«Διαβάζοντας» τις μεγατάσεις του 21ου αιώνα

«Το Βήμα» παρουσιάζει τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας που παραδόθηκε πρόσφατα στον Πρωθυπουργό, η οποία καταγράφει την παγκόσμια πολιτική ατζέντα κατά την επόμενη εικοσαετία

Η πανδημία της COVID-19 κατέρριψε, με «βιαιότητα» θα μπορούσε να πει κανείς, πολλές από τις βεβαιότητες που είχαν κυριαρχήσει στον πλανήτη την τελευταία 30ετία – μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Την ίδια στιγμή, τα ακραία καιρικά φαινόμενα που συγκλονίζουν τον πλανήτη και τη χώρα μας, η οποία τις τελευταίες ημέρες βασανίζεται από μακρύ και σκληρό καύσωνα με θερμοκρασίες περί τους 42-45 βαθμούς Κελσίου και ανεξέλεγκτες πυρκαγιές σε δεκάδες σημεία, αναδεικνύουν τη μείζονα πρόκληση της κλιματικής αλλαγής. Η μόνη βεβαιότητα στην οποία οι περισσότεροι αναλυτές συγκλίνουν είναι ότι ο κόσμος δεν θα είναι ξανά ίδιος όταν οι συνέπειες της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής θα γίνουν ακόμη πιο εμφανείς.

Σε αυτόν τον νέο, μεταπανδημικό κόσμο, η ικανότητα της «στρατηγικής πρόβλεψης» ή «στρατηγικής ανάλυσης προοπτικών» (strategic foresight) αποκτά βαρύνουσα σημασία για κάθε κυβέρνηση – πόσο μάλλον για μία χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία βρίσκεται γεωγραφικά και γεωπολιτικά σε μία από τις πλέον ασταθείς περιοχές του πλανήτη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποφασίσει να αφιερώσει σημαντικό χρόνο και πόρους ώστε να μελετήσει και να καταγράψει τις βασικές τάσεις του μέλλοντος, στο πλαίσιο και της ευρύτερης στρατηγικής αναζήτησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) στη μεταπανδημική εποχή.

Η δε βαθιά οικολογική καταστροφή των τελευταίων ημερών δεν αποκλείεται να επιταχύνει την εξέλιξη αυτή.

Τίποτα δεν είναι πιο ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδει η κυβέρνηση στο εν λόγω έργο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος που το επιβλέπει είναι ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο διευθυντής του Γραφείου του Πρωθυπουργού και πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η παράδοση της πρώτης έκθεσης

Περί τα μέσα Ιουλίου, η Ομάδα Μακροπρόθεσμου Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ερευνας για το Μέλλον της Προεδρίας της Κυβέρνησης παρέδωσε στον κ. Μητσοτάκη την πρώτη της μελέτη με τίτλο «Megatrends 2040: Μεταβλητότητα, Αβεβαιότητα, Επινοητικότητα». Στο 30σέλιδο αυτό κείμενο, τα βασικά σημεία του οποίου παρουσιάζει σήμερα αποκλειστικά «Το Βήμα» το οποίο έγινε κοινωνός των συμπερασμάτων, καταγράφονται και αναλύονται επτά «μεγατάσεις» (megatrends) που οι κυβερνώντες την Ελλάδα θα πρέπει να ενσωματώσουν στη λήψη των αποφάσεων για την επόμενη 20ετία. Αυτές είναι: α) η κλιματική αλλαγή, η οποία απαιτεί οικολογική αναμόρφωση (τα πρόσφατα ακραία καιρικά φαινόμενα του καύσωνα και των πυρκαγιών στη χώρα μας αποτελούν την πλέον αδιαμφισβήτητη απόδειξη του κινδύνου που εγκυμονεί), β) η έλλειψη πόρων, γ) οι δημογραφικές ανισορροπίες, δ) η αστικοποίηση, ε) η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και η υπερ-συνδεσιμότητα, στ) η αύξηση της μεσαίας τάξης και η κατανάλωση παγκοσμίως, ζ) η μετατόπιση επιρροής στην Ανατολή και στον Νότο.

Η ομάδα ανάλυσης και τα επόμενα βήματα

Υπό την επίβλεψη του κ. Δημητριάδη, βασικό ρόλο στο εν λόγω project διαδραματίζει ο γενικός γραμματέας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας Γιάννης Μαστρογεωργίου, έχοντας μεταξύ άλλων τη συνδρομή του Γιώργου Ευθυμίου, αναπληρωτή διευθυντή του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού. Η μελέτη «Megatrends 2040» δεν θα είναι η πρώτη. Θα ακολουθήσει και άλλη, έχουν συναφθεί σχετικές συνεργασίες με άλλους δημόσιους αλλά και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και με μη κυβερνητικές οργανώσεις. Παράλληλα, διεξάγεται προετοιμασία για τη δημιουργία ενός καινοτόμου δείκτη ανάπτυξης για την Ελλάδα – με βάση το πρότυπο του State of the Future Index (SOFI) στο πλαίσιο του «The Millennium Project» των Ηνωμένων Εθνών – που θα λειτουργεί παράλληλα με το ΑΕΠ, ενώ συζητείται επίσης η σύσταση ενός πρότυπου μεταπτυχιακού προγράμματος για Σπουδές του Μέλλοντος (Future Studies) στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ).

Η στρατηγική σε επίπεδο ΕΕ

Η ελληνική προσπάθεια εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της απόπειρας στρατηγικής πρόβλεψης και ανάλυσης προοπτικών που «τρέχει» σε κοινοτικό επίπεδο ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, με αρμοδιότητα τις Διαθεσμικές Σχέσεις και την Πρόβλεψη (Interinstitutional Relations and Foresight) Μάρος Σέφκοβιτς, που επισκέφθηκε την Αθήνα στα μέσα Ιουλίου. Τον Σεπτέμβριο του 2020, η Επιτροπή παρουσίασε την πρώτη της «Εκθεση περί Στρατηγικής Ανάλυσης Προοπτικών – Χάραξη της Πορείας προς μία πιο Ανθεκτική (Resilient) Ευρώπη», με την ανθεκτικότητα να αναδεικνύεται στη βασική «πυξίδα» των πολιτικών της ΕΕ από εδώ και στο εξής. Η δε ατζέντα της στρατηγικής ανάλυσης προοπτικών της ΕΕ περιλαμβάνει τρεις θεματικές: α) την ανοικτή στρατηγική αυτονομία με σκοπό να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα και η παγκόσμια πρωτοπορία της Ενωσης, β) το μέλλον των θέσεων εργασίας και των δεξιοτήτων για την «πράσινη μετάβαση» και κατά τη διάρκειά της και γ) την εμβάθυνση της σύνδεσης ψηφιακής και «πράσινης» μετάβασης.

Ανισορροπία μεταξύ προκλήσεων και αναγκών

Στην ελληνική έκθεση επισημαίνεται ότι με βάση τόσο τη λίστα των 14 μεγατάσεων της Κομισιόν όσο και άλλες πηγές που ασχολούνται με τη στρατηγική ανάλυση προοπτικών, δύο από αυτές τις τάσεις κρίνονται ως μείζονος σημασίας: η παγκοσμιοποίηση και η εξέλιξη της τεχνολογίας. Παράλληλα, παρατηρείται η ύπαρξη ορισμένων προκλήσεων, όπως η κλιματική αλλαγή, που επιτείνουν σοβαρά τις ανισότητες, ενώ αυτή η κατάσταση εντείνεται από το φαινόμενο κατακερματισμού των κοινωνιών, των κρατών αλλά και ευρύτερα του διεθνούς συστήματος, σημειώνουν οι συγγραφείς της μελέτης. Προσθέτουν επίσης ότι είναι ανησυχητική η ανισορροπία που παρατηρείται από την αυξανόμενη αναντιστοιχία μεταξύ προκλήσεων και αναγκών, με αποτέλεσμα τα συστήματα και οι οργανισμοί (π.χ. κυβερνήσεις) που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων να μην είναι εύκολο να εκπληρώσουν το έργο τους. Η δε ραγδαία τεχνολογική πρόοδος αυξάνει τις ανισότητες και η προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν θα είναι εύκολη για καμία κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική συναίνεση και η εμπιστοσύνη μετατρέπονται σε κρίσιμους πυλώνες ώστε να βρεθούν λύσεις σε αυτές τις προκλήσεις.

Κλιματική αλλαγή και επιπτώσεις

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται στη μείζονα πρόκληση για τον πλανήτη. Τα τελευταία τραγικά γεγονότα σε όλον τον κόσμο δεν αφήνουν περιθώριο για επανάπαυση σε μία κυβέρνηση που θέλει να είναι υπεύθυνη. Οπως αναφέρεται στην έκθεση, «η επιδείνωση της ρύπανσης, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος θα οδηγήσουν σε σοβαρές, μη αναστρέψιμες αλλαγές για τους ανθρώπους, τις υποδομές, τις οικονομίες και τα οικοσυστήματα σε όλον τον κόσμο».

Αυτό το οποίο επισημαίνεται σε σχέση με την Ελλάδα είναι ότι η χώρα «θα επηρεαστεί έντονα (τουρισμός, υποδομές, πόλεις) από την αύξηση των παγκοσμίων επιπέδων της θάλασσας, τα οποία αυξάνονται με μέσο όρο 3,4 χιλιοστών τον χρόνο, ενώ ο όγκος του πάγου της Αρκτικής έφθασε σε χαμηλό ρεκόρ το 2018». Οι κύριες επιπτώσεις θα εστιαστούν, πέραν των προαναφερθέντων, στην ασφάλεια τροφίμων, στη μετανάστευση, στον τρόπο ζωής και στην υγεία, καθώς και στην υποβάθμιση του εδάφους.

Η Ελλάδα, ευρισκόμενη σε μια περιοχή όπως η Μεσόγειος που θα δεχθεί ισχυρή πίεση από την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να αναζητήσει το ταχύτερο δυνατό τρόπους προστασίας και να αναδομήσει τάχιστα τις μεθόδους πρόληψης και διαχείρισης κλιματικών κρίσεων.

Το φάσμα έλλειψης φυσικών πόρων

Η δεύτερη μεγατάση αφορά την έλλειψη πόρων. Η παγκόσμια ζήτηση για φυσικούς πόρους έχει αυξηθεί σύμφωνα με όσα επισημαίνουν οι συγγραφείς «10 φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και αναμένεται να διπλασιαστεί ξανά έως το 2030, σε σύγκριση με το 2010». Είναι ενδεικτικό ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας 50ετίας ο παγκόσμιος πληθυσμός διπλασιάστηκε, το ΑΕΠ έχει δεκαπλασιαστεί και η γεωργική καθώς και η βιομηχανική παραγωγή έχουν επίσης αυξηθεί, με άμεσο αποτέλεσμα η γη να παρουσιάζει, από το 1970, το επονομαζόμενο «οικολογικό έλλειμμα». Η μη κυβερνητική οργάνωση Global Footprint Network είχε επισημάνει, το 2019, ότι σήμερα η ανθρωπότητα καταναλώνει τους πόρους του πλανήτη περίπου 1,75 φορές ταχύτερα σε σχέση με τη δυνατότητα των οικοσυστημάτων να τους ανανεώνουν.

Η κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων έχει επίσης αυξηθεί ανησυχητικά και η άνοδος των αναδυόμενων οικονομιών αναμένεται να ανεβάσει ακόμη περισσότερο την κατανάλωση. Αν προστεθεί σε όλα τα παραπάνω η εκθετική ζήτηση για νερό, ιδιαίτερα για άρδευση, αντιλαμβάνεται κανείς ότι θα πρέπει να αφιερωθούν σημαντικές προσπάθειες τόσο σε αναζήτηση εναλλακτικών πρώτων υλών όσο και στη βελτίωση της διαχείρισης και εκμετάλλευσης των υπαρχόντων πόρων.

Μετατόπιση ισχύος και γεωπολιτικές προκλήσεις

Η παγκόσμια γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισορροπία αναδιαμορφώνεται βαθιά την τελευταία δεκαετία. «Η μετατόπιση της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης από τις καθιερωμένες προηγμένες οικονομίες της Βόρειας Αμερικής, της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας προς τις αναδυόμενες οικονομίες στην Ανατολή και στον Νότο συνεχίζεται» τονίζουν οι συγγραφείς της έκθεσης για τις μεγατάσεις. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη της Prive Waterhouse Coopers (PwC) «The World in 2050», η Κίνα έχει ήδη ξεπεράσει τις ΗΠΑ με βάση το ΑΕΠ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity – PPP) και αναμένεται να αναδειχθεί στη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως και με όρους συναλλαγματικών ισοτιμιών πριν από το 2030. Ανάλογη πορεία ακολουθεί η Ινδία, που αναμένεται να εκτοπίσει τις ΗΠΑ καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση, ενώ η Ινδονησία θα ξεπεράσει την Ιαπωνία και τη Γερμανία. Πρόκειται για μία τρομακτική παγκόσμια μετατόπιση οικονομικής ισχύος. «Αν», όπως σημειώνεται, «συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, ως το 2050, η οικονομική και πολιτική επιρροή των G7 (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία, Καναδάς, Ιταλία) θα μετατοπιστεί σταθερά στην Ε7 (Κίνα, Ινδία, Ινδονησία, Βραζιλία, Ρωσία, Μεξικό, Τουρκία)». Είναι σαφές ότι η οικονομική ισχύς θα μεταφραστεί και σε στρατιωτική ισχύ (ήδη αυτό είναι εμφανές για την Κίνα και την Ινδία, αλλά επίσης το Πακιστάν), με ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται στην επιδίωξη ναυτικής υπεροχής στον Ειρηνικό.

Η δημογραφική πρόκληση και η ραγδαία αστικοποίηση

iΟ δημογραφικός παράγοντας και οι ανισορροπίες που τον χαρακτηρίζουν θα πρέπει να ληφθούν σοβαρότατα υπόψη στη διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών κυβερνήσεων και οργανισμών. Οπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της ελληνικής μελέτης, «τα τελευταία 40 χρόνια, στις χώρες του ΟΟΣΑ ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, ως ποσοστό αυτών που βρίσκονται σε εργάσιμη ηλικία (15-64 ετών), αυξήθηκε από το 20% στο 31%, ενώ ως το 2060 το ποσοστό αυτό θα έχει πιθανότατα διπλασιαστεί, φθάνοντας στο 58%», όπως προκύπτει και από την έκθεση «Pensions at a Glance» που εκδίδει ο ΟΟΣΑ.
Για τη δε Ελλάδα, τα αντίστοιχα ποσοστά προβλέπονται ακόμη υψηλότερα (37,8% το έτος 2020 και 79,7% το 2060). Παράλληλα, το εργατικό δυναμικό της χώρας (ηλικίες 15-64 ετών) θα μειωθεί στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ κατά 10% ως το 2060, αλλά για την Ελλάδα η μείωση προβλέπεται να φθάσει ή και να ξεπεράσει το 35%. Αν στα παραπάνω στοιχεία προστεθεί η πρόβλεψη έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών ότι η χώρα μας θα βρίσκεται, το 2050, στην τέταρτη θέση παγκοσμίως σε σχέση με τη μεγαλύτερη συρρίκνωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία, μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί ποια θα είναι η επίδραση αυτής της εξέλιξης στον συνολικό δείκτη παραγωγικότητας.

Οι δύο κατηγορίες και η μετανάστευση
Η γενικότερη δημογραφική εξέλιξη του πλανήτη εμφανίζει ιδιαίτερα ανησυχητικά στοιχεία. Ο ΟΗΕ εκτιμούσε ήδη από το 2018 ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αυξηθεί ως και περίπου δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους μέσα στα επόμενα 30 χρόνια, ενώ μέχρι το 2100 θα μπορούσε να αγγίξει τα 11 δισεκατομμύρια. Η αύξηση αυτή δεν θα προέλθει από την αύξηση της γεννητικότητας, αλλά από την αύξηση του προσδόκιμου ορίου ζωής. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος θα χωριστεί σε δύο κατηγορίες. Από τη μία πλευρά βρίσκονται χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας (π.χ. Νιγηρία, Αιθιοπία και Ινδία, Πακιστάν, αντιστοίχως) που θα σημειώσουν τεράστια αύξηση πληθυσμού – ενώ η ΕΕ δεν μπορεί να αγνοήσει πόσο θα επηρεάσει αυτή η πληθυσμιακή αύξηση τις ροές μεταναστών προς τη «γηραιά ήπειρο». Από την άλλη πλευρά, η ίδια η ΕΕ (και ιδιαίτερα οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες) θα δουν ραγδαία μείωση του πληθυσμού τους. Πέραν δε των μεταναστευτικών ροών, θα υπάρξουν πιέσεις στο περιβάλλον, στην κλιματική αλλαγή, θα υπάρξει αύξηση των ενεργειακών αναγκών και εξάντληση των φυσικών πόρων.

Οι προκλήσεις της αστικοποίησης
Οι δημογραφικές ανισορροπίες συνδέονται και με την αστικοποίηση. Με βάση τους υπολογισμούς, σχεδόν το 77% του παγκοσμίου πληθυσμού ζούσε σε πόλεις ήδη από το 2015. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού θα εντοπιστεί τα επόμενα χρόνια σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική, ενώ εκτιμάται ότι 9 στις 10 μεγαλουπόλεις (πόλεις με πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων κατοίκων) θα βρίσκονται στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η έντονη αστικοποίηση θα γεννήσει μεγαλύτερες προκλήσεις, όπως π.χ. η περιβαλλοντική υποβάθμιση, οι κοινωνικές ανισότητες, ή η κυκλοφοριακή συμφόρηση και θα απαιτηθούν καινοτόμες λύσεις για βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Το δίλημμα βρίσκεται στον τρόπο συνδυασμού μεταξύ αστικοποίησης και επιπέδου ζωής.

Ο παράγοντας της τεχνολογίας
Οι συγγραφείς επισημαίνουν, ορθώς, ότι «οι εξελίξεις στην τεχνολογία υπήρξαν πάντοτε ένας καθοριστικός παράγοντας που σηματοδοτούσε τη δυναμική του οικονομικού συστήματος και επιδρούσε πολλαπλά σε διάφορους τομείς της ανθρωπότητας. […] Η εξέλιξή της – με ραγδαίους και θεαματικούς ρυθμούς γεωμετρικής προόδου – αλλάζει τα οικονομικά μοντέλα, δημιουργεί νέα επιχειρηματική πραγματικότητα, επηρεάζει την καταναλωτική συμπεριφορά, τις κοινωνικές δομές, τις εκπαιδευτικές ανάγκες». Η υπερ-σύνδεση, το «Διαδίκτυο των πάντων», τα συστήματα επαυξημένης πραγματικότητας, η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύουν προκλήσεις, όπως η ασφάλεια των τεχνολογικών συστημάτων, η πρόοδος σε αμυντικές τεχνολογίες, σε αλλαγή εκπαιδευτικών μοντέλων, ενώ γεννούν ηθικά διλήμματα και τροφοδοτούν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Μεσαία τάξη και κατανάλωση
Μία επιπλέον μεγατάση αφορά την αύξηση της μεσαίας τάξης και της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Οι συγγραφείς επικαλούνται έρευνα του Brookings Institution, σύμφωνα με την οποία το 2018 περίπου 3,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή λίγο περισσότερο από το 50% του παγκοσμίου πληθυσμού, ανήκαν στη μεσαία τάξη. Η αύξηση αυτή θα συνεχιστεί τις προσεχείς δεκαετίες με έμφαση στην Κίνα και στην Ινδία και θα μεταβάλει καταλυτικά τα καταναλωτικά πρότυπα – με την Ινδία να γίνεται η μεγαλύτερη καταναλωτική μεσαία τάξη στον κόσμο, ξεπερνώντας όχι μόνο την Κίνα αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk