• Αναζήτηση
  • Είναι το ελληνικό χρέος διαχειρίσιμο;

    Είναι το ελληνικό χρέος διαχειρίσιμο;

    Είναι το ελληνικό χρέος διαχειρίσιμο; | tovima.gr
    Είναι το ελληνικό χρέος διαχειρίσιμο; Η απάντηση στο ερώτημα προκύπτει από τη μελέτη τριών σεναρίων για την εξέλιξη του δημόσιου χρέους την περίοδο 2018-2022. Η κύρια θέση μας, που βασίζεται στην εμπειρία των προηγούμενων μνημονίων, είναι πως υπάρχει μια αρνητική σχέση μεταξύ λιτότητας (αύξηση φορολογίας κ.λπ.) και ανάπτυξης.
    Στο πρώτο σενάριο, τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι σταθερά 3,5% επί του ΑΕΠ ανά έτος και οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης 2,5% ανά έτος, που είναι χαμηλότεροι από τις (αισιόδοξες κατά τη γνώμη μας) επίσημες εκτιμήσεις.
    Δεχόμαστε σταθερά επιτόκια μεσοσταθμικά 1% το έτος ως αποτέλεσμα συμφωνίας για την ελάφρυνση του χρέους και 2 δισ. από ιδιωτικοποιήσεις ανά έτος, που χρησιμοποιούνται για τη μείωση του συνολικού μεγέθους του χρέους. Και εδώ η εκτίμησή μας είναι χαμηλότερη από τις επίσημες προβλέψεις, αλλά πιο κοντά στην μέχρι τώρα εμπειρία.
    Στο παρελθόν τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις δεν έπιασαν ποτέ τους επιδιωκόμενους στόχους. Θεωρούμε επίσης πως η διαφορά πλεονάσματος πλην τόκων χρησιμοποιείται για τη μείωση του χρέους. Ξεκινάμε από το 2018 λόγω της αβεβαιότητας που υπάρχει ακόμα ως προς το 2017 (πότε, για παράδειγμα, θα αρχίσει να ισχύει η ελάφρυνση του χρέους). Επίσης, επειδή η μελέτη θέλει να δείξει τις γενικότερες τάσεις, δεν λαμβάνουμε υπόψη τις ετήσιες αποπληρωμές ομολόγων και την ετήσια αναχρηματοδότηση του χρέους.
    Στο δεύτερο σενάριο ο συνδυασμός δημοσιονομικού πλεονάσματος και ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης είναι 2,5% και 3% αντίστοιχα.
    Στο τρίτο σενάριο ο συνδυασμός είναι 1,5% και 3,5% αντίστοιχα (το 1,5% πλεόνασμα είναι αυτό που το ΔΝΤ θεωρεί το πιο ρεαλιστικό). Στα σενάρια 2 και 3 οι άλλες υποθέσεις παραμένουν οι ίδιες.
    Το βασικό συμπέρασμα των πινάκων είναι πως η κατάληξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι σχεδόν ίδια και για τα τρία σενάρια (146,7%, 147,8% και 147,9%) αλλά το ΑΕΠ αρκετά διαφορετικό (200,4 δισ., 205,4 δισ. και 210,4 δισ.).
    Η διαφορά δηλαδή σε ΑΕΠ του τρίτου από το πρώτο σενάριο είναι 10 δισ. ευρώ περισσότερα, που σημαίνει βέβαια και μεγαλύτερη απασχόληση, μικρότερο ποσοστό ανεργίας, μεγαλύτερες ασφαλιστικές εισπράξεις και μικρότερες ασφαλιστικές δαπάνες (λόγω μείωσης της ανεργίας).
    Γίνεται έτσι σαφής η υπεροχή του τρίτου σεναρίου που συνδυάζει μικρότερη λιτότητα με μεγαλύτερη ανάπτυξη, που αποτελεί και τη θέση του ΔΝΤ. Στην περίπτωση αυτή, το ΔΝΤ είναι δυνητικός σύμμαχος της Ελλάδας και όχι εχθρός, όπως λανθασμένα παρουσιάζεται. Τέλος, στη μελέτη μας προτείνουμε ορισμένα μέτρα πολιτικής. Θεωρούμε πως η έμφαση μέχρι τώρα στα δημοσιονομικά αντί στις μακροχρόνιες διαρθρωτικές αλλαγές είναι εσφαλμένη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το μέλλον της οικονομίας και της κοινωνίας είναι το δημογραφικό. Την περίοδο 2010-2016 περί τους 450.000 νέους επιστήμονες (4% του πληθυσμού, 8% του εργατικού δυναμικού δυναμικού) εγκατέλειψαν την Ελλάδα.
    Οι γεννήσεις ανά γυναίκα είναι 1,3 παιδιά, όταν για να διατηρηθεί ο πληθυσμός στα ίδια επίπεδα θα έπρεπε ο δείκτης γεννητικότητας να ήταν 2,1. Αρα, μελλοντικά η έμφαση πρέπει να δοθεί σε πολιτικές δημιουργίας θέσεων εργασίας και υπέρ της οικογένειας. Αλλες προτάσεις αφορούν τη μείωση της γραφειοκρατίας και των φορολογικών συντελεστών κερδών (29% στην Ελλάδα, 35% για τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών, έναντι 10%-12,5% σε Ιρλανδία, Κύπρο, Βουλγαρία κ.λπ.) καθώς και τη γρηγορότερη απόδοση δικαιοσύνης.
    Σύμφωνα με τους Δείκτες Οικονομικής Ελευθερίας του Ινστιτούτου Heritage για το 2017, μεταξύ άλλων, στον δείκτη «κανόνες δικαίου» (rule of law) η Ελλάδα λαμβάνει μόνο 52,5 στα 100. Συνολικά η Ελλάδα βαθμολογείται με 55 στα 100 και βρίσκεται στην 127η θέση μεταξύ 180 χωρών, τη χειρότερη επίδοση από όλες τις χώρες της ΕΕ, με την ελληνική οικονομία να λαμβάνει τον χαρακτηρισμό «κυρίως ανελεύθερη». Ανάλογη είναι η κατάταξη των Δεικτών Οικονομικής Ελευθερίας από το Ινστιτούτο Fraser, όπου με βάση την έκθεση του 2016 η ελληνική οικονομία κατατάσσεται 83η μεταξύ 159 χωρών. Από τα παραπάνω γίνεται σαφής η αποτυχία των ελληνικών κυβερνήσεων και των μνημονίων να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά διαρθρωτικά προβλήματα της Ελλάδας.
    * Ο δόκτωρ Νίκος Κυριαζής είναι καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
    ** Ο δόκτωρ Εμμανουήλ-Μάριος Οικονόμου είναι πανεπιστημιακός υπότροφος στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες