, παρέμεινε στην οικογένεια. Οι τρεις γιοι τους μεγάλωσαν ανάμεσα στα αλεύρια, στις κρέμες και στις ζύμες. «Ο γιος μου ήταν δίπλα μωρό και εγώ άνοιγα φύλλα», θυμάται. Ο Δημήτρης σπουδάζει Καλών Τεχνών και παίζει μπάσο σε πανκ συγκρότημα. Ο δεύτερος, ο Θανάσης, είναι ντράμερ στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και ο τρίτος, ο Αλκίνοος, μαθητής ακόμη του δημοτικού, μαθαίνει αρμόνιο. Η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, συνεχίζει να κυκλοφορεί στο αίμα της οικογένειας.
Ξαναδίνοντας αίγλη στο πιο εμβληματικό έδεσμα της Θεσσαλονίκης
Όταν ανέλαβε το μαγαζί, η μπουγάτσα δεν ήταν στη μόδα. Αντιθέτως, είχε χάσει το κύρος της. «Τα χρόνια της μεγάλης ευμάρειας φέραμε πολύ το ξενόφερτο, το γουστάραμε», λέει. «Θέλαμε να φάμε σούσι. Δεν μας άρεσε πια η αντζούγια. Θέλαμε να φάμε κρουασάν και όχι γλυκιά μπουγάτσα». Η μπουγάτσα είχε ταυτιστεί με το φτηνό. «Είναι το φαΐ του λαού», λέει. «Είναι του εργάτη, του μαθητή, του βιοτέχνη. Οπότε ήταν κάτι ευτελές σύμφωνα με τη νοοτροπία εκείνης της εποχής».

Η μπουγάτσα, το φαΐ του λαού, όπως λέει ο Φίλιππος, και ταυτόχρονα ένα παραδοσιακό, ποιοτικό έδεσμα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η κρίση άλλαξε τα πάντα. Σταδιακά, οι άνθρωποι άρχισαν να επαναξιολογούν την ποιότητα. «Μετά την πανδημία, άρχισε ξανά ο κόσμος να επιστρέφει στο παραδοσιακό, στο τοπικό», λέει. «Να εμπιστεύεται το φούρνο της γειτονιάς». Για τον Φίλιππο, αυτό δεν ήταν απλώς μια τάση. Ήταν επιβεβαίωση μιας επιλογής που είχε κάνει χρόνια πριν.
Η συνειδητή αλλαγή
«Ήθελα να κάνω κάτι καλό και επιπλέον ήξερα ότι από αυτό το μαγαζί έπρεπε να ζήσει η οικογένειά μου», λέει. Έτσι, μπήκε στο παιχνίδι δυναμικά, αποφασισμένος να το κάνει σωστά. Άρχισε να αλλάζει τα πάντα. Πρώτες ύλες, συνεργασίες, φιλοσοφία. «Ξεκίνησα να εφαρμόζω κυκλική οικονομία, να ενισχύω όλους τους ντόπιους παραγωγούς γύρω μου». Δεν πήγαινε σε μεγάλες αλυσίδες. «Θα στηρίξω τον μπακάλη της γειτονιάς», λέει. «Support local economy, local producers».
Οι συνεργάτες του δεν είναι απλώς προμηθευτές, είναι κομμάτι της ταυτότητας του προϊόντος του. Ο Φίλιππος μιλά με βαθιά επίγνωση για την προέλευση κάθε πρώτης ύλης: «Τα γάλατα του Κουκάκη, από το Κιλκίς, είναι ό,τι ποιοτικότερο μπορώ να έχω. Από εκεί και πέρα, συνεργάζομαι πολλά χρόνια με τον Αρβανίτη, ένα επίσης εξαιρετικότερο τυροκομείο. Για τα άλευρα, συνεργάζομαι με τον Λούλη – πολύ δυνατός, πολύ καλός. Αλλά το μυστικό είναι ένα αλεύρι από τα Γρεβενά τα οποία ανέκαθεν είχαν τον καλύτερο σπόρο. Και δεν το λέω τυχαία, μιλάμε για επίπεδο πανευρωπαϊκό. Είναι όλος αυτός ο συνδυασμός: η γη, ο αέρας, το νερό, ο σπόρος. Αυτό το terroir, όπως το λέμε σήμερα. Ένας τόπος που δίνει χαρακτήρα στο ίδιο το σιτάρι». Όμως αυτή η ποιότητα δεν συνοδεύεται από αφθονία: «Έχουν πολύ μικρή παραγωγή, γιατί είναι ορεινά μέρη και δεν υπάρχουν τεράστιες εκτάσεις. Και το δεύτερο, που είναι και το πιο σκληρό, είναι ότι η κεντρική αγροτική πολιτική τούς έχει φιμώσει, τους έχει σακατέψει. Τους ανάγκασε να μειώσουν την παραγωγή, οπότε όλο αυτό το σπουδαίο προϊόν που υπήρχε, περιορίστηκε. Και όταν μειώνεται η παραγωγή, μειώνονται και οι επιλογές για εμάς που ψάχνουμε την αληθινή ποιότητα».

Ποιοτικό γάλα, αλεύρια, σιμιγδάλι και τυριά από μικρούς παραγωγούς που εμπιιστεύεται. Η επιλογή των πρώτων υλών είναι πολύ σημαντική για τον Φίλιππο. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Το ίδιο αυστηρός είναι και με το σιμιγδάλι που χρησιμοποιεί. «Τα σιμιγδάλια μου τα παίρνω από τον Παπαφίλη, από την Κοζάνη, έναν καταπληκτικό σιμιγδαλόμυλο. Είναι από εκείνες τις συνεργασίες που δεν είναι απλώς εμπορικές, αλλά σχέσεις εμπιστοσύνης. Ξέρω τι προϊόν παίρνω, ξέρω από πού έρχεται, ξέρω ποιος το δουλεύει. Και αυτό φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα, στη γεύση, την υφή, τη συμπεριφορά του σιμιγδαλιού όταν γίνεται κρέμα».
Ιδιαίτερη θέση, όμως, έχει και η γραβιέρα του. «Τη γραβιέρα τη φέρνω από την Κάσο, από το τυροκομείο του κυρίου Βοναπάρτη. Και για να φτάσει μέχρι εδώ, υπάρχει διαδικασία, υπάρχει κόστος. Δεν είναι απλό. Αλλά αυτή η γραβιέρα δίνει τη γεύση ακριβώς που θέλω. Είναι εκείνη που προσφέρει το χαρακτήρα στην μπουγάτσα που βγάζω, τη “μεθυσμένη”, όπως την έχω βαφτίσει. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς της. Και αυτή δεν την αλλάζω. Δεν υπάρχει λόγος να την αλλάξω». Μέσα από αυτές τις συνεργασίες, γίνεται σαφές ότι για τον Φίλιππο η ποιότητα δεν είναι αποτέλεσμα ευκολίας, αλλά επιλογής, επιμονής και σεβασμού σε ανθρώπους και τόπους που συνεχίζουν να παράγουν με το δικό τους αδιαπραγμάτευτο τρόπο. «Έχω βρει τη σταθερότητά μου», λέει. Και αυτή η σταθερότητα αντικατοπτρίζεται στο προϊόν.
Ταυτόχρονα, άρχισε να πειραματίζεται. «Ψάχτηκα πολύ. Έβγαλα κάποιες καινούριες γεύσεις από μόνος μου». Μέσα από συνεργασίες, εκθέσεις και σεμινάρια, δημιούργησε μπουγάτσες που ξεχωρίζουν όχι μόνο για την ποιότητα αλλά και για τις ιδιαίτερες γεύσεις τους, πολλές από τις οποίες έχουν και μια ιστορία πίσω τους, συνεργασίες με σεφ ή προσωπικές στιγμές.

Στο Μπαντή δεν βρίσκεις μόνο παραδοσιακή μπουγάτσα αλλά και πιο “ψαγμένες” γεύσεις, που εμπνέεται ο Φίλιππος. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Μία από τις πρώτες διαφορετικές γεύσεις που λάνσαρε ήταν η μπουγάτσα με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και κατσικίσιο τυρί. Ήταν μια απλή, καθαρή γεύση, χωρίς βούτυρο, που όμως αγαπήθηκε πολύ. Η ιδέα ξεκίνησε από τον Ηλία Μαμαλάκη, τον οποίο γνώρισε στην πρώτη Gourmet Exhibition, και πειραματίστηκαν μαζί για να δημιουργήσουν αυτόν το συνδυασμό. Το αποτέλεσμα είναι μια μπουγάτσα που πλέον θεωρείται κλασική στη συλλογή του Φίλιππου και τη ζητούν συχνά οι πελάτες.
Άλλη ξεχωριστή γεύση είναι αυτή με μήλο και σταφίδα, η οποία αναδείχθηκε μέσα από συνεργασία με την Ελένη Ψυχούλη. Αυτή η μπουγάτσα δεν είναι εντελώς γλυκιά, περιέχει ξινό πράσινο μήλο και κόκκινο μήλο, που ισορροπούν τη γεύση.
Στη συνέχεια έφτιαξε μία με κουβερτούρα και ταχίνι ολικής άλεσης, μια ιδέα που προέκυψε αρχικά από την πρόθεσή του να φτιάξει κάτι πιο υγιεινό και λιγότερο γλυκό για τα παιδιά του. Σύντομα όμως μπήκε και στη βιτρίνα του καταστήματος και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από την πελατεία του.
Τέλος, μια πιο χειμωνιάτικη και γευστικά ιδιαίτερη επιλογή είναι η μπουγάτσα με πράσο, καπνιστό μπέικον και φέτα. Αυτή δημιουργήθηκε για μια food pairing έκθεση, όπου τη συνδύασαν με ένα κόκκινο ξηρό κρασί του Σκούρα. Είναι μια μπουγάτσα που αγαπά ο ίδιος ο Φίλιππος και αντιπροσωπεύει τη δημιουργικότητά του σε πιο αλμυρές, σύνθετες γεύσεις. Και κάπως έτσι, η μπουγάτσα του άρχισε να αποκτά νέα ζωή.
Η τέχνη του φύλλου
Για τον Φίλιππο, το φύλλο είναι ζωντανός οργανισμός. «Το αλεύρι είναι ένα ζωντανό προϊόν», εξηγεί. «Σε κάθε εποχή, σε κάθε παρτίδα, έχεις διαφορετική διαχείριση».

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Η διαδικασία απαιτεί υπομονή. «Ξεκινάς να ζυμώνεις από τα χαράματα και μέχρι να ανοίξεις φύλλο έχουν περάσει τέσσερις με πέντε ώρες». Η ζύμη είναι ευαίσθητη. «Πολύ εύκολα σαπίζει, πολύ εύκολα σφίγγει». Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι απλώς τεχνική, είναι σχέση που πρέπει να φροντίζεις κάθε λεπτό. Για τον Φίλιππο βέβαια, είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αγάπησε τόσο τη συγκεκριμένη δουλειά. «Το άνοιγμα του φύλλου της μπουγάτσας λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοθεραπείας», μας λέει ο ίδιος. «Το πλάσιμο του ζυμαριού για μένα, ειδικά όταν είμαι μόνος στο εργαστήριο, εγώ και η μουσική μου, είναι λυτρωτικό».

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Από το 2011 διδάσκει την τέχνη του σε ιδιωτικά ΙΕΚ, μεταφέροντας τη γνώση σε νέους ανθρώπους. Όμως λίγοι συνεχίζουν. «Αν έχουν περάσει εκατό μαθητές από τα χέρια μου, οι δέκα συνέχισαν. Και από αυτούς τους δέκα, οι πέντε κάποια στιγμή σταμάτησαν». Η τέχνη απαιτεί αφοσίωση. «Αν δεν έχεις λίγο τρέλα, αν δεν το αγαπήσεις, δεν μπορείς να το συνεχίσεις».
Η μπουγάτσα ως μνήμη και ταυτότητα
Για τον Φίλιππο, η μπουγάτσα δεν είναι απλώς προϊόν. Είναι κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. «Είναι το φαγητό της Κυριακής μετά την εκκλησία», λέει. «Είναι το πρωινό μετά το ξενύχτι». Είναι τελετουργία. Είναι συνήθεια. Είναι παρηγοριά. Και τελικά, είναι η δική του ιστορία. «Μέσα μου ήξερα ότι κάπου εδώ θα κατέληγα», παραδέχεται. «Και θέλοντας και μη, το αγάπησα. Ίσως να το αγάπησα από ανάγκη, δεν ξέρω».

Ένα έργο παράδοσης, μνήμης και γαστρονομικής τέχνης. Η μπουγάτσα του Μπαντή είναι μια ιστορία από μόνη της. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής
Αλλά αυτή η ανάγκη έγινε επιλογή. Σήμερα, ο Φίλιππος δεν είναι απλώς ένας μπουγατσατζής. Είναι ένας τεχνίτης που συνεχίζει μια παράδοση, ένας δάσκαλος που τη μεταδίδει, ένας άνθρωπος που απέδειξε ότι ακόμα και το πιο ταπεινό φαγητό μπορεί να κρύβει μέσα του ιστορία, αξιοπρέπεια και μέλλον.
Και κάθε φορά που ανοίγει ένα φύλλο, συνεχίζει να γράφει αυτή την ιστορία από την αρχή.







