Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα οι μισοί Ελληνες διαβάζουν ένα βιβλίο τον χρόνο. Αν την πιστέψουμε, επιβεβαιώνεται πως διαθέτουμε περισσότερους συγγραφείς παρά αναγνώστες. Πιο πολύ γράφουμε παρά διαβάζουμε. Αυτός είναι ο λόγος που εκδίδουμε χωρίς δεύτερη σκέψη ό,τι γράφουμε; Παρασυρμένοι από τη φιλοδοξία μας να γίνουμε συγγραφείς, χωρίς στην πραγματικότητα να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή με τη σοβαρότητα που της πρέπει. Αν ήμασταν συστηματικοί αναγνώστες, αν σκύβαμε με ενδιαφέρον πάνω από τα πραγματικά αξιόλογα βιβλία, θα διαπιστώναμε πιθανώς πόσο δύσκολη και απαιτητική τέχνη είναι το γράψιμο (αναφέρομαι κυρίως στη συγγραφή λογοτεχνίας) αλλά και θα αντιλαμβανόμασταν την ανεπάρκειά μας – πολλοί ονειρευόμαστε να λάμψουμε στο λογοτεχνικό πάνθεο, ελάχιστοι έχουμε τα προσόντα. Ισως τότε δεν θα εκτιθέμεθα εκδίδοντας τα πονήματά μας με την προκλητική ευκολία που τα εκδίδουμε σήμερα.

Μπαίνοντας τις προάλλες σε ένα βιβλιοπωλείο απόρησα για άλλη μία φορά με τον μεγάλο αριθμό των νέων εκδόσεων. Ωστόσο, σύμφωνα και με πρόσφατες έρευνες, οι Ελληνες διαβάζουμε λιγότερα βιβλία κατά μέσο όρο: 5,9 βιβλία τον χρόνο σήμερα έναντι 7 βιβλίων πριν από δέκα χρόνια. Μόνο το 8,1% των Ελλήνων διαβάζει περισσότερα από 10 βιβλία τον χρόνο, ενώ το 40,7% δεν διάβασε κανένα βιβλίο τον προηγούμενο χρόνο.

Και εκείνοι που διαβάζουν, τι διαβάζουν; Οχι πάντα σπουδαία πράγματα, αν κρίνουμε και από τους καταλόγους με τα ευπώλητα που αναρτούν πολλά βιβλιοπωλεία. Καταλόγους που όσο και αν για ορισμένους είναι αρκετά ύποπτοι, καθώς υποδεικνύοντας ποιοι πουλάνε μπορεί να κατευθύνουν τους αναγνώστες προς συγκεκριμένους συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους, επιβεβαιώνουν πως και στη χώρα μας η παραλογοτεχνία θριαμβεύει. Πως πολλοί φιλόδοξοι συγγραφείς (αλλά και αναγνωρισμένοι, με ταλέντο, που όμως επέλεξαν τον εύκολο δρόμο) αντιμετωπίζουν το γράψιμο με την ίδια επιπολαιότητα. Και γέμισε ο τόπος με σεμινάρια δημιουργικής γραφής! Φίλη που κάθισε στα θρανία τους έφριξε με την ανεπάρκεια ορισμένων διδασκόντων και πολλών μαθητών που πλήρωναν για να μάθουν να γράφουν ενώ ήταν προφανές πως δεν θα μάθαιναν ποτέ. Την ίδια στιγμή, κατά εκατοντάδες εμφανίζονται οι νέοι φιλόδοξοι ποιητές, για να εκδώσουν με τη σειρά τους τις συλλογές τους, δηλαδή να σερβίρουν κάθε ανομοιοκατάληκτη μπαρούφα που έρχεται στο μυαλό τους, ως ποίηση. «Ησυχο, ήσυχο το ποταμάκι, αργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι και τραγουδάει την αγάπη τη χρυσή…». Ομως αυτό, ο ποιητής που (νομίζουμε πως) κρύβουμε όλοι μέσα μας, είναι μία άλλη πονεμένη ιστορία.

Οπως και αν έχει, ποτέ άλλοτε δεν θυμάμαι τόσους άγνωστους ή πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς όλων των ηλικιών. Ποτέ άλλοτε δεν θυμάμαι τόσες παρουσιάσεις βιβλίων – μία ακόμα συνήθεια των τελευταίων ετών. Ποτέ άλλοτε δεν μου ήταν τόσο δύσκολο να βρω ένα πραγματικά καλό λογοτεχνικό βιβλίο, από αυτά που τα διαβάζεις και αγαλλιάζει η ψυχή σου.