Δέκα χρόνια μετά την εκλογή του στην ηγεσία του κόμματος (Ιανουάριος 2016), ο Μητσοτάκης και η ΝΔ προηγούνται ακόμα στις μετρήσεις. Τόσο στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία όσο και την εκτίμηση ψήφου (διαχρονικά στοιχεία Pulse). Κάτι που συνιστά ρεκόρ στη Μεταπολίτευση.
Το ερώτημα είναι γιατί. Πώς εξηγείται η διάρκεια μιας ολόκληρης δεκαετίας;
Κατ’ αρχάς ευνοήθηκαν από το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που συγκροτήθηκε στα χρόνια της διακυβέρνησης Τσίπρα. Χάρις σε αυτό ο Μητσοτάκης εξελέγη αρχηγός το 2016 και δύο φορές πρωθυπουργός, το 2019 και το 2023. Βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον καταρρεύσει και τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ ανακλαστικά έχουν καταστεί ανενεργά δυσκολεύοντας την κυβέρνηση στη συσπείρωση του ακροατηρίου της. Ωστόσο η εμπειρία του λαϊκισμού υπήρξε τραυματική και θεωρείται ακόμα νωπή. Ως εκ τούτου μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης παραμένει γενικώς ανήσυχο στην πιθανότητα μιας νέας περιπέτειας λόγω και της πολυδιάσπασης της αντιπολίτευσης. Επιζητά έτσι πολιτική σταθερότητα. Ενδεικτικά βάσει της GPO του Δεκεμβρίου, σχεδόν οι μισοί πολίτες (45,4%) επιθυμούν εξάντληση της τετραετίας.
Παράλληλα, η ΝΔ διατήρησε την πολυσυλλεκτικότητα της εκλογικής της βάσης που καλύπτει έναν ευρύ φάσμα, από το Κέντρο ως τη Δεξιά. Προηγείται ακόμα στους κεντρώους ψηφοφόρους όπως και στους συντηρητικούς. Κάτι που διευκολύνεται από το γεγονός ότι ο μέσος ψηφοφόρος είναι εγγύτερα σε μια κεντροδεξιά ατζέντα: πιο φιλελεύθερος στα οικονομικά ζητήματα και πιο συντηρητικός στα κοινωνικά και την εξωτερική πολιτική. Φαίνεται πως με εξαίρεση τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, ο Μητσοτάκης δεν έχει αποκλίνει ουσιωδώς από τις ιδεολογικές συντεταγμένες του πυρήνα των ψηφοφόρων του.
Η πολιτική συνέπεια, του επέτρεψε να χτίσει ένα πολιτικό brand που δείχνει αξιόπιστο, τουλάχιστον στα μάτια των περισσότερων υποστηρικτών του. Πολύ περισσότερο δε όταν οι προεκλογικές του υποσχέσεις είναι διαχρονικά λελογισμένες με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η τήρησή τους – ακόμα και σε συνθήκες πολλαπλών κρίσεων, διαχειριστικών αστοχιών και πιεστικών σκανδάλων.
Συναφώς καθοριστικό ρόλο έχει παίξει η οικονομία. Σε περιόδους ανάπτυξης, οι κυβερνήσεις συνήθως πιστώνονται τα πολιτικά οφέλη. Eιδικά από όσους κυρίως ωφελούνται – στην προκειμένη περίπτωση από ευρύτατα στρώματα της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Βεβαίως ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος και πιεστικός προκαλώντας κοινωνική δυσαρέσκεια και πολιτική φθορά. Ωστόσο σε συνθήκες ανάκαμψης τα περιθώρια για την αντιμετώπιση του είναι κάπως μεγαλύτερα.
Το πολυετές πάντως δημοσκοπικό προβάδισμα ίσως έχει και μια βαθύτερη αιτία. Συγκριτικά με τους αντιπάλους του, ο Πρωθυπουργός μοιάζει να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα τις αντιφάσεις της χώρας. Μιας Ελλάδας που επιθυμεί να εκσυγχρονιστεί, ενώ λειτουργεί ακόμα σε πολλούς τομείς πελατειακά. Κάτι που έγινε φανερό και πρόσφατα. Η ανάληψη της προεδρίας του Eurogroup συνέπεσε με την Εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με συνέπεια να γίνει λόγος για «δύο Ελλάδες».
Προσέγγιση όμως μάλλον αβάσιμη. Διότι οι δύο Ελλάδες έχουν έναν κοινό παρονομαστή: την ίδια ακριβώς κυβέρνηση. Συνεπώς μία (κι ενιαία) είναι η χώρα, μία και η κυβέρνησή της που αντανακλά τις αντιφάσεις της. Όπως άλλωστε και όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά. «Αυτή είναι η Ελλάδα», όπως είπε κάποτε ο αείμνηστος Κώστας Σημίτης.
Βέβαια δεν είναι όλοι ίδιοι. Ο Μητσοτάκης διαφέρει από τον Τσίπρα, όπως παλαιότερα ο Σημίτης διέφερε από τον Κώστα Καραμανλή. Οι διαφορές σε επίπεδο ρητορικής και πολιτικού προσανατολισμού είναι σαφείς. Οι διαφορές σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων, πράξεων και πρακτικών, αν και λιγότερο σαφείς, παραμένουν υπαρκτές κι αισθητές.
Από τη σκοπιά, ο Πρωθυπουργός φαίνεται πως λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς. Δεν είναι ακραίος εκσυγχρονιστής ώστε να απωλέσει την κοινωνική πλειοψηφία. Δεν ενδίδει σε πελατειακές πιέσεις σε βαθμό που να χάσει πλήρως την επιρροή στο «μεσαίο» χώρο ή την εμπιστοσύνη της ΕΕ και των διεθνών αγορών.
*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο ΕΑΠ.



