Το 1836 συντελέστηκε στη Γαλλία μια σημαντική αλλαγή στον χώρο του περιοδικού Τύπου, η οποία συνδυάστηκε με τη μεταμόρφωση του αναγνωστικού κοινού: εγκαινιάστηκε η μαζική δημοσιογραφία ή δημοσιογραφία των μαζών, σε συνάρτηση με την εισαγωγή διαφημιστικών αγγελιών στα περιοδικά έντυπα. Η τελευταία αυτή πρωτοβουλία, που έγινε χωρίς τυμπανοκρουσίες, επέτρεψε τη μείωση του κόστους των συνδρομών – το οποίο ήταν εμφανώς δυσανάλογο με τα έσοδα του αναγνωστικού κοινού – και, κατά συνέπεια, τη διάθεση των εντύπων σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό αναγνωστών. Η διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού, που ήταν το πρώτο και ουσιαστικό βήμα για να απαλλαγούν οι εφημερίδες από το «άγχος της συνδρομής», δεν οδήγησε μόνο σε τεχνικές καινοτομίες· άνοιξε τον δρόμο σε σημαντικές ιδεολογικές ανακατατάξεις που σφράγισαν την εποχή.


Ο εκδότης Girardin, εμπνευστής της πρωτοβουλίας, μοιάζει να έχει επίγνωση των επιλογών του. Στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας La Presse, την οποία εκδίδει τον Ιούλιο του 1836, στο κύριο άρθρο του, που έχει προγραμματικό χαρακτήρα, εξηγεί πως η σκέψη που τον ώθησε στην έκδοση μιας καινούργιας εφημερίδας είναι το γεγονός ότι η απόκλιση των απόψεων που οι άνθρωποι εκφράζουν στην καθημερινή τους ζωή είναι περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική: «Απόκλιση υπάρχει μόνο στην επιφάνεια· στο βάθος σχεδόν ποτέ. Η προσεκτική έρευνα και η σοβαρή ανάγνωση μας έπεισαν ότι οι υψηλότερες διάνοιες οικοδομούν με βάση ταυτόσημες σχεδόν ιδέες. Σκάβοντας, βρήκαμε τα ίδια στρώματα στο υπόβαθρο των λόγων και των γραπτών τους». Με οδηγό τις προηγούμενες διαπιστώσεις, ο εκδότης θέτει τον στόχο του: ομοιογένεια του δημόσιου λόγου και ταυτόχρονη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από το υψηλό στο χαμηλό, από το ύψος στο βάθος, εκεί δηλαδή που συγκεντρώνονται, για να συνενωθούν σ’ ένα αδιάσπαστο αμάλγαμα, οι διαφορετικές απόψεις, οι οποίες μόλις αναδυθούν διασπώνται σε διαμάχες. Στη συγκυρία αυτή έκανε την εμφάνισή της μια καινούργια φιγούρα που έμελλε να έχει πολύ μέλλον: ο υπόγειος άνθρωπος.


Αναζητώντας κάτω από τις διαφορετικές απόψεις που διακρίνουν τους ανθρώπους, τον κοινό παρονομαστή, ο Girardin θέτει τις νόρμες στις οποίες πρέπει να υποταγεί μια γνώμη για να είναι ακριβώς κοινή ή, με άλλα λόγια, για να οριστεί ως άποψη του μέσου αναγνώστη. Αυτός ακριβώς ο αναγνώστης, που συγκροτήθηκε στα βάθη υπό τη μορφή μάζας, εκσφενδονίζεται τώρα στην επιφάνεια με το όνομα «μάζες». Με τρόπο που δεν μπορεί να είναι συμπτωματικός, στην ίδια εφημερίδα, αλλά και σε άλλες που την ακολούθησαν στις επιλογές της, εμφανίζονται στο κάτω άκρο της σελίδας, στα υπόγεια της γραφής, τα μυθιστορήματα σε συνέχειες, δηλαδή ένας τρόπος έκφρασης της λογοτεχνίας που αντιστοιχούσε στον μέσο αναγνώστη, σ’ αυτόν που δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτα από τον διπλανό του, παρ’ όλο που ο ίδιος διεκδικεί με ταραχή την πρωτοτυπία του.


Ο Βικτόρ Ουγκό μπορεί να θεωρηθεί ο συγγραφέας που ύψωσε στη δύναμη της μεγάλης τέχνης τις τεχνικές του μυθιστορήματος ευρείας κατανάλωσης, ξεκινώντας από την αξιωματική πρόταση ότι το υψηλό προέρχεται πάντοτε από το χαμηλό. Παρ’ όλο που δεν δημοσιεύθηκαν στην πρώτη τους μορφή σε συνέχειες, Οι Αθλιοι γράφτηκαν με τεχνικές που ανήκουν στο είδος του λαϊκού μυθιστορήματος: οι περιπέτειες και οι μοίρες των ηρώων συμπλέκονται με τρόπο που κόβει την ανάσα, ενώ στο τέλος κάθε κεφαλαίου ο αναγνώστης δεν ξέρει τι θα συμβεί στο επόμενο και αναμένει με αγωνία τη συνέχεια. Ο Ουγκό έδωσε όγκο στα σχήματα της «μικρής» λογοτεχνίας, ούτως ώστε να πετύχει μια καινούργια μορφή μύθου, η οποία δεν θεμελιωνόταν στην ψυχολογική ανάλυση των ατομικών παθών αλλά σκηνοθετούσε τον πολύπλοκο χαρακτήρα και την πυκνότητα μιας κοινωνικής δομής.


Στο τεράστιο αυτό βιβλίο, που από την αρχή ως το τέλος μπορεί να θεωρηθεί ύμνος στον υπόγειο άνθρωπο, ο Ουγκό δίνει ζωή ενεργοποιώντας συνεχώς, όπως το κάνει και στην ποίησή του, την εικόνα της θάλασσας. Και δεν είναι ο μόνος. Ο μεγάλος ιστορικός Michelet χρησιμοποιεί την ίδια εικόνα και με παρόμοιο στόχο. Γιατί η γαλλική κοινωνία βρισκόταν συχνά σε φουρτούνες, που ξεσήκωσαν με τα υπόγεια κύματά τους η επανάσταση του ’89 αλλά και του 1830, ενώ στην επόμενη στροφή της ιστορίας περίμεναν οι θύελλες του 1848 και του 1871. Δεν υπήρχε καλύτερη εικόνα για την κοινωνία αυτή, όταν ξεσπούσε στην επιφάνειά της η ανεξέλεγκτη ορμή των μαζών, οι οποίες αντλούσαν τη δύναμή τους από βάθη που μόνο με τον σκοτεινό βυθό του ωκεανού μπορούσαν να συγκριθούν. Η μεταφορά της θάλασσας είναι τόσο καίρια στον Ουγκό ώστε δημιουργεί ύφος. Η θάλασσα ήταν η μορφή. Ή, ορθότερα – και ο Ουγκό θα εκμεταλλευθεί αυτή την ιδέα σε όλο της το βάθος -, η θάλασσα ήταν αυτό που έδινε μορφή στο άμορφο.


Η μεταφορά της θάλασσας πολλαπλασιάζει τη δύναμή της όταν συνδυαστεί με τη μεταφορά της νύχτας. Τούτη εδώ είναι η άλλη μορφή του σκοτεινού βάθους, από το οποίο αναδύονται συγκεχυμένες σιλουέτες ανθρώπων με ασαφή ταυτότητα και μοίρα, που εμφανίζονται ξαφνικά για να εξαφανιστούν το ίδιο απότομα στα βάθη της κοινωνίας που τους χωνεύει. Σ’ αυτή την κοινωνική νύχτα το μόνο που μπορεί να διακρίνει κανείς αμυδρά είναι οι σπαραγμένες μορφές ενός λαού που περιμένει με καρτερία τη μεγάλη ημέρα της εξέγερσης για να βγει στο φως. Οι Αθλιοι μεταφέρουν τη σύγκρουση με τον νόμο στους υπονόμους, σε μια περιπετειώδη καταδίωξη ζωής και θανάτου, η οποία απεικονίζει, με τρόπο σχεδόν εμβληματικό, το σύνολο του έργου. Ο Γιάννης Αγιάννης, αυτός ο ήρωας με το παράξενο όνομα, δεν είναι άγιος της Εκκλησίας· είναι ο άγιος του λαού: επειδή δεν είναι κάποιος, είναι όλος ο κόσμος, δηλαδή είναι από μόνος του ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Γιάννης Αγιάννης είναι αυτός ο άνθρωπος-πλήθος, με τις συνεχείς αναγεννήσεις και ενσαρκώσεις, που αναδύεται κάθε φορά από το σκοτάδι της ανυπαρξίας στο φως διαφορετικών υπάρξεων, οι οποίες επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους. Ο Βικτόρ Ουγκό είναι ο συγγραφέας που οραματίζεται στα βάθη. Επιχείρησε να φθάσει εκεί που τελειώνουν τα πράγματα, στην άκρη τους, εκεί που μοιάζουν να χαμογελούν στο άπειρο. «Οταν πρέπει να κοιτάξεις μέσα σε μια πληγή, σ’ ένα βάραθρο ή σε μια κοινωνία, από πότε απαγορεύεται να κατέβεις πολύ βαθιά, να φτάσεις στον βυθό;». Στο σημείο όμως αυτό, που πέρα απ’ αυτό δεν υπάρχει άλλο, το μυθιστόρημα γίνεται Ιστορία: το μυθιστόρημα της κοινωνίας είναι η γνώση της κοινωνίας. Αλλά τότε η λογοτεχνία γίνεται επίσης φιλοσοφία: «Ο παρατηρητής της κοινωνίας πρέπει να κυκλοφορήσει στις σκιές. Αποτελούν μέρος του εργαστηρίου του. Η φιλοσοφία είναι το μικροσκόπιο της σκέψης. Ολα την αποφεύγουν· αλλά τίποτα δεν της ξεφεύγει. Οι υπεκφυγές εδώ είναι ανώφελες. Ποια πλευρά του εαυτού μας δείχνουμε υπεκφεύγοντας; Την πλευρά ντροπή. Η φιλοσοφία παρακολουθεί με το δίκαιο βλέμμα της το κακό και δεν του επιτρέπει να δραπετεύσει στο τίποτα. Στον αφανισμό των πραγμάτων που χάνονται, στη σμίκρυνση των πραγμάτων που σβήνουν, αναγνωρίζει τα πάντα». Η τελευταία αυτή φράση θα μπορούσε να γίνει το έμβλημα και της ποιητικής και της πολιτικής σκέψης του Βικτόρ Ουγκό, γιατί συνοψίζει την προσπάθειά του να συλλάβει τα πράγματα τη στιγμή που μοιάζουν να γεννιούνται: σαν συνθέσεις της σκιάς και του τίποτα.


Ο κ. Pierre Macherey είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λίλλης.