«Ναι» σε υπερπλεόνασμα και ανάπτυξη 2% φέτος από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο

Σοβαρές ενδείξεις για υπέρβαση φέτος του στόχου (3,5% του ΑΕΠ) για το πρωτογενές πλεόνασμα διαπιστώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ενώ εφικτό θεωρεί και τον στόχο για ανάπτυξη 2%

Σοβαρές ενδείξεις για υπέρβαση φέτος του δημοσιονομικού στόχου (3,5% του ΑΕΠ) για το πρωτογενές πλεόνασμα διαπιστώνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην τριμηνιαία έκθεση του, ενώ εφικτό θεωρεί και τον στόχο για ρυθμό ανάπτυξης 2%.

Μιλά για σταθερή βελτίωση στην αγορά εργασίας, με μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 19%, και άνοδο των επενδύσεων σε αρκετούς τομείς. Ωστόσο επισημαίνει την παραμονή της μακροχρόνιας ανεργίας σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα, αλλά και τη συνέχιση του brain drain.

Αισιόδοξα είναι τα μηνύματα και από την πορεία των δεικτών οικονομικού κλίματος, καταναλωτικής εμπιστοσύνης, βιομηχανικής παραγωγής και κύκλου εργασιών στη βιομηχανία, οι οποίοι διαμορφώθηκαν σε υψηλά έτους.

Στην έκθεση καταγράφεται ακόμη ότι σε ετήσια βάση, το σύνολο των ληξιπρόθεσµων υποχρεώσεων του Δημοσίου καταγράφει σημαντική μείωση περίπου κατά 50%, η οποία επικουρήθηκε σημαντικά από την απορρόφηση των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (ESM), αποκλειστικά για την αποπληρωμή τους.

Επίσης, καταγράφεται υψηλό πενταετίας για τις εισπράξεις έναντι ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των ιδιωτών προς το Δημόσιο, αλλά και χαμηλό πενταετίας στη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, με ευνοϊκές επιπτώσεις στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Με το ζήτημα της εξόδου στις αγορές να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα το Δημοσιονομικό Συμβούλιο βλέπει στις μεταβολές της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου εντός εύρους 3,8%-4,6% ένδειξη υψηλής ευαισθησίας στη διεθνή συγκυρία.

Εφικτός ο στόχος για ανάπτυξη 2% φέτος

Tο ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 1,8% το β’ τρίμηνο του 2018 έναντι του αντιστοίχου τριμήνου του 2017, ενώ σε εξαμηνιαία βάση προσεγγίζει το 2,2%, σημειώνεται.

Το γεγονός ότι η οικονομική δραστηριότητα ενισχύεται για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο αποτελεί θετική εξέλιξη για την οικονομία και εδραιώνει την προσδοκία για συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά το 2018, περί το 2%, εκτίμηση η οποία ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις ανεξάρτητες προβλέψεις του Ε∆Σ.

Η αύξηση, εξηγείται, οφείλεται κατά βάση στη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου λόγω της ανόδου της αξίας των εξαγωγών σε σχέση με το Β’ τρίμηνο του 2017, καθώς και στη συγκρατημένη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία μετά από τρία διαδοχικά τρίμηνα επανήλθε σε θετικό πρόσημο (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους).

Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 9,4% (+7,2% αγαθά και +12,2% υπηρεσίες), ενώ παράλληλα οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σημείωσαν άνοδο της τάξης του 4,3% (+1,7% αγαθά και +16,2% υπηρεσίες).

Θετική συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,7% είχε επίσης η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1% που είναι το μεγαλύτερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το γ’ τρίμηνο του 2016.

Στην εξέλιξη αυτή σημαντικό ρόλο έχει η τόνωση της απασχόλησης, η ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης αλλά και ενδεχομένως η βελτίωση των προσδοκιών των νοικοκυριών για την εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος στο μέλλον.

Στον αντίποδα τώρα οι επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) σημείωσαν κάμψη κατά 5,4% που οφείλεται εξ ολοκλήρου στην κατηγορία «μεταφορικός εξοπλισμός και οπλικά συστήματα».

Όλες σχεδόν οι υπόλοιπες κατηγορίες επενδύσεων (μηχανολογικός εξοπλισμός, εξοπλισμός πληροφορικής, οικοδομή, κατασκευές) κατέγραψαν αύξηση.

Τέλος κάμψη σημείωσε και η δηµόσια κατανάλωση κατά 2%.

Βελτίωση στην αγορά εργασίας

Η βελτίωση στην αγορά εργασίας συνεχίστηκε κατά το β΄ τρίμηνο του 2018, επισημαίνεται στην έκθεση.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό της ανεργίας περιορίστηκε σε 19%, έναντι 21,2% του προηγούμενου τριμήνου και 21,1% του αντίστοιχου τριμήνου του προηγούμενου έτους.

Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο της τελευταίας επταετίας (από το γ΄ τρίμηνο του 2011).

Ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 3,86 εκατ., αυξημένος κατά 1,8% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2017 και ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε σε 906 χιλ., μειωμένος κατά 10,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017.

Ανησυχητικά υψηλή η μακροχρόνια ανεργία, το brain drain συνεχίζεται

Η αύξηση αυτή της απασχόλησης προήλθε από αύξηση των πλήρως απασχολούμενων κατά 2,4%, ενώ οι μερικώς απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 3,2%.

Η μείωση της ανεργίας προήλθε κυρίως από τη μείωση των μακροχρόνια ανέργων κατά 13,1% σε σχέση με αντίστοιχο περυσινό διάστημα, με τη μακροχρόνια ανεργία ωστόσο να παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα (στο 72,1% επί του συνόλου της ανεργίας).

Τέλος, σημειώνεται ότι το εργατικό δυναμικό μειώθηκε σε σχέση με πέρυσι κατά 0,9%, ενώ ο αριθμός των οικονομικά μη ενεργών ατόμων αυξήθηκε κατά μόλις 0,1%, στοιχεία που συνδυαστικά υποδηλώνουν ότι η διαρροή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό συνεχίζεται (brain drain).

Κατά το πρώτο επτάμηνο του 2018, οι προσλήψεις εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανήλθαν σε 1.598.885 και οι απολύσεις/αποχωρήσεις ανήλθαν σε 1.309.324.

Επομένως, το ισοζύγιο των ροών μισθωτής απασχόλησης διαμορφώθηκε σε 289.561 νέες θέσεις εργασίας, βελτιωμένο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017 κατά 26.416.

Σημειώνεται ωστόσο πως τα επαγγέλματα τα οποία εμφάνισαν τα υψηλότερα θετικά ισοζύγια προσλήψεων–αποχωρήσεων κατά το μήνα Ιούλιο αφορούσαν εν πολλοίς θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης σχετιζόμενες κυρίως με τον τουρισμό και την εστίαση.

Πάνω από τους στόχους τα κρατικά έσοδα

Ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσίασε θετική εικόνα το πρώτο επτάμηνο του 2018, με τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού (ΤΠ) (προ επιστροφών και άνευ αποκρατικοποιήσεων) να υπερβαίνουν ελαφρά τους στόχους, σημειώνεται στην έκθεση.

Η αύξηση των φορολογικών εσόδων το 2018 προήλθε από βελτίωση των εισπράξεων από έμμεσους φόρους (κατά 630 εκατ. ευρώ).

Αντίθετα οι εισπράξεις άμεσων φόρων κατέγραψαν μείωση κατά 329 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της μείωσης των εσόδων από το φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων. Η μείωση αυτή ωστόσο αποδίδεται στην παράταση που δόθηκε στην προθεσμία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων ΝΠ και δεν προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.

Σημειώνεται ότι σχεδόν όλες οι κατηγορίες εσόδων κινούνται εντός στόχων Μεσοπρόθεσμου (ΜΠ∆Σ 2019-2022).

Από την πλευρά τους, οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού ευθυγραμμίστηκαν σχεδόν πλήρως με τον στόχο, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι η επιφυλακτικότητα που χαρακτήριζε τη δημοσιονομική διαχείριση το 2017 έχει περιοριστεί.

Την ίδια περίοδο (Ιανουάριος-Ιούλιος 2018) ο προϋπολογισμός της Γενικής Κυβέρνησης (ΓΚ), εμφάνισε ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2.810 εκατ. ευρώ, έναντι πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 4.140 εκατ. ευρώ, την αντίστοιχη περίοδο του 2017.

Η συγκράτηση αυτή οφείλεται στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών της ΓΚ (+1,4 δισ. ευρώ) η οποία υπερσκέλισε την αντίστοιχη αύξηση των εσόδων της ΓΚ (+73 εκατ. ευρώ).

Οι αυξημένες πρωτογενείς δαπάνες (οι οποίες ωστόσο «κινούνται» εντός στόχων), εντοπίζονται κυρίως σε αυξημένες καταβολές για το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, για οικογενειακά επιδόματα και για «αποδιδόμενους πόρους» (κατά βάση καταβολή ποσών στους δήμους, μέσω των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων-ΚΑΠ).

Στο σκέλος των εσόδων της ΓΚ, αύξηση παρουσίασαν οι δυο κυριότερες κατηγορίες, τα φορολογικά έσοδα (κατά 658 εκατ. ευρώ) και οι ασφαλιστικές εισφορές (κατά 312 εκατ. ευρώ).

Τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, περιορίστηκαν στα 60 εκατ. ευρώ (το μεγαλύτερο μέρος από τα περσινά έσοδα αποκρατικοποιήσεων αφορούσε το αντίτιμο μέρους της σύμβασης παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων).

Συνολικά τα δημοσιονομικά αποτελέσματα επταμήνου προμηνύουν επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για το 2018.

Ο μετριασμός των ταμειακών αποτελεσμάτων σε σχέση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2017 οφείλεται στο σκέλος των δαπανών. Στο βαθμό που συνδέεται κυρίως με την αύξηση των δαπανών λόγω επίσπευσης πληρωμών για τη μείωση του αποθέματος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων δεν προκαλεί σοβαρή ανησυχία.

Με βάση αυτό το σενάριο το ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα θα εμφανιστεί μειωμένο σε σχέση με το 2017, ωστόσο το αποτέλεσμα κατά ESA 2010 (και κατ’επέκταση βάσει ΣΧ∆) μπορεί να προσεγγίσει τα περσινά επίπεδα, ώστε να επιτευχθεί, αλλά και να ξεπεραστεί ο στόχος του 3,5% για το 2018.

Τα χρέη του Δημοσίου

Τον Ιούλιο του 2018, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της Γενικής Κυβέρνησης (ΓΚ) (συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών επιστροφών φόρων) ανήλθαν σε 2.724 εκατ. ευρώ.

Παρατηρείται μικρή αύξηση κατά 261 εκατ. ευρώ (περίπου 10%) σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, η οποία αποδίδεται αποκλειστικά στο ύψος των εκκρεμών επιστροφών φόρων, καθότι τα ληξιπρόθεσμα υπόλοιπα των φορέων της ΓΚ παρουσιάζουν περαιτέρω μείωση (1.934 έναντι 2.018 εκατ. ευρώ τον μήνα Ιούνιο).

Σε ετήσια βάση, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων καταγράφει σημαντική μείωση κατά 50%, περίπου η οποία επικουρήθηκε σημαντικά από την απορρόφηση των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), αποκλειστικά για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της ΓΚ.

Τα χρέη ιδιωτών προς το Δημόσιο

Η εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του ελληνικού δημοσίου παραμένει αυξητική.

Το γεγονός αυτό αποδίδεται στην συνεχή υστέρηση των εισπράξεων έναντι των νέων ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων που ανακύπτουν. Ωστόσο, η υστέρηση αυτή καταγράφει φθίνοντα ρυθμό το τρέχον έτος σε σχέση με τα προηγούμενα και αυτό οφείλεται τόσο στις βελτιωμένες εισπράξεις, όσο και στην συγκριτικά χαμηλότερη δημιουργία νέου ληξιπρόθεσμου χρέους.

Συγκεκριμένα, σε χαμηλό πενταετίας ανέρχεται η δημιουργία του «νέου ληξιπρόθεσμου χρέους» το επτάμηνο Ιανουάριου-Ιουλίου 2018 (5.569 εκατ. ευρώ) ενώ, για την ίδια περίοδο, τα έτη 2014, 2016 & 2017 ξεπερνούσε κατά πολύ τα 7 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, υψηλό πενταετίας καταγράφουν οι εισπράξεις έναντι «παλαιού και νέου ληξιπρόθεσμου χρέους».

Την εν λόγω περίοδο οι εισπράξεις αυτές ανήλθαν συνολικά σε 3.139 εκατ. ευρώ (αυξημένες κατά 390 εκατ. ευρώ περίπου σε σχέση με τα έτη 2016 & 2017), ενώ η αύξηση αυτή σε σχέση με τα επτάμηνα των ετών 2014 & 2015 ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ (1.066 και 1.175 εκατ. ευρώ αντίστοιχα).

Η διατήρηση της βελτιωμένης επίδοσης του εισπρακτικού μηχανισμού, θα συμβάλλει σημαντικά στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του 2018.

Αποδόσεις ομολόγων

Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κατά τους τελευταίους μήνες και ειδικά μετά τις ιταλικές εκλογές διατηρούνται σε ένα εύρος τιμών μεταξύ 3,8%-4,6%.

Διατηρούν δηλαδή μια σχετικά υψηλή μεταβλητότητα, παρά την θετική απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου για το ελληνικό δημόσιο χρέος και τις διαδοχικές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας από οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης (Standard & Poor’s, Moody’s, Fitch) κατά τους τελευταίους μήνες, εξηγούν οι αναλυτές.

Οι εξαγγελίες-ανακοινώσεις του κυβερνητικού συνασπισμού στην Ιταλία, ο εικαζόμενος «εμπορικός πόλεμος» μετά την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ και η αστάθεια της τουρκικής οικονομίας η οποία θα μπορούσε να πιέσει περαιτέρω τις χρηματιστηριακές αγορές της Ευρώπης (contagion), επηρεάζουν αρνητικά τις αποδόσεις των ομολόγων της «ευρωπαϊκής περιφέρειας», συμπαρασύροντας τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, προστίθεται στην έκθεση.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk