Ο προβληματισμός για την ακροδεξιά στην Ελλάδα εντείνεται, στη σκιά των εξελίξεων στο θέμα της Χρυσής Αυγής. Έρευνα ελλήνων επιστημόνων θεωρεί ότι το φαινόμενο έχει ρίζες και ερείσματα σε καίριους κρατικούς θεσμούς, μεταδίδει ηDeutsche Welle.

«Χαρτογραφώντας θύλακες ακροδεξιού εξτρεμισμού, ρατσισμού και ξενοφοβίας στο ελληνικό κράτος»
είναι ο τίτλος πρόσφατης έρευνας ελλήνων ερευνητών υπό την αιγίδα του γερμανικού Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ.

«Πρόκειται για την πρώτη έρευνα που πραγματοποιείται με στόχευση σε μηχανισμούς που λειτουργούν μέσα στο κράτος, σε σχετική αυτονομία από αυτό και με πρόσχημα έναν ακραίο συντηρητισμό που φτάνει στα όρια του ακροδεξιού λόγου και πρακτικής»
, ανέφερε προς την DW ο αναπληρωτής καθηγητής Θεωρίας του Κράτους και του Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Χριστόπουλος.

Σε αυτήν συμμετείχαν εκτός από τον Δ. Χριστόπουλο και άλλοι πέντε νέοι ερευνητές, (Δημήτρης Κουσουρής, Δημοσθένης Παπαδάτος-Aναγνωστόπουλος, Κλειώ Παπαπαντολέων και Αλέξανδρος Σακελαρίου), καθένας εκ των οποίων μελέτησε έναν καίριο κρατικό θεσμό, ανιχνεύοντας σε αυτόν στοιχεία ακραίας συντηρητικής ιδεολογίας ή πρακτικών. Μέσα από την καταγραφή περιστατικών, νομολογίας αλλά και δηλώσεων στον Τύπο, η έρευνα φωτίζει πτυχές της ανόδου της ακροδεξιάς, που είχαν αντιμετωπιστεί ως συγκυριακά ή περιθωριακά φαινόμενα, χωρίς να έχουν αποτελέσει αυτοτελές ως τώρα αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.

Προβληματισμοί κυρίως για την αστυνομία και τη δικαιοσύνη


Η μελέτη κινείται γύρω από τέσσερις άξονες: αστυνομία, δικαιοσύνη, στρατός, εκκλησία. Ως πλέον προβληματικός τομέας θεωρείται η αστυνομία, η οποία φέρει «ένα συγκεκριμένο ιστορικό φορτίο, που έχει ως περιεχόμενο την καταστολή (…) με αποτέλεσμα να είναι ο πιο εκτεθειμένος κρατικός μηχανισμός σε αυτού του είδους την ιδεολογία», εκτιμά ο έλληνας καθηγητής. Η έρευνα αναζητά τις ιστορικές ρίζες των ακροδεξιών τάσεων της αστυνομίας στον εμφύλιο, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 αλλά και στη μεταπολίτευση.

Έμφαση δίνεται στις τελευταίες δύο δεκαετίες, εστιάζοντας στις σχέσεις ειδικών τμημάτων της αστυνομίας, όπως των ομάδων ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ, ΖΗΤΑ ή των ειδικών φρουρών και συνοριοφυλάκων, με τη Χρυσή Αυγή. Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης αμφιλεγόμενοι χειρισμοί της αστυνομίας σε θέματα μεταναστών, ήδη από τη δεκαετία του 1990, μετά τη μαζική άφιξη αλβανών μεταναστών. Τα περιστατικά που καταγράφει η έρευνα καταδεικνύουν μία «εν λευκώ» εξουσιοδότηση στην αστυνομία να αντιμετωπίζει τους μετανάστες συλλήβδην ως εγκληματίες.
Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση της δικαιοσύνης.

Μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δικαστές διαπνέονται γενικά από δημοκρατικά αισθήματα, εντούτοις ο Δ. Χριστόπουλος εκτιμά ότι κατά καιρούς «έχουν υπάρξει νησίδες μέσα στη δικαιοσύνη -ποινική, αστική και κυρίως διοικητική- όπου αναπαράγονται κρίσεις που παραπέμπουν σε έναν πολύ ακραίο συντηρητισμό».

Η έρευνα καταγράφει αμφιλεγόμενες δικαστικές αποφάσεις που επιτρέπουν ρατσιστικές πρακτικές ιδίως έναντι μεταναστών, ανέχονται πρακτικές ευτελισμού της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά και αποφάσεις που επιτρέπουν την εκφορά αντισημιτικού και νεοναζιστικού λόγου. Ως προς το σημείο αυτό εκτενής είναι η αναφορά στη δικαστική υπόθεση του Κωνσταντίνου Πλεύρη και του βιβλίου του «Εβραίοι. Όλη η αληθεια». Το επίμαχο βιβλίο, παρά το πρόδηλα αντισημιτικό και νεοναζιστικό του περιεχόμενο, θεωρήθηκε από τους δικαστές ως «επιστημονικό και ιστορικό».

Η αθωωτική απόφαση του εφετείου (2009) για τον Κ. Πλεύρη στο πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης συγκεντρώνει μέχρι σήμερα έντονες αμφισβητήσεις.

Αναφορικά με το στρατό η μελέτη εκτιμά ότι πρόκειται για έναν θεσμό με μία επίσης φορτισμένη ιστορική κληρονομιά. Τα ερευνητικά πορίσματα δείχνουν όμως ότι, ακριβώς λόγω του ιδιαίτερου παρελθόντος, στο στρατό συναντάμε εν τέλει μία «πιο εδραιωμένη δημοκρατική κουλτούρα», σε αντίθεση με την αστυνομία, ιδίως μετά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις για τον εκδημοκρατισμό του και την εκκαθάριση των αυταρχικών καταλοίπων της δικτατορίας.

Αυτό βέβαια, σημειώνει ο κ. Χριστόπουλος, δεν σημαίνει πως και στον στρατό δεν ανιχνεύονται «φωλιές ακροδεξιού εξτρεμισμού, ιδίως στους απόστρατους».

Τέλος, εκτενές είναι και το κεφάλαιο για την Εκκλησία. Όπως σχολιάζει ο κ. Χριστόπουλος, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες η Εκκλησία στην Ελλάδα «συμπεριλαμβάνεται στους κρατικούς μηχανισμούς και (…) λόγω της ιδιαίτερης θέσης που έχει στο ελληνικό πολίτευμα δεν αυτολογοκρίνεται».

Για παράδειγμα, ο κ. Χριστόπουλος αναφέρει δηλώσεις του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμου κατά των ομοφυλόφιλων, καθώς και παλαιότερες αναφορές του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ για τους Εβραίους με αμφιλεγόμενο περιεχόμενο.

«Δεν υπάρχουν θύλακες αλλά μεμονωμένα περιστατικά»


Από την πλευρά ο γ.γ. Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπ. Δικαιοσύνης Γιώργος Σούρλας, σχολιάζοντας την έρευνα στην DW, υποστήριξε ότι πρόκειται για πορίσματα που σχετίζονται άμεσα με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεωρώντας ωστόσο ότι είναι υπερβολή να γίνεται λόγος για «θύλακες ακροδεξιών» στους παραπάνω θεσμούς, χωρίς όμως να αποκλείει τις εξαιρέσεις. «Αυτό το φαινόμενο έχει εκλείψει, χωρίς όμως να μπορώ να αποκλείσω ότι υπήρχαν κάποιες μεμονωμένες, ατομικές περιπτώσεις», σχολίασε χαρακτηριστικά ο Γ. Σούρλας, καταδικάζοντας παράλληλα τις πρακτικές της Χρυσής Αυγής. Ο κ. Σούρλας εκτιμά, ειδικότερα για την αστυνομία, ότι «θα ήταν άδικο να της προσάψουμε την κατηγορία ότι εκεί υπάρχουν τάσεις που δεν υπηρετούν τη συνταγματικότητα και τη νομιμότητα».

Αντιστοίχως εκτιμά ότι και «η δικαιοσύνη λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα και κάνει το καθήκον της», ενώ τόνισε ότι δεν υπάρχουν δικαστές με «ολοκληρωτικές» τάσεις.
«Μπορεί να έχουν υπάρξει υπερβολές και παραλείψεις, πιστεύω όμως ότι οι δικαστές με αίσθημα ευθύνης, σεβόμενοι το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, προχωρούν και εμείς τους βοηθάμε στην κατεύθυνση αυτή», ανέφερε o Γ. Σούρλας, αποτιμώντας θετικά τις προσπάθειες που καταβάλλονται σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο στο θέμα της Χρυσής Αυγής και την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
Αναζητώντας τα αίτια για την άνοδο της ακροδεξιάς
Η έρευνα για την ακροδεξιά στην Ελλάδα καταδεικνύει, σύμφωνα με τον Δ. Χριστόπουλο ότι η διατήρηση ακραία συντηρητικών στοιχείων μέσα στους θεσμούς του κράτους είναι υπαρκτή, αν και δεν αποτελεί «ελληνική πρωτοτυπία».

«Το ιστορικό βάθος μαζί με τη συγκυρία, η οποία στην Ελλάδα της κρίσης διαλύει τους μηχανισμούς λογοδοσίας και ωθεί στα άκρα ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης προκαλούν ανησυχία», εκτιμά ο ίδιος. Την ίδια ανησυχία για την άνοδο της άκρας δεξιάς συμμερίζεται και ο Γ. Σούρλας, αν και διαφωνεί ότι σήμερα υπάρχουν «παράλληλες δομές» εντός της ελληνικής κρατικής μηχανής.

Ο ίδιος εκτιμά ωστόσο, ότι όλα τα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου» στην Ελλάδα και την Ευρώπη θα πρέπει να αναζητήσουν πιο προσεκτικά τα αίτια που ωθούν τους πολίτες προς την άκρα δεξιά. Ο Δ. Χριστόπουλος, από την πλευρά του, θεωρεί πάντως πως μία από τις αιτίες για την άνοδο της ακροδεξιά είναι η «πολιτική συνταγή της λιτότητας», εκφράζοντας παράλληλα την ανησυχία ότι οι νέοι συσχετισμοί εντός ΕΕ ευνοούν την «πολιτική διαίρεση και τον ανταγωνισμό».