Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού «Τα μαγικά μαξιλάρια» του Ευγένιου Τριβιζά και σχολιάζει την επικαιρότητα του έργου, καθώς μέτρα, απαγορεύσεις και δυνάμεις της τάξης βρίσκονται πλέον στην ημερήσια διάταξη.

«Εγώ, ο Αρπατίλαος ο πρώτος, αποφασίζω, διατάζω και ορίζω ότι από σήμερα το πρωί καταργούνται οι Απόκριες, τα πάρτι γενεθλίων, οι παιδικές χαρές και όλες ανεξαιρέτως οι Κυριακές». Οι κάτοικοι της μυθικής Ουρανούπολης συμμορφώνονται με τα νέα μέτρα αλλά όχι αδιαμαρτύρητα. Καθώς λοιπόν αυξάνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια, ένας σπιούνος εξηγεί στον άσπλαχνο ηγεμόνα ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι υπήκοοί του συνεχίζουν να ονειρεύονται: «Μόνο αν τους στερήσετε τα όνειρα θα ησυχάσουν, πανζουρλιώτατε». Και τότε o Αρπατίλαος θέτει σε εφαρμογή ένα καταχθόνιο σχέδιο. Υποχρεώνει τους υπηκόους του να κοιμούνται σε μαξιλάρια παραγεμισμένα με ό,τι πιο αποκρουστικό υπάρχει. Μαγικά μαξιλάρια που προκαλούν φόβο και αποτρόπαιους εφιάλτες. Αλλά κάπου μακριά από το παλάτι, σε ένα ταπεινό σχολείο, μερικοί μαθητές και ένας εμπνευσμένος δάσκαλος αποφασίζουν να ξαναβρούν τα χαμένα τους όνειρα.

Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Μήπως το άρωμα του καψαλισμένου προπερασμένου Δεκεμβρίου ή το κλίμα που επικρατεί σήμερα στις παραγωγικές τάξεις που καλούνται να σηκώσουν τα έκτακτα φορολογικά βάρη; Και όμως, η ιδιοφυής μέσα στην απλότητά της ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά «Τα μαγικά μαξιλάρια» κυκλοφορεί σε μορφή παιδικού βιβλίου από το 1996! Σήμερα, 14 χρόνια μετά, ιδωμένη από την ανατρεπτική ματιά του σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα, γίνεται περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Στη σκηνή του θεάτρου Rex οι ηθοποιοί που υποδύονται τους άνδρες των ΜΑΤ του καθεστώτος δεν ψεκάζουν με χημικά ιστορικά στελέχη της Αριστεράς, ούτε βέβαια προπηλακίζουν συνταξιούχους. Χορεύουν, τραγουδούν, ακροβατούν. «Οι δυνάμεις καταστολής, με τις ασπίδες, τα κλομπ και τις μαύρες στολές τους, μου θύμιζαν πάντα τα ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη, εκείνες τις απρόσωπες φιγούρες του σπουδαίου ζωγράφου που δεν έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ονοματεπώνυμο, παρά μονάχα την ιδιότητα που απορρέει από την ενδυμασία τους» μας λέει ο Γιάννης Κακλέας εξηγώντας τη «δυναμική παρέμβαση» των ΜΑΤ στην πλοκή ενός θεατρικού έργου που προορίζεται για παιδιά.

«Η Ουρανούπολη δεν είναι κάπου μακριά, βρίσκεται εδώ» συνεχίζει ο σκηνοθέτης: «Το κέντρο της Αθήνας είναι γεμάτο σιδερόφραχτους ένστολους έτοιμους ανά πάσα στιγμή να μετατραπούν σε απρόσωπα όργανα επιβολής της κρατικής βίας. Αυτό προσπάθησα να πω βάζοντας τόσους φρουρούς να κινούνται διαδραστικά μεταξύ σκηνής και πλατείας, παρ’ όλο που αρκετοί γονείς μού είπαν ότι τα παιδιά τους φοβήθηκαν λίγο. Μα εγώ θέλω να φοβούνται, γιατί να στερήσω αυτό το συναίσθημα από τα παιδιά; Τα ανθρωπάκια της καταστολής κυκλοφορούν ανάμεσά μας, είναι μια πραγματικότητα και την πραγματικότητα δεν πρέπει ποτέ να την κρύβουμε από τα παιδιά».

Τα Σώματα Ασφαλείας του βασιλιά Αρπατίλαου, εισβάλλοντας αιφνιδιαστικά στη σκηνή μέσα από έναν καταιγισμό οργουελικών ήχων, αρχικά φοβίζουν το παιδικό κοινό. Στη συνέχεια και καθώς τα παιδιά εξοικειώνονται με την υπόθεση ξεθαρρεύουν και γιουχάρουν τους ειδικούς φρουρούς. Μάλιστα, όταν οι τελευταίοι κινούνται μεταξύ σκηνής και πλατείας, οι μικροί θεατές εκφράζουν με πολλούς και ευφάνταστους τρόπους τη διαφωνία τους. «Γελάω με αυτό που μου μεταφέρουν οι ηθοποιοί που υποδύονται τα ΜΑΤ. Στις σκηνές που οι ίδιοι κινούνται ανάμεσα στα παιδιά, κάποια από αυτά ξεθαρρεύουν, τους κλωτσάνε, τους γιουχάρουν ή θέλουν να τους τρυπήσουν με τα μολυβάκια τους». Αποκορύφωμα στη διαδραστική πλοκή του έργου είναι η στιγμή όπου οι άνδρες των ΜΑΤ βγάζουν τα κράνη-σύμβολα της εξουσίας εκδηλώνοντας έναν σπαρταριστό παλιμπαιδισμό. Τότε, στην πλατεία του θεάτρου ξεσπάει ένα γέλιο διάρκειας, ικανό να εκσφενδονίσει σε μεγάλη ακτίνα πατατάκια και ποπκόρν από τις σακούλες τους.

«Ανεβάζοντας ένα τέτοιο έργο, δεν θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια σε αυτό που συνέβη στην Αθήνα πριν από δυο χειμώνες» υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης. «Τότε που ο Αλέξανδρος έπεφτε νεκρός από αστυνομικές σφαίρες και οι συμμαθητές του, συνειδητοποιώντας την τεράστια απόσταση που χώριζε τα όνειρά τους από τη ζοφερή πραγματικότητα, βροντοφώναξαν “ως εδώ”. Και το σύστημα φοβήθηκε, κλονίστηκαν τα θεμέλιά του. Ενιωσα μεγάλη ντροπή για όσα συνέβησαν τότε. Ντροπή για την παθητικότητα της δικής μου γενιάς. Ενιωθα βέβαια οργή και ταραχή, μια οργή που δεν ήξερα πώς να εκφράσω, αλλά ως καλλιτέχνης όφειλα να τη μεταπλάσω. Βλέπεις, ο δικός μου κοινωνικός αγώνας βρίσκεται πάνω στη θεατρική σκηνή».

Η θεατρική πορεία του Γιάννη Κακλέα είναι γεμάτη άλματα. Μόλις δύο σεζόν πριν ανέβαζε Ευγένιο Ιονέσκο στο θέατρο Αργώ. Από τον Οκτώβριο του 2009 ως τον Μάιο του 2010 παρουσιάζει «Τα μαγικά μαξιλάρια» του Ευγένιου Τριβιζά και το καλοκαίρι ετοιμάζει για την Επίδαυρο «Λυσιστράτη», μόνο με άνδρες ηθοποιούς στον θίασο.

Πώς άραγε να βίωσε ο ρηξικέλευθος αυτός θεατράνθρωπος το πέρασμα από τον Ευγένιο του παραλόγου στον Ευγένιο των παιδιών; «Σου λέω εντίμως ότι όσες φορές καταπιάστηκα με το παιδικό θέατρο αντιμετώπισα αποκαλυπτικές εμπειρίες» τονίζει και επεξηγεί: «Διαβάζοντας και αποδίδοντας επί σκηνής κείμενα όπως αυτό, σου ζητείται η απόλυτη αλήθεια. Αλλιώς καταντούν σαχλά. Ο παιδισμός και ο διδακτισμός είναι οι χειρότερες ασθένειες σε αυτό το είδος θεάτρου. Ενώπιον του παιδικού κοινού, ο θεατρικός λόγος οφείλει να είναι καθαρός, άμεσος, πειστικός. Η παιδική ματιά είναι αθώα, αμείλικτη, βαθιά, ασυμβίβαστη, δεν καταλαβαίνει από ψευτο-προφάσεις».

Η εξοικείωση του Γιάννη Κακλέα με το παιδικό θέατρο ξεκινά από τον καιρό που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. «Πριν από περίπου 15 χρόνια», θυμάται, «ανακάλυψα τον Τριβιζά ανεβάζοντας εκεί το έργο “Ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι”. Κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν ιδιοφυή συγγραφέα. Διάβασα όλες σχεδόν τις ιστορίες του και μου εντυπώθηκαν δυο-τρεις, τις οποίες θα ήθελα μια μέρα να ανεβάσω. Μία από αυτές ήταν “Τα μαγικά μαξιλάρια”. Ετσι, όταν ο Γιάννης ο Χουβαρδάς μού πρότεινε την Παιδική Σκηνή του Εθνικού, δέχτηκα αμέσως, κινούμενος από την ανάγκη μου να αναβαπτιστώ σε αυτό το ψυχικό spa που είναι για μένα το παιδικό θέατρο».

Η εμπλοκή του Γιάννη Κακλέα με τα «Μαγικά μαξιλάρια», κάτω από την ομπρέλα του Εθνικού, γέννησε μια πολυεπίπεδη παράσταση. Μέσα από τα σκηνικά της Εύας Νάθενα και την ευρεία χρήση πολυμέσων, το παιδικό κοινό έρχεται σε επαφή με έργα μεγάλων ζωγράφων (Βαν Γκογκ, Μαγκρίτ, Πικάσο, Εσερ, Πόλοκ) καθώς οι σουρεαλιστικοί πίνακές τους μετατρέπονται σε τοπία της ουτοπικής Ουρανούπολης. Από την άλλη, το παραμύθι του Τριβιζά παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό πλήρες, καθώς παλαιότερα είχε παιχτεί από ολιγομελή σχήματα με αρκετές περικοπές και συμπτύξεις. Αυτή τη φορά, ο θίασος απαρτίζεται από 17 εξαιρετικούς ηθοποιούς οι οποίοι βγάζουν στη σκηνή – ανάλογα με τον ρόλο – τον καλύτερο ή τον χειρότερο εαυτό τους.

Κλείνοντας τη συζήτηση με τον Γιάννη Κακλέα, επικαλούμαστε τον σπουδαίο ρόλο που καλείται να παίξει το θέατρο σε εποχές δύσκολες όπως η σημερινή. Απαντά με έναν στίχο του Καβάφη: «“Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε. Των ποιητών το βλέμμα είν’ οξύτερονέγραψε κάποτε ο Αλεξανδρινός. Το πιστεύω. Ερχεται ξανά η ώρα των ποιητών, της τέχνης που αφυπνίζει συνειδήσεις, διότι όλοι οι άλλοι οδηγούν την κοινωνία σε μια μονολιθική σκέψη. Ακούνε για κρίση και λένε “Θεός φυλάξοι”, άρα φοβούνται, κρίση ίσον φόβος. Μα η κρίση είναι δική τους, όχι δική μας. Εμείς θα αντέξουμε, θα συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε, θα υπομείνουμε, όπως πάντα το έκαναν οι άνθρωποι σε δύσκολες εποχές. Το δεύτερο μισό της εξίσωσης εμείς θα το συμπληρώσουμε, εμείς θα αποφασίσουμε με τι ισούται η κρίση, όχι οι αχρείοι που την προκάλεσαν. Και δεν θα πέσουμε στην παγίδα τους να την ταυτίσουμε με τον φόβο».

Η παράσταση «Τα μαγικά μαξιλάρια» θα παίζεται στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο Rex (Πανεπιστημίου 48) ως την Πρωτομαγιά.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 495, σελ. 34-37, 11/04/2010.