Σε καραντίνα η ευπαθής ελληνική οικονομία

Τελικά ποιο είναι το βασικό πρόβλημα που θα μας απασχολήσει σε σχέση με την οικονομία; Όλη η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ύψος της ύφεσης. Η κυβέρνηση αρχικά έλεγε άτι θα διατηρηθεί μια ισχνή ανάπτυξη του 1%, στη συνέχεια μίλησε για ύφεση 2%, αργότερα για 4% και τώρα πια 5% ως 10%. Η Δημοκρατική Ευθύνη και ο γράφων έχουμε μιλήσει για σίγουρο διψήφιο αριθμό από τον Μάρτιο ακόμα. Την ίδια εκτίμηση κάνουν πλέον οίκοι αξιολόγησης κι επίσημοι φορείς. Το γιατί επιλέγει η τρέχουσα πολιτική αντίληψη να μας τα λέει σιγά σιγά και λίγα λίγα, ας το κρίνει ο καθένας. Η ανειλικρίνεια έχει συνειδητά επιλεγεί εδώ και χρόνια ως τρόπος διαχείρισης της κοινής γνώμης με εντελώς δυσμενή αποτελέσματα, αν όχι καταστροφικά.

Αλλά τελικά αυτό είναι το θέμα; Το ύψος της ύφεσης για φέτος ή για το 2021;

Ή, το γιατί θα είναι τόσο υψηλή στη χώρα μας και τι οφείλουμε να κάνουμε με αυτήν;

Αυτά είναι τα καίρια ερωτήματα και συνέχονται άρρηκτα με σχέση διάγνωσης και θεραπείας.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Αυτά τα ερωτήματα οφείλουν να συζητηθούν τώρα. Σήμερα. Γνωρίζω πως μοιάζει αιρετική μια τέτοια άποψη. Η ιδέα όμως, πως τώρα είναι η ώρα της μάχης αποκλειστικά για τη δημόσια υγεία, αποτελεί την ίδια μέθοδο εθελοτυφλίας που προτείνουν διαχρονικά οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου στους πολίτες λόγω ανεπάρκειάς τους και δυστυχώς οι πολίτες αποδέχονται την πρόταση παθητικά. Κι έτσι τα αληθινά προβλήματα της χώρας όχι μόνο σοβούν δεκαετίες αλλά δεν συζητιούνται καν ως δήθεν μη επείγοντα. Άρα τώρα είναι η ώρα. Κι αν η κρίση δίνει μια ευκαιρία στην Ελλάδα είναι αυτή ακριβώς. Να μιλήσουμε ειλικρινά για τα δομικά, ζωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Να τα δούμε και να τα πούμε ευθέως. Μήπως επιτέλους ξεκινήσουμε να τα λύνουμε καθότι απαιτείται τουλάχιστον δεκαετής προσπάθεια. Και ο νοών νοείτω για το τι συνεπάγεται ο τόσο μακρόπνοος σχεδιασμός για την κοντόφθαλμη πολιτική αντίληψη που έχει τα ηνία της χωράς εδώ και χρόνια.

Δυστυχώς η ελληνική οικονομία ανήκει στις απολύτως ευπαθείς κατηγορίες. Έχει ριζικά προβλήματα, θεμελιακά. Αναφέρω μόνο λίγα. Λειτουργία του δημοσίου σε όλο το πλάτος και το βάθος του χωρίς καμία αποκέντρωση γεωγραφική ή καθ’ ύλην, ελλειμματικότατοι τομείς παραγωγής και εξαγωγών (επιτέλους να σταματήσει να θεωρείται μοναδική βαριά βιομηχανία ο τουρισμός ως εθνική επιλογή), απονομή δικαιοσύνης, βαθιές θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και αληθινά ανοιχτή λειτουργία του, απόφαση για το είδος της παιδείας που θέλουμε να χτίσουμε και το οποίο εκκινεί από το νηπιαγωγείο και όχι από το πανεπιστήμιο, αξιολόγηση και αξιοκρατία επιτέλους, ώστε να εμπεδωθεί ένα στοιχειώδες κλίμα εμπιστοσύνης εσωτερικά στην κοινωνία, προσέλκυση σοβαρών, παραγωγικών και πολυετών επενδύσεων, είναι μόνο λίγα απ’ όσα πρέπει να γίνουν. Για να είμαι πιο ακριβής, είναι λίγα μόνο για τα οποία οφείλουμε ως χώρα ν’ αποφασίσουμε αρχικά κατεύθυνση και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε.

Όταν διαθέτεις δυστυχώς ευπαθή οικονομία, συμβαίνει σ’ αυτήν ό,τι και στην ευπαθή υγεία του ανθρώπου. Τη στιγμή που σε χτυπάει ένα άλλο εξωγενές νόσημα, πλήττεσαι πολύ βαρύτερα κι επικίνδυνα. Αλλά και για μεγαλύτερη διάρκεια.

Αυτό συνέβη το 2010 στην Ελλάδα. Η παγκόσμια κρίση χτύπησε παντού. Μα χτύπησε ως ένα βαθμό και για σχετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα. Κι οι περισσότερες χώρες ανέκαμψαν. Και μιλώ για την ανάκαμψη της πραγματικής οικονομικής καθημερινότητας που όλοι αντιλαμβανόμαστε. Στην Ελλάδα παρέμεινε δέκα χρόνια και μέχρι την έλευση της πανδημίας, καμία ουσιαστική απόδειξη ανάκαμψης δεν υπήρχε παρά την παρελκυστική ρητορική που ήθελε να μας πείσει για το αντίθετο. Η χώρα παρέμενε πτωχευμένη και με τα μεγάλα προβλήματα ακλόνητα να μας βουλιάζουν αργά και σταθερά. Κι αυτό θ’ αποδειχθεί τώρα που ενώ υγειονομικά τα καταφέραμε, όσα θα έρθουν στην οικονομία θα έχουν αντίστροφη πορεία ακριβώς γιατί η χώρα ποτέ δεν ανέκαμψε.

Ο βαθμός κατάρρευσης είναι ευθέως ανάλογος με τα εσωτερικά αίτια κυρίως και πολύ λιγότερο με τους εξωγενείς παράγοντες. Ακόμα δεν το μάθαμε μετά από δέκα χρόνια;

Οι ευθύνες για όλα αυτά βαραίνουν καθοριστικά πολλές κυβερνήσεις και σίγουρα όσους κυβέρνησαν την τελευταία δεκαετία. Αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και θα ήταν πρόοδος αν περνούσε το πολιτικό σύστημα σε μια νέα φάση που θα πρωταγωνιστούσαν άλλα σχήματα, άλλα πρόσωπα, άλλες ιδέες. Οι πολίτες όμως αποφάσισαν διαφορετικά. Να εμπιστευθούν τα ίδια σχήματα, τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες ιδέες, νοοτροπίες και μηχανισμούς. Σεβαστό.

Αυτή η πολιτική ηγεσία, λοιπόν, θα έχει την πλήρη ευθύνη αν ακόμα μια φορά δεν καταπιαστούμε ως χώρα με τις βαθιές αιτίες που κρατούν την οικονομία τόσο αδύναμη, αλλά με τα συμπτώματα και την πρόσκαιρη επικοινωνιακή διαχείριση της μικροπολιτικής καθημερινότητας. Και με το βλέμμα όπως πάντα, μόνο στις επόμενες εκλογές.

Έρχονται πολύ δύσκολοι καιροί για την Ελλάδα που οφείλονται στα δομικά κι εντελώς υπαρξιακά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτά δημιουργήθηκαν από τα κόμματα που ακόμα ηγούνται στη χώρα. Αποτελεί λοιπόν, δική τους βαριά ευθύνη το αν θα επιλέξουν να τ’ αντικρίσουν κατάματα, να μιλήσουν καθαρά και να προτείνουν λύσεις ακόμα κι αν είναι επιζήμιες για κομματικά και προσωπικά συμφέροντα ή αν θα πράξουν με τον τρόπο του παρελθόντος που ολοένα μας βυθίζει.

Κι εφόσον μας μιλούν με τόσο θάρρος και περίσσιο λυρισμό στα διαγγέλματά τους, για ατομική ευθύνη, ας την αναλάβουν.

Για μας εξάλλου στην Δημοκρατική Ευθύνη είναι λόγος και τρόπος ύπαρξης αυτή η έννοια από την πρώτη μέρα της γέννησης μας.

Ο κ. Βασίλης Παυλίδης είναι πρόεδρος της Δημοκρατικής Ευθύνης 

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk