Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ έσπασε ένα ακόμη ρεκόρ στις 13 Ιουλίου, καθώς ανακοινώθηκε ότι έφτασε το 9,1%, που παραμένει το υψηλότερο ποσοστό εδώ και 40 χρόνια. Για την ακρίβεια είναι το υψηλότερο ποσοστό πληθωρισμού από τον Νοέμβριο του 1981.

Η μόνη «ανακουφιστική παράμετρος» των όσων ανακοινώθηκαν ήταν ότι ο «δομικός πληθωρισμός», δηλαδή αυτός που προκύπτει εάν αφαιρεθούν είδη με ευμετάβολες τιμές όπως είναι τα καύσιμα, είναι σε ετήσια βάση στο 5,9%, άρα δεν παρουσίασε αύξηση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα που ήταν στο 6%.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή ο πληθωρισμός στη ενέργεια είναι πάνω από 40% σε ετήσια βάση και στα τρόφιμα πάνω από 10%. Δεν είναι τυχαίο έτσι ότι ήδη αυτές είναι εξελίξεις που επιτείνουν ένα κλίμα δυσαρέσκειας μέσα στην αμερικανική κοινωνία.

Αντίστοιχα, στα ανησυχητικά στοιχεία και το γεγονός ότι και οι υπηρεσίες επίσης σε ετήσια βάση τρέχουν με έναν πληθωρισμό 5,5%.

Σημαντική ήταν και η αύξηση και σε κόστη όπως τα ενοίκια ή το κόστος άλλων καταλυμάτων.

 Πόσο θα αυξήσει τα επιτόκια η FED;

Το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο θα αυξήσει τα επιτόκια η Federal Reserve στις 27 Ιουλίου όταν αναμένονται οι νέες ανακοινώσεις για τα επιτόκια.

Μέχρι τώρα το ερώτημα ήταν εάν η αύξηση των βασικών επιτοκίων θα ήταν 0,5% ή 0,75%, όπως ήταν μέχρι τώρα η εκτίμηση, εάν θα πρέπει το 0,75% να αντιμετωπίζεται ως το ελάχιστο και να πιθανολογείται αύξηση μιας ακέραιης ποσοστιαίας μονάδας.

Θυμίζουμε πώς όταν πρόσφατα προχώρησαν σε αύξηση 0,75% τον περασμένο μήνα αυτή ήταν η πρώτη τέτοιας κλίμακας αύξηση από το 1994.

Σημειώνουμε εδώ ότι μια αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων δεν είναι απλώς μια παράμετρος που αφορά την αμερικανική οικονομία αλλά και την παγκόσμια. Έχει επιπτώσεις στο κόστος αποπληρωμής του χρέους για αρκετές οικονομίες. Και βέβαια μια ακόμη αύξηση των βασικών επιτοκίων θα σημαίνει και μια ανάλογη ενίσχυση του δολαρίου.

Μόνο με τον όγκο του παγκόσμιου χρέους να έχει εκτιναχθεί σε μεγάλη ύψη, το να υπάρχουν διαρκείς αυξήσεις στα βασικά επιτόκια των ΗΠΑ όπως επίσης και ενίσχυση της ισοτιμίας του διεθνούς νομίσματος αναφοράς, ενέχει τον κίνδυνο να αυξήσουν σημαντικά και τους κινδύνους που σχετίζονται με τα επιτόκια και αυξάνει σημαντικά το κόστος αποπληρωμής του χρέους, μια που σημαντικό μέρος του χρέους είναι σε δολάρια.

Επιπλέον, μια ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση του δολαρίου σημαίνει ότι αυξάνεται και η τιμή πολλών βασικών αγαθών, που οι τιμές του είναι σε δολάρια, από τα καύσιμα μέχρι πολλά τρόφιμα. Κάτι που επίσης δημιουργεί προβλήματα διεθνώς, ιδίως στις χώρες χαμηλού εισοδήματος.

Το ερώτημα της ανεργίας

Μέχρι τώρα η μόνη θετική στατιστική παράμετρος είναι το γεγονός ότι η κατάσταση στην αγοράς εργασίας παραμένει θετική. Τον Ιούνιο το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο 3,6%. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιούνιο προστέθηκαν 372.000 νέες θέσεις εργασίας.

Μάλιστα, θεωρείται ως ένα ιδιότυπο ιστορικό παράδοξο να υπάρχει ένα τόσο χαμηλό ποσοστό ανεργίας, την ώρα που η οικονομία βρίσκεται σε μια επιβράδυνση. Μάλιστα, θεωρείται σπάνιο να βρίσκεται μια οικονομία αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο της ύφεσης και η αγορά εργασίας να παραμένει σε τέτοια επίπεδα.  Για ορισμένους είναι ακριβώς η δυναμική της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ που καταδεικνύει ότι μάλλον δεν κατευθυνόμαστε προς μια νέα ύφεση.

Άλλοι πάντως όπως ο Jan Hatzius επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs στις ΗΠΑ, υποστηρίζουν ότι ήδη μπορούμε να δούμε μια επιβράδυνση και στην αμερικανική αγορά εργασίας: με υποχώρηση του ρυθμού που ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας και αύξηση των αιτήσεων για επίδομα ανεργίας και ήδη υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν ανακοινώσει ότι δεν θα κάνουν επιπλέον προσλήψεις ή θα επιβραδύνουν τον ρυθμό με τον οποίο προσλαμβάνουν.

Αυξάνεται η πιθανότητα ύφεσης

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτή η οικονομική συνθήκη σηματοδοτεί ότι έχουμε μπει σε μια τροχιά ύφεσης.

Διάφοροι παράγοντες παραπέμπουν σε αυτό. Οι αναπτυξιακοί ρυθμοί εμφανίζουν επιβράδυνση. Οι αυξήσεις των τιμών, ιδίως στην ενέργεια, διαμορφώνουν μια αρνητική πίεση στην ίδια την οικονομία. Τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες διαμορφώνουν μια δυσκολότερη συνθήκη για την οικονομία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι νέες γεωπολιτικές διαιρέσεις αυξάνουν κόστη και επιβάλλου αναπροσανατολισμό ή και περιορισμό επενδυτικών αποφάσεων. Προβλήματα, που προϋπήρχαν, όπως η αδυναμία νέων πραγματικά μεγάλων τομών στην παραγωγικότητα σε κλάδους όπως οι υπηρεσίες, επίσης παίζουν τον ρόλο τους.

Τον Ιούνιο η Goldman Sachs αναθεώρησε την πρόβλεψή της για την πιθανότητα ύφεσης στην αμερικανική οικονομία. Νωρίτερα είχε εκτιμήσει ότι η πιθανότητα ήταν στο 15%, όμως τώρα ανέβασε αυτή την πιθανότητα στο 30%. Επιπλέον, εκτιμούν ότι υπάρχει 25% πιθανότητα η ύφεση να έρθει σε έναν χρόνο. Αθροιστικά, αυτό σημαίνει μια πιθανότητα 48% να υπάρξει ύφεση μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

 

Η παγκόσμια διάσταση

Εδώ πρέπει να δούμε και την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας. Γιατί μπορεί οι ΗΠΑ να είχαν την πιο ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία, σε σχέση με τις αναπτυγμένες οικονομίες, εντούτοις στους άλλους πόλους τα πράγματα δεν είναι ακριβώς ρόδινα. Η Ιαπωνία βρίσκεται σε οικονομική στασιμότητα και η Ευρώπη είναι επίσης αντιμέτωπη με σημαντική οικονομική επιβράδυνση, μαζί με όλα τα προβλήματα που αναμένονται από την προσπάθεια απεξάρτησης από τις ρωσικές ενεργειακές ροές. Αυτή τη στιγμή, εάν η Ευρώπη βρεθεί τον επόμενο χειμώνα χωρίς ροές φυσικού αερίου από τη Ρωσία, την ώρα που έχει γίνει σαφές ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο του ρωσικού αερίου με LNG ή άλλες μορφές ενέργειας, τότε και μόνη αυτή η παράμετρος μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση την οικονομία της ευρωζώνης καθώς μπορεί να μεταφραστεί σε μείωση της βιομηχανικής παραγωγής. Τα πράγματα μπορεί να κάνει ακόμη χειρότερα, η προοπτική να εφαρμοστούν από τις χώρες του G7 και του ΝΑΤΟ τα όρια τιμών στο πετρέλαιο από τη Ρωσία, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση και τελικά εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, που θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν στην παγκόσμια οικονομία σε μια υφεσιακή τροχιά.

Ανησυχητικά μηνύματα

Στους δείκτες που παραπέμπουν σε ενδεχόμενη ύφεση ας προσθέσουμε και την ύπαρξη ανεστραμμένης καμπύλης αποδόσεων στα αμερικανικά ομόλογο. Αυτό παραπέμπει στο φαινόμενο η απόδοση του βραχυπρόθεσμου χρέους (π.χ. διετούς) να είναι μεγαλύτερη από αυτή του μακροπρόθεσμου (π.χ. δεκαετούς). Ιστορικά αυτό το φαινόμενο, που δεν ακολουθεί η «φυσιολογική» ροή των πραγμάτων, θεωρείται ότι παραπέμπει σε ενδεχόμενη ύφεση της οικονομίας.

Στα ανησυχητικά μηνύματα και δύο εκτιμήσεις για το αμερικανικό ΑΕΠ. Το Bureau of Economic Analysis εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ συρρικνώθηκε σε ετήσιο ρυθμό κατά -1,6% το πρώτο τρίμηνο του 2022, ύστερα από μια αύξηση σε ετήσιο ρυθμό 6,9% το τελευταίο τρίμηνο του 2021. Αντίστοιχα, η εκτίμηση GDPNow που κάνει η Atlanta Fed, που αποτελεί περισσότερο πρόβλεψη, θεωρεί και το δεύτερο τρίμηνο του 2022 θα καταγράψει ύφεση

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν όλα αυτά παραπέμπουν απλώς σε μια «ήπια» ύφεση που θα οδηγήσει σε ανάκαμψη μόλις ξεκαθαρίσει κάπως το τοπίο – και πιθανώς αποφορτιστούν και κάποιες από τις έκτακτες συνθήκες όπως είναι το κόστος ενέργειας – ή πάμε για δύο διαδοχικές υφέσεις (double-dip recession). Και αυτό γιατί υπάρχει το ερώτημα εάν πέραν της τρέχουσας υφεσιακή δυναμικής, η προσπάθεια τιθάσευσης του πληθωρισμού επίσης προσθέσει μια επιπλέον ισχυρή υφεσιακή πίεση στην αμερικανική οικονομία που θα έχει επίπτωση σε βάθος χρόνου.