Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι παρακινδυνευμένο να μετράς στις δημοσκοπήσεις κόμματα που δεν υπάρχουν.

Είναι σαν να σε ρωτούν τι θα κάνεις «αν ήσουν πλούσιος». Αλλά δεν είσαι.

Το χούι όμως δεν κόβεται εύκολα και οι δημοσκόποι μετρούν την πιθανή «επιρροή» (κι όχι την ψήφο, μην τους πάρουν και με τις πέτρες…) διαφόρων wannabe κομμάτων, όπως της Καρυστιανού ή του Τσίπρα.

Δεν θα πάρω τοις μετρητοίς όσα παραθέτουν. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι μπορεί να καταγράφουν κάποιο γενικό κλίμα.

Το κόμμα Τσίπρα κινείται περίπου στα μισά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, δεν το λες κι ανεμοστρόβιλο.

Ενώ το κόμμα Καρυστιανού μαζεύει κάπως περισσότερη πελατεία από τα ακροδεξιά ή ακροαριστερά αντι-συστημικά ακροατήρια.

Με άλλα λόγια, όλοι τους περιορίζονται σε ένα ανακάτεμα στον χώρο της σημερινής αντιπολίτευσης κι ελάχιστα (έως καθόλου…) δεν φαίνεται να αγγίζουν τον χώρο της κυβερνητικής παράταξης.

Εχει μια λογική εξήγηση. Ο Τσίπρας είναι ένας «παλιός» πολιτικός που περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο χώρο – με απλά λόγια, το rebranding μάλλον πήγε στράφι…

Ενώ η Καρυστιανού παραμένει ακόμη μια απροσδιόριστη περίπτωση με συμπάθειες, αλλά και χωρίς ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις ικανότητες ή τις προοπτικές της.

Οπως υπάρχει και ένα συμπέρασμα. Ο Μητσοτάκης δεν έχει λόγους να ξαγρυπνά με αγωνία τις νύχτες.

Για έναν απλό λόγο. Το «σύστημα εξουσίας» που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στηρίζεται σε δύο πόδια: την ισχύ του κυρίαρχου κόμματος και τον κατακερματισμό των άλλων.

Κι επειδή δεν προκύπτουν λόγοι μεγέθυνσης της ισχύος του ενός κόμματος, η ισχύς του στηρίζεται όλο και περισσότερο στον κατακερματισμό των άλλων. Τόσο απλό.

Μπορεί να αναστραφεί ο κατακερματισμός; Δεν είναι εύκολο, ούτε φαίνεται πολύ πιθανό. Κι ακόμη λιγότερο πιθανό μοιάζει να συμβεί έως τις εκλογές.

Τα διάφορα παραμύθια περί «ανασύνθεσης», «διαλόγων» και «συμμαχιών» είναι για να περνάει η ώρα σε βαρετά κομματικά συνέδρια.

Σε αυτό το σκηνικό όμως μόνο παράφρονες μπορεί να ζητούν από ένα κόμμα (όπως για παράδειγμα το ΠαΣοΚ…) να προκαθορίσει και μάλιστα δεσμευτικά τις μετεκλογικές επιλογές του.

Οχι μόνο επειδή δεν του το ζητάει, ούτε του το επιβάλλει κανείς. Αλλά κι επειδή δεν ανταποκρίνεται σε καμία πρακτική χρησιμότητα. Είτε δεσμευτεί, είτε δεν δεσμευτεί, δεν έχει καμία σημασία.

Οπως έλεγε κι ο μεγάλος Φρανσουά Μιτεράν (που δυστυχώς δεν φαίνεται να τον μελετούν επαρκώς στο ΠαΣοΚ…) «ανάμεσα στις προεκλογικές δεσμεύσεις και στις μετεκλογικές αποφάσεις μεσολαβεί πάντα ένα καθοριστικό γεγονός που είναι οι εκλογές».

Τόσο απλό.