Υπάρχουν κείμενα που είναι άμεσης κατανάλωσης και άλλα που περιμένουν στη γωνία τον χρόνο και την ιστορία. Η διαφορά μεταξύ τους δεν βρίσκεται πάντοτε στην ποιότητα ή, σωστότερα ίσως, είναι ανεξάρτητη ποιότητας. Ενώ όμως τα πρώτα διατρέχουν συχνότατα τον κίνδυνο να αφανιστούν μαζί με την επικαιρότητα που σχολιάζουν, τα δεύτερα, ανθεκτικότερα, γίνονται αντικείμενο σχολίου εκ μέρους της επικαιρότητας. Τα κείμενα στα οποία η ιστορία έχει επιφυλάξει αυτή τη μοίρα είναι λιγοστά, εάν συγκριθούν με τη μάζα και τον όγκο του γραπτού λόγου. Ανάμεσά τους, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται οι σκέψεις που αφιέρωσε ο Πασκάλ στην πολιτική, και ιδιαίτερα στις σχέσεις της δικαιοσύνης με την ισχύ.


Τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά κρίθηκαν άκρως επικίνδυνα την εποχή που γράφτηκαν, γι’ αυτό και οι πρώτοι εκδότες έκριναν φρόνιμο να μην τα συμπεριλάβουν στις Σκέψεις. Περίμεναν έτσι στη χειρόγραφη μορφή τους για αρκετό καιρό, ως τη στιγμή που τα χρειάστηκε ο χρόνος και αναγκάστηκε να τους δώσει τον λόγο. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά θα επικαλεστώ σήμερα, γιατί τα κοινά τους γνωρίσματα, που είναι η ειρωνεία και η παραδοξολογία, τα καθιστούν επίκαιρα, μια και η ιστορία αποφάσισε να δείξει στους τρελούς πως όταν θέλει να διασκεδάσει μπορεί να γίνει πιο τρελή απ’ αυτούς.


Στην τρέλα αυτή, ακριβώς, αναφέρεται το πρώτο από τα κείμενα: «Δεν μπορούμε να φανταστούμε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη παρά μόνο με τα επίσημα ενδύματα που φορούν οι σοφολογιότατοι. Ηταν απλοί άνθρωποι και, όπως όλοι οι άλλοι, γελούσαν παρέα με τους φίλους τους· και όταν διασκέδαζαν γράφοντας τους Νόμους και την Πολιτική τους το έκαναν με περιπαικτική διάθεση. Ηταν το λιγότερο φιλοσοφικό και το λιγότερο σοβαρό μέρος της ζωής τους· το φιλοσοφικότερο μέρος της ήταν να ζουν με τρόπο απλό και ήσυχο. Εάν έγραψαν για την πολιτική, το έκαναν σαν να ήθελαν να βάλουν τάξη σε ένα τρελοκομείο. Κι αν προσποιήθηκαν ότι έγραψαν για την πολιτική σαν να ήταν κάτι το σπουδαίο, το έκαναν γιατί ήξεραν ότι οι τρελοί στους οποίους μιλούσαν πίστευαν ότι ήσαν βασιλείς και αυτοκράτορες. Αποδέχονται τις αρχές τους για να μετριάσουν την τρέλα τους με το λιγότερο δυνατόν κόστος».


Διαβάζοντας το κείμενο αυτό σε άλλες εποχές, θα χαμογελούσε κανείς με το περιεχόμενο ­ κουνώντας με νόημα το κεφάλι του, ώστε να δείξει ότι δεν του διέφυγε το χιούμορ του Πασκάλ ­, ενώ θα διασκέδαζε με την υπερβολή του ύφους. Σήμερα όμως πρέπει μάλλον να το προσέξουμε, να το πάρουμε απολύτως στα σοβαρά και να το δούμε στην κυριολεξία του. Γιατί ο τρελός γίγαντας πίστεψε πως είναι κοσμοκράτορας, το ηλίθιο πρόσωπό του μελάνιασε από μανία όταν διαπίστωσε πως δεν είναι όλοι πρόθυμοι να υποταγούν στις ορέξεις του, εξαγριώθηκε, πήρε τη βαριά στα χέρια και δεν λέει να σταματήσει με τίποτα. Τι σημασία έχει ότι η πέτρα που θέλει να σπάσει είναι ο πλανήτης· καθώς ο ίδιος είναι παρανοϊκός, όχι μόνο δεν μπορεί να ακούσει κανέναν, αλλά πιστεύει ότι κάνει το σωστό ακολουθώντας με ασύλληπτη συνέπεια τη λογική του. Ετσι και στον περίβολο ενός τρελοκομείου, κάποιοι που παριστάνουν τους στρατηγούς ­ φορώντας τις στολές που τους έδωσαν συγγενείς και φίλοι με την ελπίδα ότι θα καταπραΰνουν κάπως τη μανία τους ­ σχεδιάζουν την καταστροφή του κόσμου με τη βεβαιότητα ότι θα τον κυβερνήσουν. Στο κείμενό του ο Πασκάλ είχε ήδη ξηλώσει τον φράχτη και με το παιχνίδι αυτό μας έδινε την ευκαιρία να διασκεδάσουμε. Τώρα όμως που τον φράχτη τον ξήλωσε η ιστορία, οι τρελοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας και κανένας φρενοβλαβής δεν νομίζει ότι είναι ο Κλαρκ· απλώς ο Κλαρκ πιστεύει ότι είναι στρατηγός. Και στην προοπτική αυτή μόνο τόπος για χωρατά δεν υπάρχει.


Οταν η ρόδα της ιστορίας παίρνει ανάποδες στροφές, ο Πασκάλ αναφέρεται στους «ανθρώπους αυτούς που έχοντας αποποιηθεί όλους τους νόμους του Θεού και της φύσης έφτιαξαν δικούς τους, στους οποίους και υπακούουν με ακρίβεια». Στην αρχή τα πράγματα φαίνονται λογικά και όλα ξεκινούν με την απαιτούμενη ηρεμία, καθώς και την απαραίτητη νηφαλιότητα: «Είναι σωστό να ακολουθούμε το σωστό· είναι αναγκαστικό να ακολουθούμε το ισχυρότερο. Η δικαιοσύνη χωρίς την ισχύ είναι ανήμπορη· η ισχύς χωρίς τη δικαιοσύνη είναι τυραννική. Η δικαιοσύνη χωρίς ισχύ ανατρέπεται, γιατί πάντα υπάρχουν κακοί. Αλλά η ισχύς χωρίς δικαιοσύνη γίνεται αντικείμενο καταγγελίας. Πρέπει, κατά συνέπειαν, η δικαιοσύνη και η ισχύς να συνυπάρξουν και, για τον λόγο αυτόν, πρέπει τα πράγματα να γίνουν έτσι ώστε το σωστό να γίνει ισχυρό ή το ισχυρό να γίνει σωστό».


Ως εδώ δεν μπορούν να υπάρξουν σοβαρές αντιρρήσεις και ο Πασκάλ το ξέρει πολύ καλά. Γιατί όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν μεταξύ τους ως προς το δέον· όλοι ξέρουμε ότι είναι σωστό να κάνουμε το σωστό. Εξάλλου το δέον δεν κοστίζει και πολλά πράγματα, γιατί κανείς άνθρωπος δεν θα διστάσει εάν τον καλέσεις να διαλέξει ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο. Ετσι, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γράψει κανείς μια διατριβή περί ηθικής· αρκεί να μην ξεχάσει τον επίλογο, δηλαδή τις πρακτικές εφαρμογές. Εκεί είναι που παρατηρείται κάποια δυσπραγία, ακριβώς γιατί υποχωρούν δραστικά τα λόγια.


Η συνέχεια του προηγούμενου κειμένου εξετάζει τι συμβαίνει στην πράξη, όταν δηλαδή καλούνται όντως να συνυπάρξουν η δικαιοσύνη και η ισχύς. Οι δυσκολίες προκύπτουν από το γεγονός ότι «η δικαιοσύνη είναι αντικείμενο διαμάχης ενώ η ισχύς και πολύ αναγνωρίσιμη είναι και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Ετσι, δεν μπορέσαμε να εφοδιάσουμε με ισχύ τη δικαιοσύνη, γιατί η ισχύς αμφισβήτησε τη δικαιοσύνη και είπε ότι η δικαιοσύνη είναι άδικη ενώ δίκαιη είναι η ίδια η ισχύς. Ετσι, καθώς δεν μπορέσαμε να ισχυροποιήσουμε το δίκαιο, δικαιώσαμε την ισχύ».


Η τελευταία αντιστροφή μοιάζει να είναι για τον Πασκάλ ο σφυγμός της ιστορίας, που επιταχύνεται όταν το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι. Τότε, «τα πιο παράλογα πράγματα του κόσμου γίνονται τα πιο λογικά (…). Η ισχύς των ηγεμόνων θεμελιώνεται και στη λογική και στην τρέλα των ανθρώπων, και πολύ περισσότερο στην τρέλα. Το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο έχει για θεμέλιο την αδυναμία, και το θεμέλιο αυτό είναι αξιοθαύμαστα σίγουρο. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο από αυτό, ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι ανίσχυροι. Ο,τι θεμελιώνεται στην ορθοφροσύνη έχει σαθρά θεμέλια».


Ισως να ζούμε σε μια εποχή όπου ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης της λογικής είναι η παραδοξολογία. Και στο κεφάλαιο αυτό, ο Πασκάλ ανήκει στην παρέα των μεγάλων δασκάλων.


Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.