Ποιήματα και πεζά

Oπως το υποσχέθηκα, αντί για χριστουγεννιάτικα κάλαντα, απογράφονται σήμερα άμεσοι έπαινοι ποίησης και πεζογραφίας

Ποιήματα και πεζά | tovima.gr
Oπως το υποσχέθηκα, αντί για χριστουγεννιάτικα κάλαντα, απογράφονται σήμερα άμεσοι έπαινοι ποίησης και πεζογραφίας, πρωτότυπης και μεταφρασμένης, που βρήκε στέκι φιλόξενο σε λογοτεχνικά περιοδικά και βιβλιάρια στο δεύτερο μισό μιας ζόρικης χρονιάς που πνέει τα λοίσθια.
Προηγήθηκε το καλοκαιρινό τεύχος της «Ευθύνης», από όπου μεταφέρεται αποσπασματικά ένα σημαδιακό ποίημα του εξόριστου ρώσου νομπελίστα (1987) ποιητή Γιόζεφ Μπρόντσκι (1940-1996), μεταφρασμένο, με γνώση και κέφι, από τον Αντώνη Μακρυδημήτρη. Τίτλος του «Eλα, υπηρέτη, έλα στη δούλεψή μου» – πρόσκληση, με την οποία ανοίγουν και οι έντεκα στροφές του ποιήματος. Εδώ αντιγράφονται η πρώτη και η τελευταία.
Η πρώτη: «- Ελα, υπηρέτη, έλα στη δούλεψή μου! – Ναι, αφέντη μου, Ναι; / – Γρήγορα, φέρε, την άμαξα, ζέψε και τ’ άλογά μου: θα πάω στο παλάτι. / – Πήγαινε στο παλάτι, πήγαινε, άρχοντά μου, / ο βασιλιάς θα χαρεί να σε δει, θα δείξει τη φιλία του σ’ εσένα. / – Οχι, υπηρέτη μου, όχι, δεν πάω στο παλάτι! / – Μην πας, αφέντη, μην πας στο παλάτι, / ο βασιλιάς μπορεί να σε στείλει σε μακρινή αποστολή / πάνω σε άγνωστους δρόμους και εχθρικά βουνά. / Μέρα και νύχτα θα δοκιμάσεις πόνο και ταλαιπωρία».
Και η τελευταία στροφή: «Ελα, υπηρέτη, έλα στη δούλεψή μου ! – Ναι, αφέντη μου. Ναι; / – Αν όλα αυτά έχουν έτσι, τότε ποιο είναι το σωστό; / – Να βάλεις να μας σκοτώσουν, πρώτα εσένα, ύστερα εμένα. / Να πετάξουν τα πτώματά μας στο νερό – αυτό είναι το πιο σωστό. / Ποιος είναι τάχα τόσο ψηλός, ώστε να φτάσει στον ουρανό; / Ποιος είναι τόσο πλατύς, ώστε ν’ αγκαλιάσει βουνά και πεδιάδες; / – Αν είναι έτσι, πρέπει να σε σκοτώσω, υπηρέτη μου, πρώτα εσένα και μετά εμένα. / Σύμφωνοι, αλλά πιστεύει ο αφέντης μου ότι μπορεί να ζήσει / έστω και τρεις ημέρες χωρίς εμένα;».
Χάρη στη Σόνια Ιλίνσκαγια, που πολλά της χρωστά η νεοελληνική ποίηση, έχουμε στα χέρια μας μεταφρασμένα και τέσσερα καβαφογενή ποιήματα του Μπρόντσκι, ενσωματωμένα στην ομόθεμη ανθολογία που επιμελήθηκε ο Νάσος Βαγενάς (έκδοση Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2000). Τα δύο μάλιστα είναι «οδυσσειακά», με άμεση αναφορά στο καβαφικό τους πρότυπο. Το ένα σε μορφή απόμακρης επιστολής του Οδυσσέα στον Τηλέμαχο, το άλλο ομόθεμο με την καβαφική «Ιθάκη». Παραβατικά από κάθε άποψη και τα δύο. Παραθέτω το δεύτερο:
«Να γυρίζεις εδώ μετά από είκοσι χρόνια / και ξυπόλυτος να ‘βρεις στην άμμο τα χνάρια σου. / Ν’ αντηχήσει η ακτή απ’ του γέρικου σκύλου σου, / όχι τη χαρωπή, μα την άγρια κραυγή. // Πέτα, αν θες, από πάνω σου τα ιδρωμένα κουρέλια, / η γριά δούλα δεν ζει για να δει το σημάδι σου. / Η γυναίκα που λέν’ πως εσένα περίμενε / πήγε μ’ όλους, και δεν θα τη βρεις. // Το παιδί που μεγάλωσε (ναύτης τώρα έχει γίνει) / παγερά σε κοιτάζει σαν να ‘σαι σκουπίδι. / Και τη βάρβαρη γλώσσα που ματώνει τ’ αυτιά σου, / μοιάζει μάταιο να θες να τη νιώσεις. // Το νησί σου δεν είναι το ίδιο, ή τα μάτια σου / για πάντα πλημμύρισαν με το χρώμα της θάλασσας: / και το κύμα που σπάει, δεν ξεχνά τον ορίζοντα / στη μικρή τούτη κόχη της γης».
Γυρίζω απότομα φύλλο, περνώντας στο δεύτερο φιλόξενο περιοδικό, φθινοπωρινό αυτό: το «Εντευκτήριο» (τεύχος 105), το πιο πετυχημένο τεύχος της χρονιάς, κατά τη γνώμη μου. Οπου περισσεύουν τα απρόβλεπτα ποιήματα: πρωτότυπα και μεταφρασμένα, αλλά και κάποια ομόλογα πεζά. Αυτά όμως περιμένουν την ώρα τους, δίνοντας το προβάδισμα σήμερα σε μια γενναία εξαίρεση.
Πρόκειται για ένα αγγλόφωνο, σαφώς πολιτικό, σε ανθρωπολογική βάση, κείμενο. Μεταφρασμένο από τη Λένα Ε. Κοψαχείλη, αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα «The Guardian» (30.5.2014) και υπογράφεται από τον Χανίφ Κιουρέισι. Τίτλος του: «Ο μετανάστης δεν έχει πρόσωπο, υπόσταση και παρελθόν». Παραθέτω τρία αποσπάσματα (από την αρχή, τη μέση και την κατάληξη) με τις αναγκαίες περικοπές. Το πρώτο προϊδεάζει:
«Είτε μιλάμε για εκείνον είτε για εκείνη […], ο μετανάστης έχει αποκτήσει την εικόνα ενός εξωγήινου πλάσματος […]. Πρόκειται για μια φιγούρα, που δεν έχει απλώς μεταναστεύσει από μια χώρα σε κάποια άλλη, αλλά από την πραγματικότητα στη συλλογική φαντασία, όπου έχει μεταμορφωθεί σε μυθολογικό τέρας». Το δεύτερο υποθέτει:
«Οσο χειροτερεύει η οικονομία, τόσο περισσότερο έχουμε ανάγκη από τον μετανάστη – ειδικά σε μια εποχή που μας αρέσει να αυτοθαυμαζόμαστε για τη σχετική μας ανεκτικότητα […] Το τρίτο προβλέπει: «Αν η ομαδική αυτή φαντασίωση υποχωρήσει, ο μετανάστης, με το μείγμα αφέλειας και γνώσης που διαθέτει, θα ήταν σε θέση να μας πει την αλήθεια για τους εαυτούς μας, αφού βλέπει περισσότερα από όσα εμείς γνωρίζουμε». Καλά Χριστούγεννα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk